Ποινή ισόβιας κάθειρξης και συνολική ποινή κάθειρξης 16 ετών, καθώς και χρηματικό πρόστιμο 360 ημερησίων μονάδων, προς 10 ευρώ ημερησίως επέβαλε το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο της Κω στον 40χρονο που ασελγούσε κατ' εξακολούθηση στη 13χρονη κόρη της συντρόφου του.
Σύμφωνα με τη dimokratiki.gr, η απόφαση εκδόθηκε μετά από μια διαδικασία με έντονο συναισθηματικό και κοινωνικό φορτίο, επιβεβαίωσε με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο τη βαρύτητα της υπόθεσης.
Το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο, ολοκληρώνοντας την ακροαματική διαδικασία σήμερα, έκρινε ομόφωνα ένοχο τον 40χρονο κατηγορούμενο για κακουργηματικές και πλημμεληματικές πράξεις που αποδίδονται ως κατ’ εξακολούθηση τελεσθείσες, με θύμα τη 13χρονη θετή του κόρη.
Η υπόθεση, ήδη πριν φτάσει στο ακροατήριο, είχε διαγράψει μια διαδρομή που έδειχνε ότι οι δικαστικές αρχές αντιμετώπισαν από νωρίς τα στοιχεία ως εξαιρετικά σοβαρά, με τον κατηγορούμενο να βρίσκεται προσωρινά κρατούμενος μετά από απόφαση που ελήφθη στο στάδιο της προδικασίας.
Η ετυμηγορία και το βάρος της ομοφωνίας
Το δικαστήριο τον έκρινε ομόφωνα ένοχο για βιασμό κατ’ εξακολούθηση, για κατάχρηση ανήλικου που δεν συμπλήρωσε τα 14 έτη κατ’ εξακολούθηση με την επιβαρυντική περίσταση της τέλεσης της πράξης από πρόσωπο που συνοικεί με την ανήλικη, καθώς και για προσβολή γενετήσιας αξιοπρέπειας κατ’ εξακολούθηση με παθόντα πριν και μετά τη συμπλήρωση του 12 έτους.
Η εισαγγελική πρόταση με τόνο καταπέλτη
Η εισαγγελέας της έδρας, κινήθηκε σε ιδιαίτερα αυστηρό πλαίσιο και στην εισήγησή της ήταν καταπέλτης. Πρότεινε να επιβληθεί ισόβια κάθειρξη για την πρώτη πράξη, 15 έτη για τη δεύτερη και 2 έτη για την τρίτη. Η εισαγγελική στάση, στην πράξη, αποτυπώνει τον τρόπο με τον οποίο αξιολογήθηκε το περιεχόμενο της δικογραφίας, δηλαδή ως υπόθεση με επαναληπτικότητα, διάρκεια και ειδική συνθήκη οικειότητας, στοιχεία που κατά κανόνα ανεβάζουν κατακόρυφα τη βαρύτητα στην κρίση για την ποινή.
Η ποινή του δικαστηρίου και η απόρριψη των ελαφρυντικών
Τελικά, το δικαστήριο επέβαλε ποινή ισόβιας κάθειρξης και 16 ετών συν 360 μονάδες επί 10 ευρώ και απέρριψε τα ελαφρυντικά. Η απόρριψη των ελαφρυντικών, σε μια τόσο βαριά υπόθεση, διαβάζεται ως ξεκάθαρη επιλογή να μην υπάρξει περιθώριο επιείκειας, με το σκεπτικό ότι τα χαρακτηριστικά των πράξεων και η συνολική αποτίμηση της συμπεριφοράς δεν αφήνουν χώρο για μείωση της ποινικής μεταχείρισης.
Οι κατηγορίες και το αποτύπωμα της οικογενειακής συνθήκης
Στο κατηγορητήριο αποδίδονται πράξεις ιδιαιτέρως σοβαρές, με κοινό χαρακτηριστικό την κατ’ εξακολούθηση τέλεση και την ειδική συνθήκη οικειότητας, αφού ο κατηγορούμενος φέρεται να διέμενε με την ανήλικη εντός οικογενειακού περιβάλλοντος. Η δικογραφία περιγράφει πλαίσιο συμπεριφορών που, κατά την αξιολόγηση των δικαστικών αρχών στο στάδιο της προφυλάκισης, δεν αντιμετωπίζεται ως μεμονωμένο επεισόδιο, αλλά ως επαναληπτική και διαρκής κατάσταση.
Αυτό το στοιχείο της συμβίωσης είναι που προσδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στην υπόθεση στη δημόσια συνείδηση. Η οικογένεια, ως χώρος που θεωρητικά προστατεύει, μετατρέπεται στο σενάριο μέσα στο οποίο εξετάζεται η καταγγελία για παραβίαση της σωματικής και ψυχικής ακεραιότητας ενός παιδιού.
Η αποκάλυψη και η κινητοποίηση που άνοιξε τον φάκελο
Η υπόθεση αναδύθηκε όταν η 13χρονη, μετά από μάθημα σεξουαλικής αγωγής, αποφάσισε να μιλήσει στη μητέρα της μέσω μηνύματος, περιγράφοντας κακοποιητικές συμπεριφορές από τον θετό της πατέρα. Από εκείνο το σημείο, η καταγγελία μεταφέρθηκε στις αρχές και ενεργοποιήθηκαν οι προβλεπόμενες διαδικασίες, με εμπλοκή εξειδικευμένων επαγγελματιών υγείας και τις αναγκαίες ιατροδικαστικές εξετάσεις.
Κεντρικό ρόλο στη δικανική αποτίμηση, όπως προκύπτει από την εξέλιξη της προδικασίας, είχε η κατάθεση της ανήλικης, η οποία ελήφθη με ειδικό πρωτόκολλο για παιδιά μάρτυρες και παρουσία παιδοψυχολόγου. Η αξιολόγηση αυτής της κατάθεσης περιγράφεται ως σταθερή, πειστική και χωρίς ενδείξεις καθοδήγησης, στοιχείο που συνήθως λειτουργεί ως κρίσιμο σημείο αναφοράς σε υποθέσεις σεξουαλικής βίας ανηλίκων.
Παράλληλα, οι ιατροδικαστικές εξετάσεις που διενεργήθηκαν από γιατρούς του Εθνικού Συστήματος Υγείας και της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας περιγράφηκαν ως συμβατές με επανειλημμένη κακοποίηση, ενίσχυση που, κατά την προδικαστική αξιολόγηση, στήριξε αποφασιστικά την εισαγγελική κρίση. Στη δικογραφία περιλαμβάνονται επίσης ηλεκτρονικές συνομιλίες που προσκομίστηκαν από τη μητέρα, οι οποίες κατά την εισαγγελική αποτίμηση θεωρήθηκαν επιβαρυντικές, καθώς και αναφορές καταθέσεων από το προσωπικό και επαγγελματικό περιβάλλον του 38χρονου, που κατά την εκτίμηση των αρχών συγκλίνουν σε περιγραφές συμπεριφοράς.
Επιπρόσθετα, καταγράφεται κατάθεση που περιγράφει περιστατικό σε κοινωνική εκδήλωση, όπου ο κατηγορούμενος, υπό την επίδραση αλκοόλ, φέρεται να επιδίωξε στενή επαφή με άλλες ανήλικες. Αυτό το στοιχείο, όπως αξιολογήθηκε, συνδέθηκε με την εκτίμηση περί κινδύνου υποτροπής. Τέλος, το κινητό τηλέφωνο του κατηγορούμενου κατασχέθηκε και βρίσκεται υπό εξειδικευμένο έλεγχο για τυχόν ψηφιακά ίχνη που θα μπορούσαν να συνδεθούν με την υπόθεση.
Η υπερασπιστική στάση και το αφήγημα της άρνησης
Ο 38χρονος δήλωσε απόλυτη άρνηση των κατηγοριών. Υποστηρίζει ότι δεν έμεινε ποτέ μόνος με την ανήλικη λόγω του ωραρίου εργασίας και της συνεχούς παρουσίας τρίτων στο σπίτι. Αναγνωρίζει 2 περιστατικά έντονου εναγκαλισμού σε στιγμή ημίγυμνης παρουσίας στο σπίτι, τα οποία χαρακτηρίζει αμήχανα και χωρίς σεξουαλική χροιά, ισχυριζόμενος ότι παρερμηνεύθηκαν. Αμφισβητεί τη βασική ιατροδικαστική γνωμάτευση ως πρόχειρη και επικαλείται τεχνικές αξιολογήσεις ιδιωτών ιατροδικαστών και παιδοψυχολόγων, οι οποίες κατά την άποψή του αποδυναμώνουν το κατηγορητήριο, προτείνοντας εναλλακτικές εκδοχές, ενώ καταγγέλλει κοινωνικό στιγματισμό και διαδικτυακή στοχοποίηση.
Ως συνήγορος για την υποστήριξη της κατηγορίας παρέστη ο κ. Γιώργος Κυπραίος και για την υπεράσπισης οι κκ. Στέλιος Κιουρτζής και Δήμος Μουτάφης.