Οπλικά συστήματα

Το ελληνικής κατασκευής αυτόματο όπλο του 1939 που σοκάρει ακόμα

Google Logo Προσθέστε το pentapostagma.gr ως προτιμώμενη πηγή στα αποτελέσματα αναζήτησης στην Google.

Το ελληνικής σχεδίασης και κατασκευής αυτόματο όπλο του 1939 είναι το πολυβόλο ΕΠΚ (ή EPK M1939), ήταν  πρωτοποριακό όπλο που αναπτύχθηκε από την Εταιρία Ελληνικού Πυριτιδοποιείου Καλυκοποιείου (τη μετέπειτα ΠΥΡΚΑΛ).

Το συγκεκριμένο όπλο αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά ιστορικά παραδείγματα της διαχρονικής «ξενομανίας» και της έλλειψης εμπιστοσύνης της ελληνικής πολιτείας προς την εγχώρια αμυντική βιομηχανία.

Το ΕΠΚ σχεδιάστηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1930 με σκοπό να καλύψει τις επείγουσες ανάγκες του Ελληνικού Στρατού για ένα σύγχρονο, ελαφρύ αυτόματο όπλο.

Ήταν ένα εξαιρετικά προηγμένο όπλο για την εποχή του, το οποίο συνδύαζε χαρακτηριστικά ελαφρού πολυβόλου και τυφεκίου εφόδου (assault rifle).

Χρησιμοποιούσε ένα ειδικά σχεδιασμένο, ιδιότυπο φυσίγγιο (7.92×36mm), προσφέροντας εξαιρετική ισχύ πυρός σε κοντινές και μέσες αποστάσεις.

Το όπλο χρησιμοποιούσε το ειδικά σχεδιασμένο φυσίγγιο 7.92×36mm EPK. Ήταν μικρότερο από τα βαριά φυσίγγια των τυφεκίων της εποχής, αλλά ισχυρότερο από αυτά των υποπολυβόλων.

Αυτή ακριβώς η φιλοσοφία οδήγησε αργότερα στη δημιουργία του γερμανικού StG 44 και του σοβιετικού AK-47.

Λειτουργούσε με έμβολο αερίων κάτω από την κάννη και διέθετε οριζόντιο γεμιστήρα στο επάνω μέρος. Ήταν σχεδιασμένο για βολές τόσο από το ισχίο όσο και από τον ώμο, ζυγίζοντας περίπου 4,15 κιλά.

Η μαζική παραγωγή του βρισκόταν στα στάδια της προετοιμασίας όταν ξέσπασε ο Ελληνοϊταλικός Πόλεμος το 1940. Παράχθηκαν ελάχιστα κομμάτια (περίπου 10-15 πρωτότυπα). Με την κατάρρευση του μετώπου και τη γερμανική κατοχή, το σχέδιο θάφτηκε οριστικά και η τεχνογνωσία χάθηκε.

Η περίπτωση του ΕΠΚ δεν ήταν μεμονωμένη, αλλά η αρχή ενός μοτίβου που επαναλαμβάνεται μέχρι σήμερα στην Ελλάδα. Η ελληνική αμυντική πολιτική χαρακτηρίζεται παραδοσιακά από μια έντονη προσήλωση σε έτοιμα, ξένα εξοπλιστικά προγράμματα, υποβαθμίζοντας την εγχώρια ανάπτυξη.

Το σύνδρομο του «έτοιμου»

Οι ελληνικές κυβερνήσεις προτιμούσαν ανέκαθεν τις «off-the-shelf» αγορές από ξένους οίκους (ΗΠΑ, Γαλλία, Γερμανία). Αυτό εξασφάλιζε γρήγορη παράδοση και διπλωματικές συμμαχίες, αλλά στερούσε από την Ελλάδα την αυτονομία.

Μεταπολεμικά, εξαιρετικές ελληνικές προσπάθειες είχαν την ίδια τύχη με το ΕΠΚ. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι το τυφέκιο της ΧΡΩΠΕΙ τη δεκαετία του 1970 (που απορρίφθηκε για χάρη του γερμανικού G3) και το σύγχρονο Εθνικό Όπλο ΑΟΡ, το οποίο παρά τις επιτυχημένες παρουσιάσεις του στο ΓΕΣ, παρέμεινε στα χαρτιά.

Η χώρα δαπανά δισεκατομμύρια ευρώ για αγορές οπλικών συστημάτων, χωρίς να επιβάλλει ουσιαστική εγχώρια συμπαραγωγή ή μεταφορά τεχνολογίας, αφήνοντας την ελληνική βιομηχανία (ΕΑΒ, ΕΑΣ) σε μαρασμό.

Το ίδιο είχε γίνει και με το ελληνικής κατασκευής Ραντάρ

Το ελληνικό ραντάρ συνδέεται άμεσα με το όνομα του κορυφαίου Έλληνα φυσικού και μαθητή του Άλμπερτ Αϊνστάιν, Παύλου Σαντορίνη, ο οποίος το 1935–1936 επινόησε και άρχισε να κατασκευάζει το πρώτο εκατοστομετρικό (μικροκυματικό) ραντάρ στον κόσμο.

 Ενώ οι Βρετανοί, με επικεφαλής τον Ρόμπερτ Γουάτσον - Γουάτ, παρουσίασαν το 1935 ένα πρωτόγονο ραντάρ με τεράστιες κεραίες και μικρή εμβέλεια, ο Σαντορίνης εργαζόταν ήδη πάνω σε μια πολύ πιο εξελιγμένη ιδέα.

Το 1936, με τη στήριξη του ελληνικού κράτους και υπό άκρα μυστικότητα, ο Σαντορίνης πραγματοποίησε επιτυχημένα πειράματα στο Παλαιό Φάληρο.

Το ελληνικό ραντάρ λειτουργούσε σε μήκη κύματος μόλις 5 και 10 εκατοστών (χρησιμοποιώντας κυματοδηγούς) και πέτυχε εμβέλεια εντοπισμού 150 έως 200 χιλιομέτρων.

Τα αντίστοιχα ξένα ραντάρ της εποχής λειτουργούσαν με μέτρα και είχαν εμβέλεια μόλις 10 χιλιομέτρων.

Το 1969 η Βρετανική Ακαδημία παραδέχθηκε καθυστερημένα ότι ο Έλληνας επιστήμονας είχε ανακαλύψει την εκατοστομετρική τεχνολογία δύο χρόνια πριν από τους δικούς της ερευνητές.

Γιατί δεν αξιοποιήθηκε αυτό το ελληνικό υπερόπλο της εποχής;

Ο Σαντορίνης εγκατέστησε τις πειραματικές συσκευές εκπομπής μικροκυμάτων (υπερβραχέων κυμάτων) στην ακτή.Ο στόχος: Η ανίχνευση πλοίων και αεροσκαφών που κινούνταν στον Σαρωνικό κόλπο.

Τα πειράματα στέφθηκαν με απόλυτη επιτυχία. Η συσκευή κατάφερε να εντοπίσει με ακρίβεια τον ερχομό πλοίων και τη θέση τους σε μεγάλες αποστάσεις, αποδεικνύοντας ότι η θεωρία του για το εκατοστομετρικό ραντάρ δούλευε στην πράξη.

Όταν ο Σαντορίνης παρουσίασε τα αποτελέσματα και τη στρατηγική σημασία της εφεύρεσης, ο δικτάτορας Ιωάννης Μεταξάς αντέδρασε με έναν τρόπο που συνδύαζε την προσωπική του ιδιότητα ως στρατιωτικού (μηχανικού) με τις γεωπολιτικές ισορροπίες της εποχής.

 Ως απόφοιτος της Στρατιωτικής Ακαδημίας του Βερολίνου, ο Μεταξάς αντιλαμβανόταν την αξία της τεχνολογίας, αλλά δυσπιστούσε για το αν η μικρή Ελλάδα μπορούσε να έχει αναπτύξει κάτι τόσο πιο εξελιγμένο από τις μεγάλες δυνάμεις.

Το καθεστώς αρνήθηκε να χρηματοδοτήσει τη μαζική παραγωγή ή την περαιτέρω εξέλιξη του συστήματος. Ο Μεταξάς δήλωσε ότι οι οικονομικοί πόροι της χώρας έπρεπε να κατευθυνθούν σε άμεσες οχυρώσεις (όπως η Γραμμή Μεταξά) και στην αγορά έτοιμου, δοκιμασμένου πολεμικού υλικού.

Ο Μεταξάς φοβόταν επίσης ότι η συνέχιση των πειραμάτων σε ανοιχτό χώρο θα προκαλούσε το ενδιαφέρον ξένων κατασκόπων (κυρίως Γερμανών και Ιταλών).

 Αντί να αξιοποιήσει το ραντάρ, η κυβέρνηση του Μεταξά έδωσε εντολή να σταματήσουν τα πειράματα και να αρχειοθετηθούν  όλα τα σχέδια, ώστε να μην πέσει η τεχνολογία στα χέρια των μελλοντικών εισβολέων.

Έτσι, η εφεύρεση που θα μπορούσε να είχε αλλάξει την αεράμυνα της Ελλάδας στον πόλεμο του 1940, έμεινε κλειδωμένη σε συρτάρια μέχρι την απελευθέρωση. 

Παρά την τεράστια επιτυχία των δοκιμών, η έρευνα σταμάτησε απότομα , κυρίως λόγω έλλειψης οικονομικών πόρων από την ελληνική κυβέρνηση και της δυσπιστίας της στρατιωτικής ηγεσίας της εποχής. 

Μήπως τελικά αυτό δεν γίνεται μέχρι σήμερα στην ελληνική αμυντική βιομηχανία και παντού στην χώρα μας; 

Ακολουθήστε το Πενταπόσταγμα στο Google news Google News

ΔΗΜΟΦΙΛΗ