Καταδικαστικοί για την προκαταρκτική έρευνα σε βάρος του επικεφαλής της Fed, Τζερόμ Πάουελ, είναι τρεις πρώην πρόεδροι της ομοσπονδιακής τράπεζας των ΗΠΑ, καθώς και άλλοι πρώην σύμβουλοι χάραξης της οικονομικής πολιτικής της ομοσπονδιακής κυβέρνησης.
Συγκρίνουν μάλιστα την έρευνα με τις παρεμβάσεις στην ανεξαρτησία κεντρικών τραπεζών που παρατηρούνται συχνότερα σε αναδυόμενες οικονομίες με «αδύναμους θεσμούς», όπως λένε.
«Η αναφερόμενη ποινική έρευνα σε βάρος του προέδρου της ομοσπονδιακής τράπεζας Τζερόμ Πάουελ είναι μια άνευ προηγουμένου προσπάθεια να χρησιμοποιηθούν εισαγγελικές επιθέσεις για να υπονομευθεί η ανεξαρτησία» της, υπογραμμίζεται στην ανακοίνωση που υπογράφουν οι πρώην επικεφαλής του θεσμού, Τζάνετ Γέλεν, Μπεν Μπερνάνκι και Άλαν Γκρίνσπαν.
«Με αυτόν τον τρόπο χαράσσεται η νομισματική πολιτική σε αναδυόμενες αγορές με αδύναμους θεσμούς, με πολύ αρνητικές συνέπειες για τον πληθωρισμό και τη λειτουργία των οικονομικών τους γενικότερα. Δεν έχει καμία θέση στις Ηνωμένες Πολιτείες, η μεγαλύτερη δύναμη των οποίων είναι το κράτος δικαίου, που αποτελεί το θεμέλιο της οικονομικής επιτυχίας μας», πρόσθεσαν.
Παρόμοιες δηλώσεις έχουν κάνει άλλοι 10 πρώην κορυφαίοι οικονομολόγοι, τους οποίους είχαν διορίσει σε διάφορες θέσεις-κλειδιά Δημοκρατικοί και Ρεπουμπλικανοί πρώην πρόεδροι.
Παρέμβαση από Ρεπουμπλικανούς
Εν τω μεταξύ, η Ρεπουμπλικανή γερουσιάστρια Λίζα Μαρκόφσκι ανακοίνωσε ότι στηρίζει το σχέδιο του Τομ Τίλις, του επίσης Ρεπουμπλικάνου μέλους της Επιτροπής Τραπεζών, ο οποίος σκοπεύει να «μπλοκάρει» τους υποψηφίους που θα προτείνει ο Ντόναλντ Τραμπ για την προεδρία της ομοσπονδιακής τράπεζας.
«Το διακύβευμα είναι πολύ υψηλό για να κάνουμε τα στραβά μάτια: αν η ομοσπονδιακή τράπεζα χάσει την ανεξαρτησία της, η σταθερότητα των αγορών μας και η οικονομία γενικότερα θα υποφέρουν» ανέφερε σε ανάρτησή της στην πλατφόρμα Χ.
Ο επίσης Ρεπουμπλικάνος Κέβιν Κρέιμερ, εκ των επικριτών του Πάουελ, είπε ότι ο επικεφαλής της Fed «δεν είναι εγκληματίας» και ζήτησε να ολοκληρωθεί γρήγορα η ομοσπονδιακή έρευνα, ώστε «να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη» στον θεσμό.
Η Μαρκόφσκι, που εκλέγεται στην Αλάσκα, είναι μία από τους λιγοστούς Ρεπουμπλικάνους γερουσιαστές που εμφανίζονται πρόθυμοι να μην ικανοποιούν όλες τις επιθυμίες του προέδρου Τραμπ στη Γερουσία, όπου το κόμμα διαθέτει πλειοψηφία 53 εδρών, έναντι 47 για τους Δημοκρατικούς. Η γερουσιάστρια είπε ότι μίλησε νωρίτερα με τον Πάουελ, αφού ο τελευταίος αποκάλυψε την Κυριακή ότι η Fed ερευνάται από το υπουργείο Δικαιοσύνης.
Η Μαρκόφσκι χαρακτήρισε «απόπειρα εξαναγκασμού» την έρευνα του υπουργείου. Είπε επίσης ότι το Κογκρέσο θα πρέπει να ρωτήσει το υπουργείο εάν πιστεύει ότι δικαιολογείται η προκαταρκτική έρευνα σε βάρος της Fed λόγω της υπέρβασης του κόστους μιας ανακαίνισης, κάτι που είπε ότι «δεν είναι ασυνήθιστο».
Η Επιτροπή Τραπεζών της Γερουσίας έχει το δικαίωμα να ασκεί βέτο στους υποψηφίους που θα προτείνει ο πρόεδρος για την ηγεσία της Fed. Ο Τίλις δήλωσε νωρίτερα ότι θα αντιταχθεί σε όλους τους υποψηφίους του Τραμπ «μέχρι να επιλυθεί πλήρως αυτό το νομικό ζήτημα», καθώς κρίνει ότι η μια ενδεχόμενη δίωξη θέτει σε αμφισβήτηση «την ανεξαρτησία και την αξιοπιστία» του υπουργείου Δικαιοσύνης.
Η έρευνα κατά του Πάουελ
Την Κυριακή ο Πάουελ έκανε μια έκτακτη ανακοίνωση, με βιντεοσκοπημένο μήνυμά του, αναφέροντας ότι το υπουργείο Δικαιοσύνης του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ διεξάγει ποινική έρευνα σχετική με τις δηλώσεις τις οποίες έκανε ο ίδιος το περασμένο καλοκαίρι στο Κογκρέσο και αφορούσαν τη συνεχιζόμενη ανακαίνιση του κτιρίου της Fed στην Ουάσινγκτον.
Η Fed ειδοποιήθηκε από το υπουργείο Δικαιοσύνης ότι μπορεί να απαγγελθούν ποινικές κατηγορίες για την υπόθεση, υποστηρίζοντας ότι η έρευνα εντάσσεται στις πιέσεις που ασκεί ο Τραμπ στον θεσμό για να τον κάνει να μειώσει περισσότερο τα επιτόκιά του, την ώρα που ο πληθωρισμός εξακολουθεί να παραμένει πάνω από το στόχο του 2%.
Ο Αμερικανός πρόεδρος κατηγόρησε τη Fed ότι δεν σεβάσθηκε τον προϋπολογισμό που είχε προβλεφθεί για την ανακαίνιση της έδρας της στην Ουάσινγκτον, εκτιμώντας ότι μπορεί να υπάρχουν εκεί υποθέσεις απάτης, και αναφέροντας ένα συνολικό κόστος 3,1 δισεκατομμυρίων δολαρίων, έναντι των 2,7 δισεκατομμυρίων που προβλέπονταν αρχικά, έναν αριθμό που ο Τζερόμ Πάουελ διαψεύδει.