Κοινωνία

Μυστήριο στους Λογγάδες Ιωαννίνων: Εξαφάνιση 56χρονου με φόντο οικογενειακές εντάσεις

«Το σημείο που έχουμε επικεντρωθεί είναι εδώ στα Αμπέλια, όπου ο γείτονας υποστήριξε ότι τον είδε να περνάει την τελευταία Κυριακή», ανέφερε στην κάμερα της εκπομπής ο υπεύθυνος συντονισμού του ΟΦΚΑΘ Ιωαννίνων, Θανάσης Γώρος.

Ο γείτονας περιέγραψε στην εκπομπή «Τούνελ» τα όσα αντίκρισε εκείνη την ημέρα: «Καθόμουν στην αυλή το μεσημέρι και γύρω στις δύο με δύο και μισή, είδα πρώτα τον αδερφό του να περνάει από τα αμπέλια προς το σπίτι τους. Λίγο αργότερα είδα και τον Νίκο να πηγαίνει προς τα αμπέλια. Μου είπε καλησπέρα κανονικά και προχώρησε. Είχε μαζί του μία σακούλα αρκετά μεγάλη, δεν παρατήρησα τι είχε μέσα. Πιθανώς ήμουν ο τελευταίος που τον είδε και έδωσα κατάθεση στην Ασφάλεια. Η κάμερα εκείνες τις μέρες ήταν κολλημένη, αλλά η Ασφάλεια πήρε την κάρτα της».

Οι έρευνες επικεντρώθηκαν στο συγκεκριμένο αγροτεμάχιο, ωστόσο δεν προέκυψε κανένα στοιχείο που να οδηγεί στα ίχνη του πρώην συνοριοφύλακα. Όπως επισημάνθηκε, η μορφολογία της περιοχής —με δύσβατα σημεία, δεξαμενές και ποτάμι— καθιστά την αναζήτηση ιδιαίτερα απαιτητική.

Ο ξάδερφός του, που συμμετέχει ενεργά στις έρευνες, υπογράμμισε την ανάγκη για ενίσχυση των προσπαθειών: «Κανείς από το χωριό δεν συγκινείται να ψάξει. Εδώ λίγο πιο πάνω είχαν βρει και τον πατέρα του νεκρό μετά από περίπου δέκα μέρες αγνοούμενος. Θα πάμε να δούμε κι εκεί, αλλά το συγκεκριμένο σημείο το έχουμε ψάξει καλά».

Παράλληλα, στο προσκήνιο έρχονται πληροφορίες για συχνές εντάσεις μεταξύ του αγνοούμενου και του αδελφού του, με αιτία περιουσιακά ζητήματα και τη φροντίδα της μητέρας τους. Ερωτήματα προκαλεί και το γεγονός ότι φέρεται να είχε στην κατοχή του χρηματικό ποσό, το οποίο κάποιοι αποδίδουν σε κέρδη από τυχερό παιχνίδι.

«Κανείς δεν ενδιαφέρθηκε»

Το συνεργείο της εκπομπής βρέθηκε στο χωριό, συγκεντρώνοντας μαρτυρίες από συγγενείς και κατοίκους. Ο ξάδερφός του, Μιχάλης Κάκαβος, περιέγραψε με έντονη συναισθηματική φόρτιση την κατάσταση:

«Ήταν σαν να άνοιξε η γη και να τον κατάπιε. Από την στιγμή που χάθηκε, κανείς δεν ενδιαφέρθηκε. Κανείς δεν ξεσηκώθηκε να τον ψάξει. Εγώ πήγα στην Ασφάλεια, εγώ κάλεσα και την εθελοντική ομάδα για να βγούμε να τον αναζητήσουμε».

Ο ίδιος μίλησε για τη στενή σχέση που είχαν από μικροί:
«Ουσιαστικά μεγαλώσαμε μαζί. Για μένα ήταν σαν μεγάλος αδερφός. Από μικρός είχα πάθος με τις μηχανές όπως και εκείνος. Κάθε φορά που άκουγα μηχανή, έτρεχα και έλεγα ‘ήρθε ο Νίκος από την Αθήνα’. Έμενε χρόνια εκεί. Είχε τελειώσει τη Γυμναστική Ακαδημία. Παράλληλα, είχε δουλέψει ως συνοριοφύλακας και ήταν και διαιτητής. Δεν φοβόταν τη δουλειά, έκανε δύο και τρεις δουλειές μαζί. Ήταν υγιής, δεν έπαιρνε φάρμακα και δεν τον σταματούσε τίποτα. Ήταν τόσο δυναμικός άνθρωπος, που κάποιοι με έπαιρναν τηλέφωνο όταν χάθηκε και μου έλεγαν ότι μας κοροϊδεύει, ότι κρύβεται κάπου και γελάει μαζί μας».

«Η σχέση του με τον αδελφό του δεν ήταν καλή»

Όπως αναφέρει, ο Νίκος επέστρεψε στο χωριό μετά τον θάνατο του πατέρα τους, ο οποίος επίσης είχε δηλωθεί αγνοούμενος και εντοπίστηκε νεκρός έπειτα από ημέρες.

«Από τότε, η μητέρα του έγινε όλη του η ζωή. Την έπαιρνε παντού μαζί και την φρόντιζε. Όσο καιρό ήταν στο χωριό, δούλευε όπου μπορούσε. Καθάριζε χωράφια, επισκεύαζε τρακτέρ και μηχανήματα, έκανε τα πάντα. Η σχέση του με τον αδελφό του όμως, δεν ήταν καλή. Υπήρχαν συνεχείς εντάσεις για περιουσιακά ζητήματα. Φτάνανε συχνά μέχρι και στα αυτόφωρα».

Παράλληλα, σημειώνει ότι δεν είχε ουσιαστική στήριξη, ενώ είχε τραυματιστεί σοβαρά πριν από περίπου ενάμιση χρόνο:

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

«Κόντεψε να σκοτωθεί, αλλά κανείς δεν συγκινήθηκε να πάει να τον δει. Τότε, ο αδερφός του πήρε τη μητέρα τους και όταν εκείνος συνήλθε, δεν τον άφηνε να τη δει, παρότι το ήθελε πολύ. Τον τελευταίο χρόνο ερχόταν εδώ, γιατί δεν είχε αλλού να πάει. Από τη μέρα που χάθηκε, με παίρνουν τηλέφωνο και μου λένε διάφορα για εκείνον. Άλλοι πιστεύουν ότι έφυγε, άλλοι ότι κάτι συνέβη με τον αδερφό του, Ο καθένας λέει τα δικά του».

«Ας λέει ο καθένας ό,τι θέλει»

Το «Τούνελ» εντόπισε και τον αδελφό του αγνοούμενου, ο οποίος έχει βρεθεί στο επίκεντρο σεναρίων. Ο ίδιος απορρίπτει τις κατηγορίες:

«Ας λέει ο καθένας ό,τι θέλει. Εγώ ξέρω ότι πονάω. Είναι αδερφός μου. Τελευταία φορά τον είδα στο δικαστήριο. Ήταν μετανιωμένος για όλα όσα είχαν συμβεί και ήρθε να μου ζητήσει συγγνώμη. Εγώ όμως είχα ήδη απομακρυνθεί. Δεν μπορούσα να τον εμπιστευτώ ξανά. Τον λυπήθηκα, αλλά η συγχώρεση θέλει χρόνο. Τον τελευταίο χρόνο δεν μας ενόχλησε καθόλου — ήταν ένας άλλος άνθρωπος. Μάλιστα, του είχα πει ότι, αν θέλει, μπορεί να ανέβει στο σπίτι να δει τη μητέρα μας».

Όπως υποστηρίζει, οι διαφωνίες τους είχαν ως επίκεντρο τη μητέρα τους:

«Την είχε σε πολύ κακή κατάσταση και δεν μπορούσα να το αφήσω να συνεχιστεί. Κάποιοι λένε ότι το έκανα για να παίρνω τη σύνταξή της, αλλά για πέντε χρόνια που την είχα κοντά μου δεν πήρα ούτε ένα ευρώ. Έγινε δικαστήριο και πήραμε την επιμέλεια της μητέρας μου. Από εκείνη τη στιγμή άρχισαν όλα».

Εκφράζει, ωστόσο, την πεποίθηση ότι ο αδελφός του δεν θα έβλαπτε τον εαυτό του:

«Δεν ξέρω τι δουλειές έκανε και με ποιους συναναστρεφόταν. Ήταν καλοκάγαθος άνθρωπος, φιλότιμος. Είναι…».

Μαρτυρίες και ερωτήματα

Μαρτυρίες κατοίκων εντείνουν το μυστήριο. Μία γειτόνισσα σημείωσε:

«Του συμπαραστεκόμουν. Μετά το δικαστήριο ήταν πολύ στεναχωρημένος. Είχε έρθει και στο συνεργείο, αλλά δεν άντεχε — ήθελε να πάει να ξαπλώσει. Άρχισα να ανησυχώ μετά από λίγες ημέρες, όταν είδα ότι δεν άναβε ούτε τη σόμπα ούτε το φως στο σπίτι του. Σκέφτηκα πως κάτι είχε συμβεί και ζήτησα από τη συννυφάδα μου να ειδοποιήσει τη νύφη του και τον αδερφό του για να πάνε να δουν τι γίνεται. Πήγαν μετά από δύο – τρεις ημέρες στο σπίτι, αλλά δεν τον βρήκαν πουθενά. Το κρεβάτι ήταν στρωμένο, τα κλειδιά πάνω στην πόρτα και εκείνος άφαντος. Είναι πολύ περίεργο. Δεν γίνεται να άνοιξε η γη και να τον κατάπιε έτσι. Μακάρι να βρεθεί».

Φίλος του διευκρίνισε ότι η τελευταία τους επικοινωνία έγινε νωρίτερα από ό,τι αρχικά είχε ειπωθεί:

«Τελευταία φορά τον είδα στις 21 Φεβρουαρίου. Το τελευταίο διάστημα τον φιλοξενούσα και συνήθως τρώγαμε μαζί τα βράδια. Στις 16 Μαρτίου ήταν η τελευταία φορά που τον κάλεσα στο τηλέφωνο για να έρθει για φαγητό, αλλά δεν απαντούσε. Το τηλέφωνο χτυπούσε, όμως δεν το σήκωνε».

Άλλος συγχωριανός του τόνισε:

«Ο Νίκος ήταν από τα καλύτερα παιδιά του χωριού και νοιαζόταν για το κοινωνικό σύνολο. Είχε θέσει και υποψηφιότητα στην τοπική κοινωνία. Δεν πείραζε ποτέ κανέναν. Υπήρχαν βέβαια κάποιες οικογενειακές διαφορές με τον αδερφό του, όμως ο ίδιος ενδιαφερόταν για όλους — και τελικά κανείς για εκείνον. Είχε σπουδάσει στη Γυμναστική Ακαδημία, ήταν εργατικός και πολύ έξυπνος άνθρωπος. Όταν μάθαμε για την εξαφάνισή του, κινητοποιηθήκαμε όλοι για να δούμε τι έχει συμβεί, γιατί δεν είχε δείξει ποτέ τάσεις αυτοκτονίας ή κάτι παρόμοιο».

Ο θείος του πρόσθεσε:

«Ο Νίκος ήταν φιλότιμος άνθρωπος, χωρίς κακία. Είχε έρθει στο χωριό με κάποιες οικονομίες, αγόρασε ένα τρακτέρ και άλλο εξοπλισμό και έκανε δουλειές για τους κατοίκους. Ωστόσο, υπήρχαν διαφωνίες με τον αδερφό του για οικονομικά ζητήματα, όπως συντάξεις, και κάποιες φορές οι εντάσεις έφταναν μέχρι και σε χειροδικίες. Τις τελευταίες ημέρες δεχόμασταν συνεχώς τηλεφωνήματα — άλλος έλεγε ότι τον είδε, για παράδειγμα, σε σούπερ μάρκετ, άλλος στο πανεπιστήμιο να ζητά φαγητό. Κάθε φορά ενημερωνόταν η Αστυνομία, αλλά πως δεν επρόκειτο για εκείνον. Έρευνες έγιναν, όμως όχι όπως θα έπρεπε. Όλοι ανησυχούμε και ελπίζουμε να είναι καλά».

«Δεν θα έφευγε ποτέ έτσι»

Ο ξάδερφός του περιγράφει τη στιγμή που αντιλήφθηκαν ότι κάτι σοβαρό έχει συμβεί:

«Η θεία μου που μένει δίπλα στο σπίτι του, απόρησε… έκανε κρύο και για μέρες δεν είχε ανάψει τη σόμπα. Αναρωτήθηκε ‘πού είναι; Μήπως έπαθε κάτι;’».

«Τα κλειδιά ήταν στην πόρτα… όλα ανοιχτά. Το αυτοκίνητο εκεί, το μηχανάκι εκεί, τα ποδήλατά του στη θέση τους. Μπήκα μέσα, φώναξα… καμία απάντηση. Το κρεβάτι στρωμένο».

«Δεν θα έφευγε ποτέ έτσι. Είχε και το σκυλί και φοβόταν μην βγει έξω και χαθεί. Κλείδωνε πάντα. Δεν θα άφηνε ποτέ το σπίτι ανοιχτό ούτε θα έφευγε χωρίς το αυτοκίνητό του. Δεν ξέρω τι να υποθέσω, κάτι έχει συμβεί».

Όπως αναφέρει, όλα τα προσωπικά του αντικείμενα βρίσκονταν στο σπίτι:

«Βρήκαν 1.200 ευρώ μέσα στο σπίτι. Δεν είχε οικονομικό πρόβλημα. Πάντα είχε λεφτά πάνω του. Έλεγαν ότι είχε κερδίσει το Τζόκερ. Σε εμάς δεν είχε πει ποτέ κάτι τέτοιο. Το κινητό του ήταν κλειστό. Κάρτες, ταυτότητα, δίπλωμα… όλα εκεί. Αναγκάστηκα και πήγα μόνος μου στην Ασφάλεια. Εκεί βρήκα και τον αδερφό του».

Τέλος, καταγγέλλει καθυστερήσεις στις έρευνες:

«Έρχονται για δύο – τρεις ώρες, ψάχνουν και φεύγουν. Μετά τίποτα. Ο αδερφός του, τους έδειξε πού να ψάξουν και μέχρι εκεί. Πήρα τηλέφωνο στο Silver Alert για να δημοσιοποιηθεί. Άνθρωπος χάθηκε, και ζώο να ήταν, πάλι θα ψάχνουμε να το βρούμε. Δεν ενδιαφέρθηκε κανείς».

 

Ακολουθήστε το Πενταπόσταγμα στο Google news Google News

ΔΗΜΟΦΙΛΗ