Οι τελευταίες εξελίξεις στη διερεύνηση του πρωτοφανούς μπλακ άουτ στο FIR Αθηνών, που την Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2026 καθήλωσε για αρκετές ώρες την εναέρια κυκλοφορία της Ελλάδας, επικεντρώνονται στις ανεξέλεγκτες εκπομπές των πομποδεκτών της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας (ΥΠΑ), ως την πιθανότερη αιτία του συμβάντος. Σε δηλώσεις του προς την τηλεόραση της ΕΡΤ ο διοικητής της ΥΠΑ, Γιώργος Σαουνάτσος, υποστήριξε ότι οι συσκευές αυτές κατέλαβαν σχεδόν το σύνολο του φάσματος συχνοτήτων που εξυπηρετούν τον FIR Αθηνών, με αποτέλεσμα να εμποδίζεται η επιχειρησιακή χρήση των τηλεπικοινωνιών μεταξύ εδάφους και αέρα παράγοντα που είχε άμεσο αντίκτυπο στην καθήλωση των πτήσεων.
Σύμφωνα με τη μέχρι τώρα ανάλυση της ΥΠΑ, το περιστατικό δεν οφείλεται σε παρεμβολή τρίτων ή κακόβουλη ενέργεια, αλλά σε εκτεταμένη δυσλειτουργία του ίδιου του συστήματος. Ο διοικητής διευκρίνισε ότι έχει ολοκληρωθεί η τεχνική ανάλυση των δεδομένων και ότι τα κύρια και εφεδρικά δίκτυα ήταν ενεργά κατά το συμβάν, αλλά η «κατάληψη» των συχνοτήτων από ανεξέλεγκτες εκπομπές έκανε αδύνατη τη φυσιολογική λειτουργία του εναέριου χώρου.
Σημειώνεται ότι το πρόβλημα προέκυψε ενώ τα συστήματα επικοινωνίας βρίσκονταν σε πλήρη λειτουργία, με αποτέλεσμα οι ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας και οι τεχνικές υπηρεσίες να προσπαθούν να αντιμετωπίσουν αυτό το πρωτόγνωρο φαινόμενο θορύβου στις συχνότητες, ουσιαστικό «μπέρδεμα» στον ραδιοφάσμα που καθιστούσε δυσχερή κάθε επικοινωνία.
Η ΥΠΑ έχει συστήσει ειδική επιτροπή διερεύνησης, υπό τον υπουργό Υποδομών και Μεταφορών, η οποία έχει ήδη επανειλημμένα συνεδριάσει από την Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2026, με αντικείμενο την πλήρη αποσαφήνιση των αιτίων και την αποτροπή επανάληψης αντίστοιχου συμβάντος στο μέλλον.
Παράλληλα, η Ένωση Ηλεκτρονικών Μηχανικών Ασφάλειας Εναέριας Κυκλοφορίας της ΥΠΑ (ΕΝΗΜΑΕΚ/ΥΠΑ) εξέδωσε ανακοίνωση, στην οποία επισημαίνει ότι δεν υπήρξε κανένα θέμα ασφάλειας πτήσεων, παρά την ταλαιπωρία και τις καθυστερήσεις που βίωσαν χιλιάδες επιβάτες, και ότι οι διαδικασίες έκτακτης ανάγκης λειτούργησαν αποτελεσματικά.
Οι έρευνες συνεχίζονται, με την προσοχή να επικεντρώνεται στον τρόπο με τον οποίο οι πομποδέκτες οδηγήθηκαν σε αυτές τις ανεξέλεγκτες εκπομπές, αλλά και σε πιθανές τεχνικές ή λειτουργικές παρεμβάσεις που πρέπει να εφαρμοστούν ώστε να αποφευχθεί επανάληψη ιδίως σε υποδομές που, σύμφωνα με τεχνικές εκθέσεις, εμφανίζουν παλαιότητα και ανάγκη αναβάθμισης.