Σύμφωνα με το περιοδικό The Economist, η Ευρωπαϊκή Ένωση ενδέχεται να καταφύγει σε οικονομικές κυρώσεις, στην επιβολή αντι-δασμών ή ακόμα και στην απειλή κατάργησης των αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων στο έδαφός της, προκειμένου να ασκήσει πιέσεις στις ΗΠΑ για το ζήτημα της Γροιλανδίας.
Το δημοσίευμα υπογραμμίζει ότι θα είναι εξαιρετικά δύσκολο για την Ουάσιγκτον να προβάλει τη στρατιωτική της ισχύ στην Αφρική και τη Μέση Ανατολή χωρίς την πρόσβαση σε ευρωπαϊκές βάσεις, όπως αυτή του Ράμσταϊν στη Γερμανία. Για παράδειγμα, η επιτυχία των πρόσφατων κατασχέσεων πετρελαιοφόρων ανοικτά της Βενεζουέλας εξαρτήθηκε άμεσα από τη χρήση υποδομών σε βρετανικά στρατιωτικά αεροδρόμια.
Επιπλέον, η ικανότητα του Λευκού Οίκου να παρακολουθεί και να αντιμετωπίζει απειλές στην Αρκτική προϋποθέτει τη συνεργασία με τη Γροιλανδία, την Ισλανδία, το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Νορβηγία, καθώς και με άλλους συμμάχους του ΝΑΤΟ. Ωστόσο, ο Economist σημειώνει ότι μια πλήρης αντιπαράθεση παραμένει δύσκολη, καθώς η ΕΕ θα έπρεπε να αυξήσει απότομα τις στρατιωτικές της δαπάνες λόγω της εξάρτησής της από τα αμερικανικά στρατεύματα, ενώ ένας εμπορικός πόλεμος θα επιβάρυνε σημαντικά τους ευρωπαϊκούς προϋπολογισμούς.
Το τελεσίγραφο των δασμών και ο «Χρυσός Θόλος»
Στις 17 Ιανουαρίου, ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε μέσω του Truth Social την επιβολή δασμών 10% σε οκτώ χώρες (Δανία, Νορβηγία, Σουηδία, Γαλλία, Γερμανία, Ηνωμένο Βασίλειο, Φινλανδία και Ολλανδία), οι οποίοι θα παραμείνουν σε ισχύ μέχρι να συμφωνηθεί η «πλήρης και οριστική απόκτηση της Γροιλανδίας» από τις ΗΠΑ.
Η απόφαση αυτή τίθεται σε ισχύ την 1η Φεβρουαρίου 2026, ενώ ο Τραμπ προειδοποίησε ότι από την 1η Ιουνίου ο συντελεστής θα εκτιναχθεί στο 25%. Παράλληλα, επέκρινε την πρόθεση της Ευρώπης να στείλει στρατιωτικές δυνάμεις στη Γροιλανδία, κάνοντας λόγο για ένα «πολύ επικίνδυνο παιχνίδι». Ο ίδιος υποστηρίζει ότι ο έλεγχος της Γροιλανδίας είναι επιβεβλημένος για την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ και την ανάπτυξη του αμερικανικού συστήματος αντιπυραυλικής άμυνας «Golden Dome»
Η Γερμανία, ο οικονομικός «πνεύμονας» της Ευρώπης, δεν έμεινε σιωπηλή μπροστά στο τελεσίγραφο του Αμερικανού προέδρου. Οι αντιδράσεις από την κυβέρνηση και τη βιομηχανία δείχνουν ότι το χάσμα μεταξύ Ουάσιγκτον και Βερολίνου είναι πλέον αγεφύρωτο
Η γερμανική επιχειρηματική κοινότητα αντέδρασε με πρωτοφανή οργή. Ο Μπέρτραμ Κάουλατ, πρόεδρος της ένωσης μηχανολόγων (VDMA), χαρακτήρισε τις απαιτήσεις του Τραμπ για τη Γροιλανδία «παράλογες» (ludicrous). Προειδοποίησε μάλιστα την ΕΕ: «Αν υποκύψουμε τώρα, απλώς θα ενθαρρύνουμε τον Τραμπ να ζητήσει το επόμενο τρελό πράγμα». Η γερμανική βιομηχανία καλεί σε ένα ενιαίο, αλύγιστο ευρωπαϊκό μέτωπο, αρνούμενη να γίνει όμηρος των δασμών.
Στο Βερολίνο, η συζήτηση για τις αμερικανικές βάσεις, όπως το Ράμσταϊν, έχει πάρει δραματική τροπή. Ενώ ο Economist "έριξε την ιδέα" της απομάκρυνσής τους ως μοχλό πίεσης, η γερμανική κυβέρνηση μέσω του εκπροσώπου της, Στέφαν Κορνέλιους, δήλωσε επίσημα ότι «έλαβε γνώση» των απειλών και συντονίζεται με τους εταίρους της.
Δημοσκοπήσεις στη Γερμανία δείχνουν ότι το 47% των πολιτών τάσσεται ήδη υπέρ ενός μποϊκοτάζ του Μουντιάλ στις ΗΠΑ, εάν ο Τραμπ συνεχίσει να απειλεί με προσάρτηση της Γροιλανδίας. Ο κόσμος στη Γερμανία νιώθει ότι η πολιτική του κατευνασμού απέτυχε και ζητά σκληρή στάση.