Απάντηση στις αναφορές και τις δημόσιες τοποθετήσεις που αφορούν την αναστολή λειτουργίας μειονοτικών σχολείωνστη Θράκη δίνει η Περιφερειακή Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, υποστηρίζοντας ότι οι σχετικές αποφάσεις λαμβάνονται με αποκλειστικό γνώμονα τα αντικειμενικά εκπαιδευτικά και δημογραφικά δεδομένα και όχι με κριτήρια που συνιστούν διάκριση εις βάρος της μειονοτικής εκπαίδευσης.
Η ανακοίνωση της Περιφερειακής Διεύθυνσης Εκπαίδευσης εκδόθηκε στον απόηχο των αντιδράσεων που προκλήθηκαν από την αναστολή λειτουργίας ορισμένων μειονοτικών σχολείων στη Θράκη, αλλά και της σχετικής ανακοίνωσης του τουρκικού Υπουργείου Εξωτερικών, το οποίο εξέφρασε αιτιάσεις για το ζήτημα. Η ελληνική πλευρά απαντά παραθέτοντας αριθμητικά στοιχεία και το ισχύον θεσμικό πλαίσιο και επιχειρώντας να αποσαφηνίσει το θεσμικό πλαίσιο που διέπει τη λειτουργία τους.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζονται, τα μειονοτικά σχολεία που ανέστειλαν τη λειτουργία τους είναι σημαντικά λιγότερα από τα αντίστοιχα δημόσια σχολεία.
Συγκεκριμένα:
Στον νομό Έβρου ανεστάλη η λειτουργία ενός (1) μειονοτικού σχολείου έναντι δέκα (10) δημόσιων.
Στον νομό Ροδόπης πέντε (5) μειονοτικών έναντι έντεκα (11) δημόσιων.
Στον νομό Ξάνθης δύο (2) μειονοτικών έναντι δέκα (10) δημόσιων.
Σε επίπεδο Περιφερειακής Διεύθυνσης Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, η αναστολή αφορά συνολικά οκτώ (8) μειονοτικά σχολεία έναντι τριάντα εννέα (39) δημόσιων.
Όπως επισημαίνεται, η σύγκριση αυτή καταδεικνύει ότι δεν υπάρχει καμία στοχοποίηση των μειονοτικών σχολείων. Αντιθέτως, ακολουθούν την ίδια τάση που παρατηρείται σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια, όπου ο αριθμός των μαθητών μειώνεται εξαιτίας της υπογεννητικότητας και της γήρανσης του πληθυσμού. Το δημογραφικό πρόβλημα, το οποίο επηρεάζει συνολικά την Ελλάδα αλλά και πολλές ευρωπαϊκές χώρες, έχει ως αποτέλεσμα την αναδιάρθρωση του σχολικού χάρτη, ιδιαίτερα στις αγροτικές και ορεινές περιοχές.
Η Περιφερειακή Διεύθυνση υπογραμμίζει ακόμη ότι οι γονείς των μαθητών της μειονότητας έχουν την ελεύθερη επιλογή της σχολικής μονάδας στην οποία θα φοιτήσουν τα παιδιά τους. Η δυνατότητα αυτή, σε συνδυασμό με τις δημογραφικές εξελίξεις, έχει οδηγήσει αρκετές οικογένειες στην επιλογή μεγαλύτερων σχολικών μονάδων, οι οποίες προσφέρουν περισσότερες εκπαιδευτικές δυνατότητες.
Όπως αναφέρεται στην ανακοίνωση, ο σχολικός χάρτης μεταβάλλεται ακολουθώντας τη νέα τάση φοίτησης σε πολυθέσια και πολυδύναμα σχολεία, όπου οι μαθητές έχουν τη δυνατότητα πλήρους αξιοποίησης των σύγχρονων προγραμμάτων σπουδών, μεγαλύτερης κοινωνικοποίησης, ανάπτυξης της ομαδοσυνεργατικής μάθησης, πρόσβασης σε εξειδικευμένους εκπαιδευτικούς φορείς, καθώς και φοίτησης σε ειδικά ή διαπολιτισμικά σχολεία όπου αυτό απαιτείται.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στο ειδικό καθεστώς λειτουργίας των μειονοτικών σχολείων της Θράκης, τα οποία λειτουργούν βάσει των προβλέψεων της Συνθήκης της Λωζάνης και εφαρμόζουν δίγλωσσο πρόγραμμα εκπαίδευσης. Η Περιφερειακή Διεύθυνση υποστηρίζει ότι, στην πράξη, τα σχολεία αυτά απολαμβάνουν ευνοϊκότερης μεταχείρισης σε σχέση με τα δημόσια δημοτικά σχολεία.
Ειδικότερα, σημειώνεται ότι το ελάχιστο όριο μαθητών για την αναστολή λειτουργίας ενός δημόσιου δημοτικού σχολείου είναι οι δεκαπέντε (15) μαθητές, ενώ για τα μειονοτικά δημοτικά μόλις εννέα (9). Επιπλέον, στα μειονοτικά σχολεία αντιστοιχούν δύο εκπαιδευτικοί για εννέα μαθητές, ενώ στα δημόσια σχολεία η αντίστοιχη αναλογία είναι ένας εκπαιδευτικός για δεκαπέντε μαθητές.
Μάλιστα, επισημαίνεται ότι όλα τα μειονοτικά σχολεία που ανέστειλαν τη λειτουργία τους κατά το τρέχον σχολικό έτος ήταν διθέσια και λειτουργούσαν με αριθμό μαθητών μικρότερο από το ελάχιστο νόμιμο όριο.
Η ανακοίνωση αποδίδει τη μείωση τόσο των σχολικών μονάδων όσο και του αριθμού των μαθητών αποκλειστικά στο δημογραφικό πρόβλημα, υπογραμμίζοντας ότι το ίδιο φαινόμενο καταγράφεται σε ολόκληρη τη χώρα. Επισημαίνεται, ότι το δημογραφικό πρόβλημα αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα. Η συνεχής μείωση των γεννήσεων και η εσωτερική μετανάστευση προς τα μεγάλα αστικά κέντρα έχουν οδηγήσει τα τελευταία χρόνια σε αισθητή μείωση του μαθητικού πληθυσμού, ιδιαίτερα σε ορεινές, απομακρυσμένες και αγροτικές περιοχές. Ως αποτέλεσμα, κάθε χρόνο πραγματοποιούνται συγχωνεύσεις ή αναστολές λειτουργίας σχολικών μονάδων όταν δεν συμπληρώνεται ο ελάχιστος προβλεπόμενος αριθμός μαθητών.
Αντίθετα, στην ανακοίνωση γίνεται αναφορά στην περίπτωση του Ελληνισμού της Κωνσταντινούπολης, επισημαίνοντας ότι η σχεδόν πλήρης εξαφάνισή του δεν οφείλεται σε δημογραφικές εξελίξεις αλλά, όπως αναφέρεται, σε μεθοδευμένες κρατικές πολιτικές εκδιώξεων των προηγούμενων δεκαετιών.
Παράλληλα, η Περιφερειακή Διεύθυνση τονίζει ότι η Ελλάδα εφαρμόζει με συνέπεια τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη Συνθήκη της Λωζάνης του 1923 στον τομέα της εκπαίδευσης και στο ειδικό νομοθετικό πλαίσιο που διέπει τη μειονοτική εκπαίδευση στην Ελλάδα. Σημειώνει δε ότι η αναγνωρισμένη μειονότητα στη Θράκη είναι θρησκευτική και όχι εθνική. Στο πλαίσιο αυτό υποστηρίζει ότι το τουρκικό Υπουργείο Εξωτερικών δεν διαθέτει ούτε τυπική ούτε ουσιαστική αρμοδιότητα να τοποθετείται σχετικά με τη λειτουργία των μειονοτικών σχολείων στην Ελλάδα. Υπενθυμίζεται, ότι τα μειονοτικά δημοτικά σχολεία της Θράκης αποτελούν σχολικές μονάδες με ιδιαίτερο εκπαιδευτικό καθεστώς, στο οποίο εφαρμόζεται δίγλωσσο πρόγραμμα διδασκαλίας, στην ελληνική και την τουρκική γλώσσα.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στη χρηματοδότηση της μειονοτικής εκπαίδευσης από το ελληνικό κράτος. Σύμφωνα με την ανακοίνωση, η Ελλάδα καλύπτει πλήρως τη μισθοδοσία των εκπαιδευτικών τόσο του ελληνόγλωσσου όσο και του μειονοτικού προγράμματος, αναλαμβάνει όλα τα λειτουργικά έξοδα των σχολικών μονάδων, τη μεταφορά των μαθητών, τις αμοιβές του προσωπικού καθαριότητας, καθώς και τον ηλεκτρονικό και εποπτικό εξοπλισμό και τη συντήρηση των εγκαταστάσεων.
Αντίθετα, γίνεται αναφορά στις συνθήκες λειτουργίας των μειονοτικών σχολείων της Κωνσταντινούπολης και της Ίμβρου, όπου –σύμφωνα με την ανακοίνωση– το τουρκικό κράτος περιορίζεται στην παροχή αθλητικού υλικού, ενώ το σύνολο των υπόλοιπων λειτουργικών δαπανών καλύπτεται από την ίδια τη μειονότητα.
Ξεχωριστή αναφορά γίνεται και στην υπόθεση των εγγραφών στο 1ο Μειονοτικό Σχολείο Ξάνθης. Η Περιφερειακή Διεύθυνση αναφέρει ότι τα δικαιολογητικά πρώτης εγγραφής που κατατέθηκαν κρίθηκαν παράνομα έπειτα από έλεγχο των αρμόδιων υπηρεσιών, γεγονός που –όπως υποστηρίζεται– αναγνώρισαν και οι ίδιοι οι γονείς που τα είχαν υποβάλει.
Αντιθέτως, υπενθυμίζεται ότι το Μειονοτικό Σχολείο Κέχρου επαναλειτούργησε όταν συμπληρώθηκε ο απαιτούμενος αριθμός μαθητών μέσω αιτήσεων που κρίθηκαν νόμιμες μετά τον σχετικό έλεγχο. Παράλληλα γίνεται αναφορά στην υπόθεση του Μειονοτικού Σχολείου Παλαιού Ζυγού, το οποίο δεν επαναλειτούργησε, καθώς διαπιστώθηκε ότι τα δικαιολογητικά εγγραφής που είχαν κατατεθεί ήταν παράνομα.
Η Περιφερειακή Διεύθυνση χαρακτηρίζει απολύτως καταδικαστέα οποιαδήποτε προσπάθεια επαναλειτουργίας σχολείων μέσω ψευδών δικαιολογητικών, αλλά και κάθε μορφή εργαλειοποίησης μικρών παιδιών για την εξυπηρέτηση εξωθεσμικών σκοπιμοτήτων.
Σε κάθε περίπτωση, αξίζει να σημειωθεί, ότι η αναστολή λειτουργίας μιας σχολικής μονάδας δεν ισοδυναμεί με κατάργηση. Πρόκειται για διοικητική πράξη που εφαρμόζεται όταν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις λειτουργίας, κυρίως ως προς τον αριθμό των μαθητών. Εφόσον τα επόμενα χρόνια συμπληρωθεί ο απαιτούμενος αριθμός εγγραφών, η σχολική μονάδα μπορεί να επαναλειτουργήσει, όπως έχει συμβεί και σε προηγούμενες περιπτώσεις.