Σοβαρές διαρθρωτικές αδυναμίες στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η εναέρια κυκλοφορία στην Ελλάδα αναδεικνύει το πόρισμα για το εκτεταμένο μπλακ άουτ επικοινωνιών που οδήγησε στην αναστολή λειτουργίας του FIR Αθηνών την Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2026. Το συμπέρασμα της Επιτροπής Διερεύνησης είναι σαφές: η χώρα εξακολουθεί να βασίζεται σε συστήματα περασμένων δεκαετιών, τα οποία δεν ανταποκρίνονται πλέον στις απαιτήσεις ασφάλειας και αξιοπιστίας της σύγχρονης αεροναυτιλίας.
Το πόρισμα αποκλείει ρητά το ενδεχόμενο κυβερνοεπίθεσης ή εξωτερικής παρεμβολής. Αντίθετα, αποδίδει το περιστατικό σε καθαρή τεχνική αστοχία, αποτέλεσμα παλαιών τεχνολογικών υποδομών που δεν υποστηρίζονται πλέον από τους κατασκευαστές τους και στερούνται σύγχρονων εργαλείων ελέγχου, εποπτείας και διάγνωσης βλαβών.
Πώς κατέρρευσαν οι επικοινωνίες
Το πρωί της 4ης Ιανουαρίου, λίγο πριν τις 9, οι ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας άρχισαν να διαπιστώνουν έντονο και συνεχή θόρυβο στις συχνότητες επικοινωνίας με τα αεροσκάφη. Πολύ σύντομα, η επικοινωνία τόσο με τα αεροπλάνα όσο και μεταξύ των κέντρων ελέγχου και των αεροδρομίων έγινε εξαιρετικά δύσκολη ή και αδύνατη.
Ακόμη και οι εφεδρικές συχνότητες και τα κανάλια έκτακτης ανάγκης επηρεάστηκαν, δημιουργώντας μια πρωτόγνωρη εικόνα γενικευμένης αστοχίας. Σύμφωνα με το πόρισμα, η αιτία ήταν η εμφάνιση ενός είδους «ψηφιακού θορύβου», όταν επιμέρους συστήματα και γραμμές επικοινωνίας που απαιτούν απόλυτο συγχρονισμό έχασαν τον κοινό τους ρυθμό.
Σε παλαιά συστήματα αυτού του τύπου, η απώλεια συγχρονισμού μπορεί να οδηγήσει σε ανεξέλεγκτη ενεργοποίηση πομπών, οι οποίοι αρχίζουν να εκπέμπουν συνεχώς χωρίς ανθρώπινη εντολή. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να «γεμίσουν» οι συχνότητες με θόρυβο και να μπλοκαριστούν οι κανονικές συνομιλίες.
Καθυστέρηση στη διάγνωση
Η κατάσταση επιδεινώθηκε από το γεγονός ότι τα συγκεκριμένα συστήματα δεν προσφέρουν στους τεχνικούς πλήρη εικόνα της λειτουργίας τους σε πραγματικό χρόνο. Δεν υπάρχουν αναλυτικά αρχεία καταγραφής, ούτε δυνατότητα συνολικής εποπτείας του δικτύου από άκρη σε άκρη.
Έτσι, ενώ από την πλευρά του τηλεπικοινωνιακού παρόχου τα κυκλώματα εμφανίζονταν τυπικά «ενεργά», στην πράξη η επικοινωνία είχε καταρρεύσει. Η διάγνωση του προβλήματος καθυστέρησε σημαντικά και η αποκατάσταση ήρθε μόνο όταν πραγματοποιήθηκε συνολική επανεκκίνηση και επανασυγχρονισμός του δικτύου.
Zero rate για λόγους ασφάλειας
Μπροστά στον άμεσο κίνδυνο, οι αρμόδιες αρχές προχώρησαν στην αναστολή απογειώσεων και στην επιβολή μηδενικής χωρητικότητας στον ελληνικό εναέριο χώρο. Εκείνη τη στιγμή δεκάδες αεροσκάφη βρίσκονταν ήδη στον αέρα και εξυπηρετήθηκαν με ειδικές διαδικασίες έκτακτης ανάγκης.
Παρά τη σοβαρότητα του περιστατικού, δεν καταγράφηκε συμβάν που να έθεσε σε άμεσο κίνδυνο την ασφάλεια των πτήσεων, γεγονός που αποδίδεται στην έγκαιρη απόφαση για zero rate και στον επαγγελματισμό των ελεγκτών και των πληρωμάτων.
Καμπανάκι για επανάληψη παρόμοιων περιστατικών
Το πόρισμα λειτουργεί ως σαφής προειδοποίηση. Επισημαίνει ότι η καθυστέρηση στη μετάβαση σε σύγχρονες ψηφιακές υποδομές επικοινωνίας αυξάνει τον κίνδυνο επανάληψης αντίστοιχων περιστατικών. Μεταξύ των εισηγήσεων περιλαμβάνονται η επιτάχυνση της αντικατάστασης των παλαιών συστημάτων, η ενίσχυση του συντονισμού μεταξύ της Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας και του τηλεπικοινωνιακού παρόχου, καθώς και η βελτίωση της εποπτείας των κρίσιμων συχνοτήτων.
Ρόλος της EUROCONTROL
Στον απόηχο των συμπερασμάτων, αποφασίστηκε ο ορισμός τεχνικού συμβούλου από τη EUROCONTROL για την υποστήριξη του Σχεδίου Δράσης του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών. Η σχετική συμφωνία επιτεύχθηκε σε συνάντηση στις Βρυξέλλες, με στόχο την επιτάχυνση των παρεμβάσεων που κρίνονται πλέον επιβεβλημένες τόσο σε θεσμικό όσο και σε τεχνικό επίπεδο.
Σύμφωνα με το Υπουργείο, ο τεχνικός σύμβουλος θα συνδράμει στον εκσυγχρονισμό των συστημάτων αεροναυτιλίας και στη συνολική αναμόρφωση του πλαισίου λειτουργίας, δύο άξονες που το πόρισμα χαρακτηρίζει κρίσιμους για την αποκατάσταση της αξιοπιστίας του ελέγχου εναέριας κυκλοφορίας.
Δικαίωση των ελεγκτών και αιχμές για τη διοίκηση
Η Ένωση Ελεγκτών Εναέριας Κυκλοφορίας Ελλάδας κάνει λόγο για πλήρη δικαίωση των διαχρονικών της καταγγελιών. Όπως επισημαίνει, το πόρισμα επιβεβαιώνει ότι ο έλεγχος εναέριας κυκλοφορίας στη χώρα λειτουργεί με απαρχαιωμένο εξοπλισμό, χωρίς ουσιαστικές εγγυήσεις ασφάλειας.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στο γεγονός ότι δεν κατέστη δυνατός ο ακριβής προσδιορισμός της αιτίας του συμβάντος, το οποίο αποδίδεται σε «πληθώρα λόγων». Κατά τους ελεγκτές, η διαπίστωση αυτή, σε συνδυασμό με την παραδοχή ότι δεν μπορούν να δοθούν ουσιαστικές εγγυήσεις για τη λειτουργία των συστημάτων φωνητικών επικοινωνιών, δημιουργεί σοβαρά ερωτήματα για την καθημερινή ασφάλεια.
Παράλληλα, εκφράζεται έντονη ανησυχία για την απόφαση άμεσης επαναφοράς των χωρητικοτήτων στο 100%, χωρίς σταδιακή αύξηση και χωρίς προηγούμενη εκτίμηση κινδύνου, ενόψει μάλιστα της αυξημένης θερινής κίνησης.