Αυξανόμενες απώλειες στο δίκτυο, διαρροές, σπατάλη, κλιματική κρίση: αυτοί είναι ορισμένοι μόλις παράγοντες για τους οποίους τα αποθέματα νερού της Ελλάδας και ιδιαίτερα της Αττικής μειώνονται κάθε χρόνο που περνά και είχαν ως αποτέλεσμα τον Νοέμβριο του 2025 να κηρυχθεί το λεκανοπέδιο σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης.
Η χώρα μας, σύμφωνα με τα στοιχεία της Διακυβερνητικής Επιτροπή για την Αλλαγή του Κλίματος (IPCC), αναμένεται να βιώσει το υψηλότερο υδατικό στρες στην Ευρώπη, σε ποσοστό που φτάνει μέχρι και το 70%.
Η μεγαλύτερη κρίση της τελευταίας 30ετίας
Η κρίση που χαρακτηρίζουν οι επιστήμονες ως τη μεγαλύτερη των τελευταίων 30 ετών, δεν ξεκίνησε φέτος. Οι ειδικοί και η τοπική αυτοδιοίκηση κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για το πολύτιμο αγαθό του νερού ήδη από το 2023 που εμφανίστηκαν τα πρώτα σημάδια λειψυδρίας.
Τα «γυμνά» από χιόνια βουνά, οι λίμνες που άρχισαν να στεγνώνουν, το χωριό Κάλλιο που αποκαλύφθηκε από τον πυθμένα του ταμιευτήρα του Μόρνου, ήταν εικόνες που έθεσαν σε συναγερμό τη χώρα και προμήνυαν όσα θα ακολουθούσαν.
Όπως υπενθυμίζει στο CNN Greece o διευθυντής Υδατικών Πόρων και Γεωθερμίας της Ελληνικής Αρχής Γεωλογικών και Μεταλλευτικών Ερευνών Παναγιώτης Σαμπατακάκης «τα δύο τελευταία υδρολογικά έτη που έληξαν τον Οκτώβριο του 2023 και του 2024 χαρακτηρίστηκαν από μειωμένες βροχοπτώσεις που έφτασαν έως και το 25-30% κάτω του μέσου όρου, οδηγώντας σε τεράστιο έλλειμμα στους ταμιευτήρες».
Το πρώτο «πλήγμα» δέχθηκαν οι νησιωτικές περιοχές το καλοκαίρι του 2024, όταν η τουριστική κίνηση άρχισε να πιέζει τα υδατικά αποθέματα και να δοκιμάζει τις αντοχές των υπάρχουσων υποδομών.
Μετά ακολούθησε η Αττική.
Τον Αύγουστο του 2024 η ΕΥΔΑΠ έθεσε σε ισχύ έκτακτο σχέδιο για την υδροδότηση του λεκανοπεδίου, επιστρατεύοντας το φράγμα της Υλίκης και τις γεωτρήσεις στη Μαυροσουβάλα. Ένα χρόνο μετά, η Αθήνα τέθηκε σε καθεστώς έκτακτης ανάγκης.
Τα στοιχεία
Σύμφωνα με τα δεδομένα της ΕΥΔΑΠ τα αποθέματα την 1η Οκτωβρίου του 2024 ανέρχονταν σε 637.512.000 κυβικά μέτρα, ενώ την αντίστοιχη περίοδο το 2025 σε 402.160.000 κυβικά μέτρα.
Ειδικότερα, την 1η Οκτωβρίου το 2024 το φράγμα του Ευήνου διέθετε 40.499.000 κυβικά μέτρα νερού, του Μαραθώνα 25.815.000, του Μόρνου 307.354.000 και της Υλίκης 263.844.000.
Κατά την ίδια ημερομηνία, ένα χρόνο μετά, δηλαδή την 1η Οκτωβρίου του 2025, ο ταμιευτήρας του Ευήνου διέθετε 45.577.000 κυβικά μέτρα νερού, του Μαραθώνα 18.463.000, του Μόρνου 174.640.000 και της Υλίκης 163.480.000, σημαίνοντας συναγερμό για το υδατικό ισοζύγιο.
Η μείωση, όμως των βροχοπτώσεων που οδήγησαν στη σημερινή κρίση λειψυδρίας, δεν αποτελεί πρωτοφανές φαινόμενο, όπως τονίζει στο CNN Greece o διευθυντής Υδατικών Πόρων και Γεωθερμίας.
«Η πιο έντονη κάμψη των βροχών συνέβη το 1990-1991 επηρεάζοντας όλη την Επικράτεια, ενώ η δεύτερη μεγαλύτερη κρίση είχε προηγηθεί το 1897» σημειώνει ο κ. Σαμπατακάκης.
«Τη δεκαετία του ‘90 τα φαινόμενα λειψυδρίας μας ταρακούνησαν αρκετά» αναφέρει, για να διευκρινίσει πως τότε οι ανάγκες ύδρευσης και άρδευσης ήταν μικρότερες απ’ ό,τι σήμερα. Πλέον καταγράφεται σημαντική αύξηση της κατανάλωσης νερού σε αστικές και τουριστικές περιοχές.
Η περίπτωση της Αθήνας
Περιγράφοντας τη στρατηγική υδροδότησης της Αθήνας, ο κ. Σαμπατακάκης σημειώνει πως «από τη δεκαετία του 1930 με τον ταμιευτήρα του Μαραθώνα και το 1950, η Αθήνα, ως μητρόπολη πλέον, στράφηκε -ορθώς- στην κατασκευή ταμιευτήρων επιφανειακού νερού (Μόρνος, Εύηνος, Υλίκη) σε περιοχές με καλές βροχοπτώσεις και απαλλαγμένες από την πίεση αναγκών άρδευσης».
«Το 1990, με αποθέματα μόλις 57 ημερών, το αρμόδιο υπουργείο ζήτησε τη συνδρομή του ΙΓΜΕ. Τότε το ΙΓΜΕ εντόπισε νέους υδάτινους πόρους και δημιούργησε γεωτρήσεις κοντά στον κεντρικό αγωγό μεταφοράς, οι οποίοι μπορούσαν να τροφοδοτήσουν την Αττική με 350.000 κυβικά μέτρα/ημέρα (πάνω από το 60% των τότε υπάρχουσων αναγκών).
Με σκληρά μέτρα και σημαντικά έργα, η Αθήνα άντεξε και οι κάτοικοί της δεν δίψασαν. Τα δίκτυα που δημιουργήθηκαν άντεξαν στο χρόνο και δοκιμάζονται σήμερα. Μεταξύ άλλων, όπως επισημαίνει ο υδρογεωλόγος, ιδιαίτερα σημαντική στην αποτελεσματικότητα της αντοχής του δικτύου όλα αυτά τα χρόνια ήταν, «η συνέχεια στην πολιτική διαχείρισης των έργων ύδρευσης της Αθήνας από τη δεκαετία του '60 και μετά».
Ως παράδειγμα αναφέρει την περίπτωση του Ευήνου, που όπως υπογραμμίζει «ξεκίνησε το 1992 και ολοκληρώθηκε το 2000» από διαφορετικές κυβερνήσεις.
Οι μεγαλύτερες προκλήσεις
Επιστρέφοντας στο σήμερα, μεταξύ των προκλήσεων που καλείται να αντιμετωπίσει η πολιτεία τα επόμενα χρόνια είναι η κάλυψη των αρδευτικών αναγκών.
«Η Ελλάδα είναι πρωταθλήτρια στην Ευρώπη στην αναλογία νερού που χρησιμοποιείται για άρδευση. Αντιστοιχεί περίπου 83-84% της συνολικής κατανάλωσης» σημειώνει χαρακτηριστικά ο κ. Σαμπατακάκης.
Στη δεύτερη θέση ακολουθεί η Ισπανία με ποσοστό περίπου στο 74-76%, ωστόσο όπως διευκρινίζει ο ίδιος, πρόκειται για μία χώρα με ξηρότερες περιοχές.
Στην περίπτωση της Ελλάδας, φαίνεται να υπάρχει αδυναμία διαχείρισης των αρδευτικών αναγκών λόγω υπερβολικής κατανάλωσης, είτε λόγω διαθεσιμότητας είτε λόγω παρωχημένων δικτύων και περιορισμένων επιφανειακών απορροών, δηλαδή μικρών ποταμών και λεκανών απορροής, όπως εξηγεί ο διευθυντής Υδατικών Πόρων και Γεωθερμίας του ΕΑΓΜΕ.
Ανατρέχοντας ξανά στο παρελθόν, ο υδρογεωλόγος, σημειώνει πως «η έλλειψη επιφανειακών υδάτων το καλοκαίρι οδήγησε τους αγρότες σε γεωτρήσεις από τη δεκαετία του '70, με το κράτος να μην παρακολουθεί επαρκώς την εξέλιξη με έργα μικρής κλίμακας».
Το «στοίχημα» της ύδρευσης τουριστικών περιοχών
Τα τελευταία χρόνια προβλήματα αντιμετωπίζουν πολλές τουριστικές περιοχές λόγω της εποχιακής αύξησης της ζήτησης σε νερό.
Μέσα σε δύο χρόνια το ένα νησί μετά το άλλο κηρύσσονταν σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης για τη λειψυδρία, με σκοπό να «ξεκλειδώσουν» έργα που θα έδιναν «ανάσα» στα αποθέματα. Τελευταία στη μακρά αυτή λίστα ήταν η Πάτμος και η Λέρος και τελικά ακόμη και η Αττική.
«Η έλλειψη εφεδρειών και η αδυναμία των υπόγειων υδροφορέων να ανταποκριθούν στις αιχμές ζήτησης απαιτούν λύσεις όπως μονάδες αφαλάτωσης για τους μήνες αιχμής ή νέα έργα ταμίευσης και γεωτρήσεων» τονίζει ο κ. Σαμπατακάκης.
Όπως αναφέρει, οι περιφερειακοί δήμοι θα μπορούσαν να προχωρήσουν στην «φιλική επίταξη ιδιωτικών αρδευτικών γεωτρήσεων για λίγες ώρες την ημέρα, ώστε να ενισχύσουν τα υδρευτικά δίκτυα το καλοκαίρι».
Οι πρώτες παρεμβάσεις του 2024
Τον Σεπτέμβριο του 2024 το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας παρουσίασε επτά πρωτοβουλίες για την αντιμετώπιση της λειψυδρίας. Για την υδροδότηση της πρωτεύουσας ανακοινώθηκαν μία σειρά μέτρων βραχυπρόθεσμων, μεσοπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων που στόχο είχαν τη διερεύνηση πρόσθετων πηγών τροφοδοσίας.
Στα βραχυπρόθεσμα περιλαμβάνονταν: Η ενεργοποίηση γεωτρήσεων στη Μαυροσουβάλα και η προσθήκη εφεδρικών γεωτρήσεων μέσου ρου του Βοιωτικού Κηφισού (75 εκατ. m3/έτος).
Στα μεσοπρόθεσμα: Η ενίσχυση του ταμιευτήρα Ευήνου από ποταμούς που τροφοδοτούν τη λίμνη των Κρεμαστών (έως περίπου 200 εκατ. κ.μ. ανάλογα με τις ανάγκες), καθώς και αφαλατώσεις ως στρατηγική εφεδρεία ή/και ως μέτρο άμεσης υλοποίησης.
Στα μακροπρόθεσμα μέτρα περιλαμβάνονταν πρόσθετα έργα για την ενίσχυση του ταμιευτήρα Ευήνου από την Λίμνη Κρεμαστών, η επαναχρησιμοποίηση ύδατος προερχόμενου από την Ψυττάλεια για βιομηχανική χρήση και άρδευση, καθώς και για εμπλουτισμό του υδροφόρου ορίζοντα και παράλληλα έργα ύδρευσης, λυμάτων και αφαλάτωσης, ύψους 200 εκατ. ευρώ(χρηματοδότηση από ΕΣΠΑ)
Ανακοινώθηκε μέσω ΕΣΠΑ πως παρέχεται χρηματοδότηση:
-ύψους περίπου 150 εκατ. ευρώ, σε Κορινθία, Σαρωνικό, Αλεξανδρούπολη, Κασσάνδρα και Ρέθυμνο για ολιστικά έργα ύδρευσης και λυμάτων.
-περίπου 50 εκατ. ευρώ κατευθύνονται σε άνυδρα νησιά, κυρίως για έργα αφαλάτωσης.
-Έκτακτα έργα κατά της λειψυδρίας ύψους 80 εκατ. ευρώ (χρηματοδότηση από ΠΔΕ)
Στα σχέδια του υπουργείου ήταν επίσης να δρομολογηθούν έργα ύδρευσης, ύψους 80 εκατ. ευρώ, για άμεση υλοποίηση στις περιοχές που αντιμετωπίζουν αμεσότερο πρόβλημα (π.χ. νησιά Ν. Αιγαίου). Στις περιοχές αυτές, στόχος ήταν η ιεράρχηση έργων, όπως η επιδιόρθωση δικτύων, ο διαχωρισμός δικτύων άρδευσης και ύδρευσης και νέες γεωτρήσεις, αφαλατώσεις με προτεραιότητα στα υφάλμυρα νερά, φράγματα, τηλεμετρία και ψηφιακοί υδρομετρητές.
Το έργο «Εύρυτος»
Απέναντι στον κίνδυνο να «διψάσει» η Αττική η Πολιτεία σε συνεργασία με την ΕΥΔΑΠ έχει θέσει σε τροχιά το έργο «Εύρυτος». Πρόκειται για τη μερική εκτροπή του Κρικελιώτη και του Καρπενησιώτη ποταμού προς τον Εύηνο. Σκοπός είναι να έχει ολοκληρωθεί το 2029.
Το έργο «Εύρυτος» έρχεται να αντικαταστήσει το σχέδιο της μερικής εκτροπής των υδάτων από τα ποτάμια που καταλήγουν στη λίμνη των Κρεμαστών στα σύνορα Ευρυτανίας - Αιτωλοακαρνανίας που εξέταζε το 2024 η ΕΥΔΑΠ για την υδατική επάρκεια του λεκανοπεδίου.
Ο λόγος για τον οποίο προωθήθηκε το έργο του «Ευρύτου» έναντι του σχεδίου των Κρεμαστών οφείλεται τόσο στο κόστος, όσο και στο γεγονός ότι μία λύση ηπιότερης περιβαλλοντικής παρέμβασης.
Η επάρκεια του νερού στην Αθήνα αναδεικνύεται στη μεγαλύτερη πρόκληση, καθώς στην πρωτεύουσα συγκεντρώνεται σχεδόν ο μισός πληθυσμός της Ελλάδας. Τα ερωτήματα είναι αμείλικτα: Υπάρχει άμεσος κίνδυνος για την υδροδότηση του λεκανοπεδίου και πόσο έτοιμο είναι το σύστημα να αντέξει ένα δύσκολο σενάριο;
«Τα έργα που θα τρέξουν κρίνονται οικονομικά, τεχνικά και λειτουργικά συμβατά με τις υπάρχουσες υποδομές, και είναι άμεσης εκτέλεσης» επισημαίνει ο κ. Σαμπατακάκης για να εξηγήσει πως πρόκειται για πρωτοβουλίες που «κουμπώνουν» σε ήδη υπάρχουσες υποδομές.
Τι περιμένουμε το 2026
Πάντως, μία «ανάσα» αισιοδοξίας δίνει για το 2026 το φαινόμενο Λα Νίνια (La Niña), το οποίο τείνει να κατεβάζει τις θερμοκρασίες σε παγκόσμια κλίμακα. Μικρή, διότι, ο αντίκτυπός του φαινομένου φαίνεται πως θα είναι περιορισμένος, όπως έχει κάνει γνωστό η NASA.
Σύμφωνα με τα πρώτα στοιχεία, επρόκειτο να διαρκέσει μέχρι τα τέλη του 2025, ωστόσο όπως όλα δείχνουν η Λα Νίνια θα επιμείνει μέχρι τον Ιανουάριο και θα εξασθενήσει το πρώτο τρίμηνο του 2026.
Σε κάθε περίπτωση, η μείωση των βροχοπτώσεων, η έντασή τους όταν αυτές συμβαίνουν με αποτέλεσμα να χάνονται μεγάλες ποσότητες νερού στη θάλασσα, τα αυξημένα διαστήματα υψηλών θερμοκρασιών και η μείωση των χιονοπτώσεων φαίνεται πως είναι φαινόμενα που ήρθαν για να μείνουν. «Οι χιονοπτώσεις είναι καθοριστικές για την αναπλήρωση των υπόγειων νερών και των ποταμών» εξηγεί ο κ. Σαμπατακάκης.
Σε κάθε περίπτωση φαίνεται πως «η ανάγκη για προσαρμογή στις αλλαγές στο κλίμα είναι επιτακτική». Για να μπορέσουν όμως να προχωρήσουν έργα που θα δώσουν μακροπρόθεσμα λύσεις στο φαινόμενο, χρειάζεται όπως υπογραμμίζει ο ίδιος να αντιμετωπιστεί η γραφειοκρατία που καθυστερεί σημαντικές διεργασίες. Φέρνει, δε, ως παράδειγμα το φράγμα Ατατούρκ στην Τουρκία. Πρόκειται για ένα από τα μεγαλύτερα φράγματα στον κόσμο και χρειάστηκε μόλις επτά χρόνια για να κατασκευαστεί, την ώρα που ο Μόρνος χτίστηκε σε 9-10 χρόνια, όπως σημειώνει ο υδρογεωλόγος.
Πάντως, ο κ. Σαμπατακάκης, αφήνοντας μία αχτίδα ελπιδας «υπενθυμίζει ότι το 2017 υπήρχαν τα μεγαλύτερα αποθέματα σε ταμιευτήρες της Αθήνας, με πάνω από 1,8 δισ. κυβικά μέτρα, δείχνοντας ότι η κατάσταση δεν είναι μόνιμη».
Σε αυτή τη βάση, επισημαίνει πως «για ασφαλή συμπεράσματα σχετικά με την κλιματική αλλαγή απαιτούνται υδρολογικά δεδομένα 30 τουλάχιστον ετών».
Πηγή: cnn.gr