Η δήλωση του καθηγητή Διεθνούς Δικαίου και βουλευτή της Νέας Δημοκρατίας, Άγγελου Συρίγου για τον ελληνικό στόλο στο Αιγαίο, που έγινε στο πλαίσιο συζήτησης για την επάρκεια του ελληνικού στόλου απέναντι στις τουρκικές προκλήσεις, προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων.
Δείτε από το 52ο λεπτό.
Ο κ. Συρίγος ανέφερε ότι « εγώ μάθει από τον στρατό όταν υπηρετούσα, πως όταν δίνεις μια διαταγή οφείλεις να είσαι σε θέση και την εφαρμώσεις πλήρως. Στην προκειμένη περίπτωση μιλάμε για ένα σημείο εξαιρετικά απομακρυσμένο από ακτές και λιμάνια ελληνικά, φανταστείτε είναι η μέση απόσταση μεταξύ ελληνικών νησιών και της Κύπρου στο ανοικτό πέλαγος, και αυτήν την στιγμή με τον υπάρχοντα στόλο που έχουμε, εγώ θεωρώ πως αν οι Τούρκοι πάνε να κάνουν άσκηση στην συγκεκριμένη περιοχή, ή πάνε να κάνουν έρευνες, δεν θα μπορείς να τους διώξεις. Δεν έχει νόημα λοιπόν να υπογράψεις μια συμφωνία την οποία δεν θα μπορείς να εφαρμώσεις, και ο άλλος θα σου την κάνει κόσκινο».
Η τοποθέτηση αυτή προέκυψε ως απάντηση στην πρόταση του καθηγητή του ΕΚΠΑ, Γιάννη Μάζη, ο οποίος είχε ζητήσει την άμεση ανακήρυξη Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ) και την πλήρη οριοθέτησή της μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου.
Υποστήριξε ότι με τα υπάρχοντα μέσα και τη γεωγραφική απόσταση, η πλήρης και συνεχής ναυτική κάλυψη για την εκδίωξη τουρκικών σκαφών από ένα τόσο απομακρυσμένο σημείο θα ήταν εξαιρετικά δύσκολη επιχειρησιακά.
Ο ίδιος κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν έχει νόημα να υπογραφεί ή να ανακοινωθεί μια διμερής συμφωνία οριοθέτησης, αν η χώρα δεν διαθέτει την άμεση δυνατότητα να την επιβάλει πλήρως στο πεδίο.
Η συγκεκριμένη τοποθέτηση επικρίθηκε από αναλυτές όπως ο καθηγητής Γιάννης Μάζης, ο οποίος υποστηρίζει σταθερά την άμεση ανακήρυξη και οριοθέτηση ΑΟΖ μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου, για τη νομική θωράκιση της περιοχής απέναντι στις τουρκικές διεκδικήσεις, θεωρώντας ότι οι δηλώσεις αυτές εκπέμπουν αδυναμία.
Η τοποθέτηση αυτή συνδέεται με την ευρύτερη κριτική στάση που έχει κρατήσει ο κ. Συρίγος το τελευταίο διάστημα, αναφερόμενος και σε παλαιότερα περιστατικά (όπως η κρίση με το καλώδιο στην Κάσο το 2024), όπου είχε υποστηρίξει ανοιχτά ότι η Ελλάδα αναγκάστηκε σε τακτική υποχώρηση έναντι των τουρκικών πολεμικών πλοίων.
Η συγκεκριμένη αναφορά προκάλεσε έντονες συζητήσεις στα μέσα ενημέρωσης και στα κοινωνικά δίκτυα, με μερίδα πολιτικών αναλυτών και επικριτών να τη χαρακτηρίζουν ως ηττοπαθή, ενώ από την άλλη πλευρά παρουσιάστηκε από μερίδα του τύπου, ως μια ρεαλιστική αποτύπωση των γεωπολιτικών και στρατιωτικών ισορροπιών στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η δημόσια παραδοχή από έναν κυβερνητικό βουλευτή και καθηγητή διεθνούς δικαίου ότι η χώρα «δεν μπορεί να διώξει» τουρκικά πλοία στέλνει λάθος μήνυμα στην Άγκυρα, απομειώνοντας το κύρος και την αξιοπιστία των Ενόπλων Δυνάμεων.
Όταν δηλώνεται ότι μια διεθνής συμφωνία (όπως η οριοθέτηση ΑΟΖ με την Κύπρο) δεν έχει νόημα να υπογραφεί αν δεν μπορεί να επιβληθεί στρατιωτικά, ουσιαστικά εκχωρείται το δικαίωμα πρωτοβουλίας στην Τουρκία, η οποία λειτουργεί με βάση το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας».
Η πραγματική δυνατότητα των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων να επιβάλλουν ή να προστατεύσουν τα ενεργειακά σχέδια της χώρας στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο είναι αληθινή όμως, και αυτό το γνωρίζουν πολύ καλά πρώτα οι Τούρκοι.
Στο κλειστό περιβάλλον του Αιγαίου, η ελληνική Πολεμική Αεροπορία και το Πολεμικό μας Ναυτικό διατηρούν πλεονεκτήματα εγγύτητας και επιχειρησιακής ετοιμότητας. Η αποτροπή θεωρείται επαρκής για να εμποδίσει μονομερείς ενέργειες που θα παραβίαζαν την ελληνική κυριαρχία.
Η ελληνική πολιτική ελίτ επιλέγει συνήθως την διπλωματική διαχείριση για την αποφυγή θερμών επεισοδίων, καθώς δεν επιθυμεί επουδενί μια στρατιωτική σύγκρουση στο Αιγαίο, καθιστώντας την περιοχή μη ασφαλή για επενδύσεις.
Οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις έχουν τη δυνατότητα να υπερασπιστούν το πεδίο και να λειτουργήσουν ως εγγυητής ασφαλείας, όμως η τελική υλοποίηση και επιβολή των ενεργειακών σχεδίων εξαρτάται πάντα από την απόφαση των πολιτικών της χώρας μας.