Σε μια περίοδο που αυξάνεται η πιθανότητα νέας κλιμάκωσης του πολέμου στη Μέση Ανατολή και ενώ η κυβέρνηση Τραμπ διατηρεί στο τραπέζι την επιλογή μιας νέας στρατιωτικής επέμβασης κατά του Ιράν, σημαντικές εξελίξεις λαμβάνουν χώρα στην εξωτερική πολιτική της Τουρκίας, αναφέρει Διεθνές τουρκικό ΜΜΕ, επισημαίνοντας:
Η Τουρκία στο επίκεντρο της περιφερειακής ασφάλειας
Η πρόσφατη απόφαση της Λιβύης σχετικά με μια συμφωνία θαλάσσιων δικαιοδοσιών με την Τουρκία, η συνάντηση στην Κωνσταντινούπολη μεταξύ των χωρών της ομάδας R4 και ευρωπαϊκών κρατών, οι πρωτοβουλίες αμυντικής συνεργασίας με επίκεντρο τη Μέκκα και τη Ντόχα, καθώς και η επίσκεψη μελών της «Συμμαχίας της Μέκκας» στην Τεχεράνη, υποδηλώνουν ότι οι σχέσεις περιφερειακής ασφάλειας βρίσκονται σε φάση αναδιαμόρφωσης.
Οι εξελίξεις αυτές έχουν σημασία όχι μόνο επειδή η Τουρκία διευρύνει τους διπλωματικούς και στρατιωτικούς της δεσμούς σε διάφορες περιοχές, αλλά και επειδή δημιουργούν νέους μηχανισμούς για τη διαχείριση ζητημάτων περιφερειακής ασφάλειας.
Ενώ εδραιώνει τα κέρδη της στην Ανατολική Μεσόγειο, η Άγκυρα ενισχύει τον διπλωματικό συντονισμό με την Ευρώπη και τους περιφερειακούς δρώντες.
Παράλληλα, διευρύνει τις αμυντικές της εταιρικές σχέσεις και λαμβάνει μέτρα για την αποτροπή μιας νέας σύγκρουσης με το Ιράν.
Ένα κοινό στοιχείο που διατρέχει αυτές τις πολιτικές είναι η εκτίμηση ότι τα ζητήματα ασφάλειας δεν μπορούν να επιλυθούν αποκλειστικά μέσω στρατιωτικών δυνατοτήτων και ότι απαιτείται στενότερος συντονισμός μεταξύ των περιφερειακών δρώντων.
Τουρκολιβυκό μνημόνιο
Η επικύρωση, από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της Λιβύης, της συμφωνίας για τις θαλάσσιες δικαιοδοσίες που υπεγράφη με την Τουρκία το 2019, αποτελεί σημαντική εξέλιξη για την πολιτική της Άγκυρας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η μεταβολή της στάσης της πολιτικής αρχής στην ανατολική Λιβύη —η οποία προηγουμένως αντιτασσόταν στη συμφωνία— δημιουργεί νέες ευκαιρίες για την Τουρκία να διευρύνει τις σχέσεις της στη χώρα, προσεγγίζοντας διάφορα πολιτικά κέντρα εξουσίας.
Ωστόσο, ο θεσμικός κατακερματισμός της Λιβύης παραμένει.
Επίσης, οι αντιρρήσεις της Ελλάδας σχετικά με τη συμφωνία, καθώς και τα συμφέροντα της Αιγύπτου στην Ανατολική Μεσόγειο, εξακολουθούν να είναι σημαντικοί παράγοντες.
Συνεπώς, η αξία αυτής της απόφασης για την Τουρκία θα εξαρτηθεί όχι μόνο από την ικανότητά της να ενισχύσει την τρέχουσα θέση της όσον αφορά τις θαλάσσιες δικαιοδοσίες, αλλά και από τη δυνατότητά της να οικοδομήσει ένα ευρύτερο δίκτυο διπλωματικών σχέσεων ενόψει του μέλλοντος της Λιβύης.
Συναντήσεις των ΥΠΕΞ R4+E3
Εν τω μεταξύ, οι συναντήσεις των υπουργών Εξωτερικών του σχήματος «R4» και του σχήματος «R4+E3», που πραγματοποιήθηκαν στην Κωνσταντινούπολη στις 23 Οκτωβρίου, αποτελούν μια ξεχωριστή εξέλιξη στη διπλωματία της Τουρκίας στην περιοχή.
Η ομάδα «R4» —που απαρτίζεται από την Τουρκία, την Αίγυπτο, το Πακιστάν και τη Σαουδική Αραβία— συναντήθηκε με τις χώρες της ομάδας «E3», δηλαδή τη Γαλλία, τη Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Με τη συμμετοχή και της Ιταλίας, υπουργοί Εξωτερικών από οκτώ χώρες βρέθηκαν μαζί στο ίδιο διπλωματικό πλαίσιο.
Η ατζέντα των συνομιλιών αναδεικνύει τη σημασία της συνάντησης σε πολιτικό επίπεδο. Στο επίκεντρο βρέθηκαν ζητήματα όπως η αντιπαράθεση μεταξύ ΗΠΑ/Ισραήλ και Ιράν, το Παλαιστινιακό ζήτημα, ο πόλεμος στην Υεμένη, οι ανησυχίες για την ασφάλεια στα Στενά του Ορμούζ και το Μπαμπ ελ Μαντέμπ, καθώς και οι εξελίξεις στη Μαύρη Θάλασσα.
Τα εμπλεκόμενα μέρη συμφώνησαν στην επίλυση των περιφερειακών συγκρούσεων μέσω της διπλωματίας και στη συνέχιση των συνομιλιών.
Η συνάντηση αυτή υπογραμμίζει ότι η ασφάλεια της Ευρώπης και εκείνη της Μέσης Ανατολής δεν μπορούν να εξετάζονται ως ξεχωριστά ζητήματα.
Οι εντάσεις στα Στενά του Ορμούζ επηρεάζουν τις αγορές ενέργειας, οι επιθέσεις στα Στενά Μπαμπ ελ Μαντέμπ έχουν αντίκτυπο στο παγκόσμιο εμπόριο, ενώ οι εξελίξεις στη Μαύρη Θάλασσα επηρεάζουν την ασφάλεια της Ευρώπης και τις εφοδιαστικές αλυσίδες.
Οι οικονομικές και στρατιωτικές συνέπειες των περιφερειακών συγκρούσεων ωθούν τις ευρωπαϊκές χώρες σε μεγαλύτερη εμπλοκή στη διπλωματία της Μέσης Ανατολής.
Από την πλευρά της Τουρκίας, η συνάντηση της Κωνσταντινούπολης κρίνεται σημαντική, καθώς θα μπορούσε να λειτουργήσει ως καταλύτης για τη δημιουργία ενός νέου μηχανισμού διαβούλευσης μεταξύ Ευρώπης και περιφερειακών δρώντων.
Ωστόσο, η αποτελεσματικότητα αυτού του μηχανισμού θα εξαρτηθεί όχι μόνο από την τακτική διεξαγωγή συναντήσεων, αλλά και από την ανάληψη κοινών διπλωματικών πρωτοβουλιών για τη διαχείριση κρίσεων.
Μέκκα και Ντόχα
Η Αμυντική Συμμαχία της Μέκκας —στην οποία συμμετέχουν η Τουρκία, η Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν— αποτελεί μια αξιοσημείωτη εξέλιξη στις σχέσεις ασφαλείας στην περιοχή.
Η συμμαχία βασίζεται σε αμοιβαίες δεσμεύσεις ασφαλείας και αναδεικνύει την ανάγκη για στενότερο στρατιωτικό συντονισμό μεταξύ των μερών.
Παράλληλα, το πλαίσιο αμυντικής συνεργασίας «Badr», που αναπτύχθηκε στη Ντόχα μεταξύ Τουρκίας, Κατάρ, Πακιστάν και Ινδονησίας, δημιουργεί νέες προοπτικές στους τομείς της αμυντικής βιομηχανίας, της τεχνολογίας και της από κοινού ανάπτυξης δυνατοτήτων.
Αν και οι δύο αυτές πρωτοβουλίες έχουν διαφορετικούς στόχους και πεδία εφαρμογής, παρουσιάζουν κοινά χαρακτηριστικά που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν συμπληρωματικά.
Ενώ η συμφωνία της Μέκκας εστιάζει στη στρατιωτική αποτροπή και στις αμοιβαίες προσδοκίες ασφαλείας, η πρωτοβουλία της Ντόχα δίνει έμφαση στη μακροπρόθεσμη συνεργασία στον τομέα της αμυντικής βιομηχανίας.
Η τεχνογνωσία της Τουρκίας στην αμυντική τεχνολογία, οι στρατιωτικές δυνατότητες του Πακιστάν, οι οικονομικοί πόροι του Κατάρ και οι βιομηχανικές υποδομές της Ινδονησίας δημιουργούν σημαντικές ευκαιρίες για την υλοποίηση κοινών έργων.
Ωστόσο, οι χώρες αυτές δεν ταυτίζονται ως προς την αντίληψη των από την οπτική της «Συμμαχίας της Μέκκας», ένα πιο κρίσιμο ζήτημα είναι ο τρόπος με τον οποίο θα υλοποιηθούν οι δεσμεύσεις αμοιβαίας άμυνας κατά τη διάρκεια περιφερειακών κρίσεων. Οι επιθέσεις των Χούθι κατά της Σαουδικής Αραβίας, οι εντάσεις με το Ιράν και οι στρατιωτικές πολιτικές των ΗΠΑ στην περιοχή συνιστούν τις προκλήσεις ασφαλείας που ενδέχεται να αντιμετωπίσει η συμμαχία στο μέλλον.
Τα μέλη οφείλουν να ενισχύσουν τη στρατιωτική αποτροπή ως απάντηση σε αυτές τις εξελίξεις, αναπτύσσοντας παράλληλα διπλωματικές πρωτοβουλίες για την αποτροπή της κλιμάκωσης των συγκρούσεων.
Η επίσκεψη στην Τεχεράνη
Η συνάντηση στην Τεχεράνη μεταξύ υψηλόβαθμων αξιωματούχων ασφαλείας από την Τουρκία, τη Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν, με την ιρανική κυβέρνηση, είναι ιδιαίτερα σημαντική για την αξιολόγηση του ρόλου που θα μπορούσε να διαδραματίσει η «Συμμαχία της Μέκκας» στην περιφερειακή ασφάλεια.
Οι συναντήσεις μεταξύ του Σαουδάραβα Υπουργού Άμυνας, Χαλίντ μπιν Σαλμάν, του Αρχηγού του Γενικού Επιτελείου του Πακιστάν, Ασίμ Μουνίρ, και του Διευθυντή της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (MİT) της Τουρκίας, Ιμπραήμ Καλίν, καταδεικνύουν την προθυμία των μελών της συμμαχίας να συμμετάσχουν σε απευθείας διάλογο για θέματα ασφαλείας με το Ιράν.
Αξιοσημείωτη είναι επίσης η χρονική συγκυρία της επίσκεψης.
Ενόψει των εκλογών στο Ισραήλ και των ενδιάμεσων εκλογών στις ΗΠΑ (3 Νοεμβρίου), συζητείται το ενδεχόμενο μιας νέας στρατιωτικής επιχείρησης κατά του Ιράν.
Η επιμονή της κυβέρνησης Τραμπ να διατηρεί τη στρατιωτική επιλογή στο τραπέζι, σε συνδυασμό με την προσέγγιση του Ισραήλ όσον αφορά την ασφάλεια έναντι του Ιράν, αυξάνει τον κίνδυνο μιας νέας σύγκρουσης στην περιοχή.
Στο πλαίσιο αυτό, η κοινή επίσκεψη των μελών της «Συμμαχίας της Μέκκας» στην Τεχεράνη μπορεί να εκληφθεί ως ένα σημαντικό διπλωματικό μήνυμα, το οποίο υποδηλώνει ότι η συμμαχία δεν δρα αποκλειστικά με σκοπό τη στρατιωτική εξισορρόπηση του Ιράν.
Η Τουρκία, η Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν εργάζονται για την ενίσχυση των δικών τους δυνατοτήτων ασφαλείας, επιδιώκοντας παράλληλα την ανάπτυξη διαύλων άμεσης διαπραγμάτευσης με το Ιράν.
Η δεύτερη διάσταση της επίσκεψης αφορά τις περιφερειακές συνέπειες μιας ενδεχόμενης αμερικανικής ή ισραηλινής παρέμβασης.
Μια νέα στρατιωτική επιχείρηση κατά του Ιράν θα μπορούσε να αυξήσει τους κινδύνους ασφαλείας σε μια ευρεία γεωγραφική περιοχή, από τα Στενά του Ορμούζ έως την Υεμένη και από το Ιράκ έως τις στρατιωτικές εγκαταστάσεις στον Κόλπο. Το γεγονός ότι η Σαουδική Αραβία αντιμετωπίζει επιθέσεις από τους Χούθι καταδεικνύει ότι οι κίνδυνοι αυτοί θα μπορούσαν να έχουν άμεσες συνέπειες για τα μέλη της συμμαχίας.
Η τρίτη διάσταση συνδέεται με το μέλλον της αφού, οι πολιτικές του Ιράν όσον αφορά την περιφερειακή επιρροή, οι δεσμοί του με τους Χούθι στην Υεμένη και η στάση του απέναντι στα Στενά του Ορμούζ υποδηλώνουν ότι εξακολουθούν να υφίστανται διαφορές απόψεων μεταξύ των μερών.
Εάν εξεταστούν συνδυαστικά η συνάντηση «R4» στην Κωνσταντινούπολη και η επίσκεψη στην Τεχεράνη, καθίσταται σαφές ότι οι ίδιες χώρες επιδιώκουν να οικοδομήσουν συντονισμό μέσω διαφορετικών διπλωματικών διαύλων.
Ενώ στην Κωνσταντινούπολη διαμορφώνεται μια κοινή διπλωματική ατζέντα με ευρωπαϊκές χώρες, στην Τεχεράνη πραγματοποιούνται απευθείας επαφές με το Ιράν. Παράλληλα, η «Συμμαχία της Μέκκας» παρέχει τη στρατιωτική και αμυντική διάσταση αυτών των πρωτοβουλιών.
Οι εξελίξεις αυτές δεν υποδηλώνουν ακόμη τη διαμόρφωση μιας θεσμοθετημένης αρχιτεκτονικής περιφερειακής ασφάλειας. Δείχνουν, ωστόσο, ότι οι περιφερειακοί δρώντες επιδιώκουν ταυτόχρονα την αμυντική συνεργασία και τις διπλωματικές διαπραγματεύσεις.
Ο ρόλος της Τουρκίας σε αυτή τη διαδικασία είναι σημαντικός, καθώς διευρύνει τις ευκαιρίες για επικοινωνία και συντονισμό μεταξύ χωρών με διαφορετικές προτεραιότητες ασφαλείας.
Όλα κρίνονται εκ του αποτελέσματος
Το επόμενο διάστημα, τα αποτελέσματα των συνομιλιών στην Τεχεράνη, η συνέχεια του διπλωματικού μηχανισμού που δρομολογήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, καθώς και η αντίδραση της «Συμμαχίας της Μέκκας» σε κρίσεις, θα καταδείξουν τον βαθμό στον οποίο οι πρωτοβουλίες αυτές μπορούν να συμβάλουν στην περιφερειακή ασφάλεια.
Εκτίμησή μας είναι ωστόσο ότι το αμφίρροπο αποτέλεσμα στις αυριανές Ισραηλινές εκλογές, το οποίο πιθανότατα έως σίγουρα δεν θα οδηγήσει σε σχηματισμό κυβέρνησης υπό τον Νετανιάχου, καθώς και η κατά πάσα πιθανότητα επικείμενη ήττα των Ρεπουμπλικάνων στις ενδιάμεσες εκλογές, σε συγκερασμό με την αύξηση των στρατιωτικών δυνάμεων των ΗΠΑ εγγύς του Περσικού κόλπου, συγκλίνουν σε νέα αεροπορική επίθεση ΗΠΑ-Ισραήλ κατά του Ιράν.
Εφόσον αυτό συμβεί , η κοινή επίσκεψη των μελών της «Συμμαχίας της Μέκκας» στην Τεχεράνη στην πράξη, ουδέν θετικό αποτέλεσμα παρήγαγε.
Όσο για τα υπόλοιπα οψόμεθα.