Κόσμος

ΗΠΑ: Ο βίος και η πολιτεία μιας διάσημης κλέφτρας κοσμημάτων

Στις 13 Δεκεμβρίου του 2016 μια 86χρονη γυναίκα μεταφέρθηκε σε ένα αστυνομικό τμήμα για κλοπή τροφίμων από ένα σούπερ μάρκετ Walmart.

Όταν οι αστυνομικοί ρώτησαν το όνομά της, δεν μπορούσαν να πιστέψουν στα αυτιά τους: ήταν η Ντόρις Πέινη πιο διάσημη κλέφτρα κοσμημάτων στην ιστορία των ΗΠΑ.

Ας δούμε την ιστορία της ζωής της.

Η πρώτη κλοπή που έγινε... συνήθεια

Η Ντόρις Πέιν γεννήθηκε στις 10 Οκτωβρίου του 1930 στο μικρό χωριό Σλεμπ Φορκ δίπλα σε ένα ορυχείο. Φαινόταν να είναι ένα χαμένο μέρος, όμως εκεί γεννήθηκαν ο τραγουδιστής της σόουλ μουσικής Μπιλ Γουίδερς και ο θρύλος του μπέιζμπολ της δεκαετίας του 1960 Ερλ Φράνσις.

Η Ντόρις πέρασε την παιδική της ηλικία σε άθλιες συνθήκες: ένα σπιτάκι με ένα δωμάτιο από κόντρα πλακέ δεν μπορούσε να προστατέψει από το κρύο και τις βροχές μια οικογένεια με πέντε παιδιά.

Ο πατέρας της, ένας αγράμματος Αφροαμερικανός με καταστροφικό εθισμό στο αλκοόλ, δούλευε μέρα νύχτα μόνο για φαγητό και φθηνό ουίσκι, και τα Σαββατοκύριακα έδερνε τη σύζυγό του, μια όμορφη Ινδιάνα από τη φυλή Τσερόκι.

Η κατάσταση της Παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης στην οποία βρισκόταν η χώρα εκείνα τα χρόνια εμπόδισε την κοπέλα να ξεφύγει από αυτήν την κόλαση.

Τότε στις ΗΠΑ παντού υπήρχαν προβλήματα. Η Ντόρις όμως από πολύ μικρή ηλικία είχε όνειρο να το σκάσει μαζί με τη μητέρα και τα αδέλφια της.

Τα χρόνια περνούσαν. Το κορίτσι μεγάλωσε και έγινε μια όμορφη μιγάδα με μακριά πόδια, λεπτή σιλουέτα, εκφραστικά μάτια σε σχήμα αμυγδάλου και δέρμα στο χρώμα του καφέ με γάλα. Η αγαπημένη διασκέδαση της Ντόρις ήταν ο κινηματογράφος.

Η μητέρα της την άφηνε να βλέπει ταινίες επειδή ήταν καλή μαθήτρια στο σχολείο. Στην ηλικία των 16 ετών το κορίτσι ήταν σίγουρο ότι ήθελε να γίνει αστέρι του Χόλιγουντ, περισσότερο λόγω των όμορφων διαμαντένιων κοσμημάτων που φορούσαν οι ηθοποιοί.

Η Ντόρις ήταν πανευτυχής όταν η μητέρα της τής έδωσε κάποια χρήματα μετά την επιτυχή αποφοίτησή της από το γυμνάσιο και της επέτρεψε να επιλέξει ένα δώρο για τον εαυτό της.

Φυσικά, το κορίτσι αμέσως έτρεξε στο χρυσοχοείο για να αγοράσει ένα επιχρυσωμένο ρολόι. Κατά τη διάρκεια της δοκιμής, μπήκε στο κατάστημα ένας λευκός πελάτης.

Ο πωλητής και η κοπέλα φοβήθηκαν επειδή σύμφωνα με την «νομοθεσία του Τζιμ Κρόου» περί των φυλετικών διακρίσεων στην Αμερική, δεν επιτρεπόταν στους μαύρους να αγοράζουν πράγματα στα ίδια καταστήματα όπως οι άλλοι Αμερικανοί.

Τρομαγμένο το κορίτσι βγήκε τρέχοντας από το κατάστημα, ξεχνώντας να βγάλει το ρολόι από το χέρι της. Αυτή ήταν η πρώτη της κλοπή.

Ύστερα από αυτήν, η Πέιν συνειδητοποίησε ότι μόνο κλέβοντας θα μπορούσε να κερδίσει για την ίδια και για τη μητέρα της μια καλύτερη ζωή.

Τα επόμενα χρόνια η Πέιν έκανε «εξάσκηση»: έπαιρνε το λεωφορείο για το Κλίβελαντ όπου έκλεβε ρούχα και κοσμήματα από φθηνά σούπερ μάρκετ.

Τα κλεμμένα αντικείμενα τα πουλούσε πολύ φθηνά στις φίλες τις. Τα χρήματα που έβγαζε όμως ήταν αρκετά για τη μετακόμιση στο Πίτσμπουργκ.

Εκεί, η Ντόρις βρήκε μια δουλειά ως βραδινή νοσοκόμα σε ένα νοσοκομείο, ενώ ταυτόχρονα αποφάσισε να αλλάξει ειδίκευση και να κλέβει κοσμήματα.

Το «επάγγελμα» που την έκανε να ζει πλουσιοπάροχα

Ήταν το 1952. Μια κομψή γυναίκα μπήκε σε ένα μοντέρνο χρυσοχοείο. Μέσα σε ένα λεπτό, όλοι οι πωλητές έμαθαν ότι ήταν η αρραβωνιαστικιά ενός γνωστού δικηγόρου της πολιτείας και ήθελε να επιλέξει τις βέρες για τον γάμο τους.

Η κοπέλα, κατά τη διάρκεια της δοκιμής, κάποια στιγμή κατάφερε να αποσπάσει την προσοχή του πωλητή και να κρύψει επιδέξια ένα διαμαντένιο δαχτυλίδι αξίας 20.000 δολαρίων στη φούστα της.

Στη συνέχεια ανακοίνωσε ότι θα σκεφτόταν αν θα έκανε κάποια αγορά μέχρι το βράδυ και έφυγε ήρεμα από το κατάστημα. Την επόμενη μέρα, το πούλησε σε ένα ενεχυροδανειστήριο για 7.000 δολάρια (σήμερα το ποσό προσαρμοσμένο με τον πληθωρισμό θα ήταν 65.000 δολάρια).

Με τη βοήθεια ενός απλού αλλά λειτουργικού σχεδίου, μέσα σε έναν χρόνο, η Ντόρις κατάφερε να μαζέψει χρήματα για να αγοράσει ένα σπίτι στα προάστια όπου μετακόμισε με τη μητέρα της.

Η κλέφτρα ζούσε άνετα: φορούσε φορέματα υψηλής ραπτικής, είχε ένα αυτοκίνητο με προσωπικό οδηγό, πήγαινε τακτικά για διακοπές στο Μαϊάμι και την Κούβα.

Ήταν σαφές ότι τέτοιες πολυτέλειες δεν δικαιολογούνταν με τον μισθό μιας νοσοκόμας, οπότε η Ντόρις έφυγε από το νοσοκομείο και εξήγησε στη μητέρα της ότι είχε πλούσιους εραστές. Παρεμπιπτόντως, είχε και τέτοιους.

Με τον έναν από αυτούς η κλέφτρα είχε συνεργαστεί κιόλας. Το όνομά του ήταν Χάρολντ Μπρόνφελντ, ήταν Εβραίος τοκογλύφος και είχε γνωστούς τόσο μεταξύ των υπαλλήλων των δικαστηρίων όσο και στον κόσμο των γκάνγκστερ.

Ο Χάρολντ πρότεινε στην ερωμένη του να επεκτείνει γεωγραφικά την εγκληματική της δράση και χρηματοδοτούσε τα ταξίδια της σε όλη τη Βόρεια Αμερική, από τη Νέα Υόρκη στο Λος Άντζελες.

Τη βοηθούσε επίσης να πουλάει τα κλεμμένα κοσμήματα. Μια φορά ο Χάρολντ έσωσε την αγαπημένη του από τη φυλακή. Το 1957 η Ντόρις πιάστηκε στα πράσα στη Φιλαδέλφεια, αλλά οι δικηγόροι τους οποίους έστειλε ο Χάρολντ για να τη βοηθήσουν κατάφεραν να κλείσουν την υπόθεση.

Παρά τα πολλά χρόνια της καλής συνεργασίας και έχοντας αποκτήσει δύο παιδιά, δεν παντρεύτηκαν ποτέ και χώρισαν στα τέλη της δεκαετίας του 1960.

Η Ντόρις επέμεινε ότι τα παιδιά πρέπει να ζουν με τον πατέρα τους ενώ η ίδια πήγε να κατακτήσει την Ευρώπη. Ήταν ήδη αρκετά επικίνδυνο να ασχοληθεί με τις κλοπές στις ΗΠΑ, αλλά δεν μπορούσε πια να σταματήσει.

«Τακτικά έστελνα στην οικογένειά μου επιταγές που τους εξασφάλιζαν μια άνετη ζωή. Είχα στην ιδιοκτησία μου τέσσερα σπίτια, μεταξύ των οποίων ήταν μια έπαυλη από τούβλα που είχα ονειρευτεί από την παιδική μου ηλικία. Δεν ήμουν όμως για τη μητρότητα και την καθημερινή ρουτίνα! Η γυναίκα που κλέβει κοσμήματα σε όλο τον κόσμο δεν μπορεί να σπαταλάει πολύ χρόνο σε ένα μέρος» δήλωσε αργότερα η Πέιν σε δημοσιογράφους.

Η επιδρομή στο Παρίσι και το λάθος της

Αρχικά η Ντόρις ταξίδευε στην Ιταλία, την Αυστρία και την Ελβετία. Ήταν προετοιμασμένη καλά: επισκεπτόταν κάθε χώρα χρησιμοποιώντας ένα νέο όνομα και πλαστά έγγραφα. Συνολικά, κατά τη διάρκεια της ζωής της είχε χρησιμοποιήσει τουλάχιστον 32 ψευδώνυμα και 9 διαβατήρια.

Το 1974 η κλέφτρα μετακόμισε στο Παρίσι όπου έζησε για μερικούς μήνες σαν αριστοκράτισσα.

Νοίκιασε ένα άνετο διαμέρισμα στα Ηλύσια Πεδία και ξόδεψε μια ολόκληρη περιουσία στις ιπποδρομίες. Μετά την ξεκούραση, η Ντόρις όπως και ο ήρωας της αγαπημένης της ταινίας του Άλφρεντ Χίτσκοκ «Το Κυνήγι του Κλέφτη», πήγε στο Μόντε Κάρλο, όπου βρισκόταν η μπουτίκ της Cartier.

Η Πέιν μπήκε στο κοσμηματοπωλείο, και προσποιούμενη τη σύζυγο ενός ιδιοκτήτη ναυπηγείου, χρησιμοποίησε το συνηθισμένο της σχέδιο για να κλέψει ένα δαχτυλίδι με διαμάντια δέκα καρατιών αξίας μισού εκατομμυρίου δολαρίων.

Ύστερα προσπάθησε να φτάσει γρήγορα στο αεροδρόμιο, αλλά επειδή βιαζόταν πολύ, ξέχασε να αλλάξει τα ρούχα της και έτσι οι αστυνομικοί τη βρήκαν και την έθεσαν υπό κράτηση. Το παράξενο ήταν ότι παρά τις πολλές διεξοδικές έρευνες, η αστυνομία δεν μπόρεσε να βρει το δαχτυλίδι!

 

«Στο αεροδρόμιο έβγαλα την πέτρα από το μέταλλο και όταν με πιάσανε, προσποιήθηκα ότι έχω συνάχι και έκρυψα την πέτρα μέσα σε χαρτομάντιλα. Στη συνέχεια, αφού ζήτησα να πάω στην τουαλέτα, με τη βοήθεια μιας βελόνας και νήματος που έκλεψα από τον φύλακα, έραψα το διαμάντι στο στρίφωμα της φούστας μου. Η κατάσταση ήταν αδιέξοδο! Οι αστυνομικοί δεν έβρισκαν το δαχτυλίδι πάνω μου και θύμωσαν που δεν μπόρεσαν να με συλλάβουν επίσημα για έγκλημα, επειδή δεν κατάφεραν να αποδείξουν την ενοχή μου» έγραψε αργότερα η Ντόρις Πέιν.

Τελικά η Ντόρις τέθηκε υπό κατ' οίκον περιορισμό στο ξενοδοχείο του αεροδρομίου. Ήταν όμως καλή ηθοποιός, όποτε ύστερα από μία ψεύτικη κρίση άσθματος, κατάφερε να αναγκάσει τους αστυνομικούς να την πάνε στο νοσοκομείο, από όπου δραπέτευσε πηδώντας έξω από το παράθυρο της τουαλέτας.

Κάνοντας οτοστόπ, έφτασε στο Παρίσι και γύρισε στην πατρίδα της στο Κλίβελαντ. Φυσικά με το διαμάντι. Το πούλησε έναντι 148.000 δολαρίων και με αυτά τα χρήματα ζούσε ήσυχα για μερικά χρόνια.

Ωστόσο, το πάθος για τις κλοπές δεν εξαφανίστηκε και την παραμονή των 50ών γενεθλίων της, η Ντόρις πήγε και πάλι στην Ευρώπη. Μέσα σε μια εβδομάδα, επισκέφτηκε τέσσερις πόλεις -τη Ρώμη, το Μιλάνο, τη Γενεύη και τη Ζυρίχη- και έκλεψε κοσμήματα αξίας σχεδόν ενός εκατομμυρίου δολαρίων, μεταξύ των οποίων ήταν ένα μενταγιόν και ένα δαχτυλίδι Bvlgari, ένα ρολόι Van Cleef και μια σειρά από πολύτιμους λίθους από την Garrard & Co.

Δυστυχώς η κλέφτρα απέκτησε τεράστια αυτοπεποίθηση μιας και η τύχη ήταν πάντα με το μέρος της και έσπασε τον πιο σημαντικό κανόνα της: να μην πίνει αλκοόλ κατά τις κλοπές.

Ως αποτέλεσμα, η αστυνομία της Ζυρίχης τη συνέλαβε επειδή έκλεψε ένα ρολόι Rolex. Έβαλαν την Ντόρις έβαλαν σε ένα τρένο με προορισμό τη Γενεύη, όπου βρισκόταν η πρεσβεία των ΗΠΑ.

Στον δρόμο, η κλέφτρα ζήτησε να πάει στην τουαλέτα και πήδηξε έξω από το παράθυρο από το κινούμενο με μεγάλη ταχύτητα τρένο. Έσπασε το πόδι της και σερνόταν στα χωράφια για μερικές ώρες μέχρι που συνάντησε κάποιους αγρότες έτοιμους να την πάνε πίσω στη Ζυρίχη. Στη συνέχεια η Πέιν έφυγε από την Ευρώπη για πάντα.

Ανάθεμα στη φτώχεια και τα γεράματα

Για τα επόμενα 20 χρόνια, η «διαμαντένια Ντόρις» έμενε ήσυχα στις ΗΠΑ και σπάνια έφευγε από τη χώρα. Τουλάχιστον κανείς δεν είχε ακούσει για μεγάλες ληστείες με τη συμμετοχή μιας ηλικιωμένης μαύρης γυναίκας.

Ωστόσο, το 1999, η 70χρονη Ντόρις καταδικάστηκε για πρώτη φορά σε ποινή φυλάκισης 12 χρόνων για την κλοπή ενός δακτυλιδιού. Λόγω της ηλικίας της, πέρασε στη φυλακή μόνο πέντε χρόνια και μετά την απελευθέρωσή της δήλωσε σε δημοσιογράφους ότι είχε τελειώσει με τις κλοπές.

Το 2011 βρέθηκε όμως ξανά στη φυλακή, και πάλι για πέντε χρόνια. Το 2013 η Ντόρις βγήκε χάρη στην καλή της συμπεριφορά και ανακάλυψε ότι είχε μείνει εντελώς φτωχή. Λόγω των προβλημάτων με τον νόμο, της πήραν και την έπαυλη των ονείρων της.

Η ηλικιωμένη γυναίκα δεν είχε πια ούτε χρήματα στους λογαριασμούς ούτε κοσμήματα στα χρηματοκιβώτια. Είχε ξοδέψει αρκετά χρήματα στη θεραπεία και την αποκατάσταση του γιου της που είχε προβλήματα με τα ναρκωτικά και σε δωρεές στο ογκολογικό νοσοκομείο, στο οποίο προσπάθησαν να σώσουν τη μητέρα της.

Μιας και ήταν άφραγκη, συμφώνησε να γυριστεί ένα ντοκιμαντέρ για εκείνη, και κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων είπε τη διάσημη φράση της: «Δεν λυπάμαι που έκλεβα κοσμήματα. Λυπάμαι που με έπιασαν». Με την αμοιβή από το ντοκιμαντέρ η ηλικιωμένη γυναίκα μετακόμισε στην Ατλάντα και ενοικίασε ένα απλό διαμέρισμα.

Στην Ατλάντα στις 13 Δεκεμβρίου του 2016 διέπραξε την τελευταία της κλοπή. Ήταν τρόφιμα αξίας 86 δολαρίων από το σούπερ μάρκετ Walmart.

Η αστυνομία τη βρήκε πολύ εύκολα: η κλέφτρα ήταν υπό κατ' οίκον περιορισμό επειδή είχε κλέψει ένα ζευγάρι χρυσά σκουλαρίκια έναν χρόνο νωρίτερα, οπότε στο πόδι της φορούσε ένα βραχιόλι παρατήρησης που κατέγραφε όλες τις κινήσεις της.

Κατά τη διάρκεια του δικαστηρίου, η Ντόρις ορκίστηκε ότι δεν θα κλέψει ξανά. Μόνο αυτό την έσωσε από άλλη ποινή φυλάκισης.

Σήμερα η Ντόρις είναι 90 ετών. Συνολικά κατά τη διάρκεια της ζωής της, έχει κλέψει κοσμήματα αξίας άνω των δέκα εκατομμυρίων δολαρίων.

«Υπόσχομαι ότι δεν θα ξανακλέψω» δήλωσε η Ντόρις στη συνέντευξή της στο τηλεοπτικό κανάλι FOX.

«Τον υπόλοιπο χρόνο της ζωής μου θέλω να τον αφιερώσω στη συγγραφή της αυτοβιογραφίας μου. Πρόσφατα μου πρότειναν να γυρίσουν μια ταινία για τη ζωή μου. Αν συμβεί αυτό, ονειρεύομαι να δωρίσω όλα τα χρήματα που θα πάρω σε ένα φιλανθρωπικό ίδρυμα που προσφέρει βοήθεια σε εγκαταλελειμμένα παιδιά».

Ακολουθήστε το Πενταπόσταγμα στο Google news

ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ