Ένα ευρύτερο αφήγημα πίεσης προς την Ελλάδα διαμορφώνεται στον τουρκικό δημόσιο λόγο μετά τις τελευταίες δηλώσεις του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν για το καθεστώς των νησιών του Αιγαίου.
Τουρκικές εφημερίδες και τηλεοπτικά δίκτυα δεν περιορίζονται πλέον στην αναπαραγωγή της απαίτησης της Άγκυρας περί αποστρατιωτικοποίησης.
Συνδέουν την ενίσχυση της ελληνικής άμυνας με τη στρατηγική συνεργασία Αθήνας–Ιερουσαλήμ, παρουσιάζουν την Ελλάδα ως μέρος ενός ευρύτερου περιφερειακού μετώπου απέναντι στην Τουρκία και, παράλληλα, επιχειρούν να μεταφέρουν στην Αθήνα την ευθύνη για την ένταση γύρω από τις τουρκικές δραστηριότητες στην Ανατολική Μεσόγειο.
Οι χαρακτηρισμοί περί «κακού γείτονα» και «πιονιού του Ισραήλ» είναι οι πιο εντυπωσιακοί.
Το σημαντικότερο, όμως, βρίσκεται πίσω από τις λέξεις: νησιά, Ισραήλ και Καστελλόριζο αρχίζουν να παρουσιάζονται στην Τουρκία ως κομμάτια της ίδιας ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης.

Από τη δήλωση Ερντογάν στα πρωτοσέλιδα
Το νέο κύμα δημοσιευμάτων ακολούθησε τις τοποθετήσεις του Τούρκου προέδρου κατά την επιστροφή του από το Κιργιστάν.
Ο Ερντογάν επανέφερε ευθέως την τουρκική απαίτηση να σταματήσει η στρατιωτική ενίσχυση νησιών τα οποία η Άγκυρα θεωρεί ότι υπάγονται σε καθεστώς αποστρατιωτικοποίησης.
Ερωτηθείς για το ενδεχόμενο η Ελλάδα να συνεχίσει τον εξοπλισμό τους, χρησιμοποίησε τη φράση:
«Να κάνουμε ό,τι είναι απαραίτητο».
Παράλληλα κάλεσε την Αθήνα να εγκαταλείψει, κατά τη διατύπωσή του, τον «λανθασμένο δρόμο» και προειδοποίησε ότι όποιος εκλαμβάνει την ψύχραιμη στάση της Τουρκίας ως αδυναμία διαπράττει «σοβαρό λάθος».
Η αναφορά του στην Ιστορία ως «καλό οδηγό» πρόσθεσε ακόμη μεγαλύτερο πολιτικό βάρος στις δηλώσεις.
Η Αθήνα απορρίπτει διαχρονικά την τουρκική ερμηνεία για το καθεστώς των νησιών και συνδέει την αμυντική τους θωράκιση με την ανάγκη προστασίας της ελληνικής επικράτειας.

«Πιόνι του Ισραήλ»
Η εφημερίδα Türkiye επέλεξε να συνδέσει ευθέως τις δηλώσεις Ερντογάν με την ελληνοϊσραηλινή συνεργασία.
Παρουσίασε την Ελλάδα ως «πιόνι του Ισραήλ» και έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στη φράση του Τούρκου προέδρου περί αλλαγής πορείας από την Αθήνα.
Η επιλογή του συγκεκριμένου χαρακτηρισμού δεν είναι αποκομμένη από το κλίμα που έχει διαμορφωθεί τις τελευταίες εβδομάδες στον τουρκικό Τύπο.
Η ενίσχυση των στρατιωτικών σχέσεων Ελλάδας–Ισραήλ και κυρίως η προοπτική ανάπτυξης ισραηλινών αντιαεροπορικών, αντιπυραυλικών και αντι-drone συστημάτων στην ελληνική επικράτεια αντιμετωπίζονται πλέον από σημαντικό τμήμα των τουρκικών μέσων ως παράγοντας που επηρεάζει άμεσα την ισορροπία ασφαλείας στο Αιγαίο.
Εδώ βρίσκεται και μία ουσιαστική μεταβολή.
Η τουρκική δημόσια συζήτηση δεν εξετάζει πλέον την ελληνοϊσραηλινή συμφωνία μόνο ως εξοπλιστικό πρόγραμμα της Ελλάδας, αλλά τη συνδέει με την ευρύτερη στρατηγική αντιπαράθεση Άγκυρας–Ιερουσαλήμ.
Η Sabah μιλά για «ιστορικής σημασίας προειδοποίηση»
Ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα απέδωσε στις δηλώσεις η Sabah.
Η φιλοκυβερνητική τουρκική εφημερίδα τις παρουσίασε ως «ιστορικής σημασίας προειδοποίηση προς την Ελλάδα», υποστηρίζοντας ότι η Αθήνα συγκεντρώνει οπλικά συστήματα στο Αιγαίο.
Η συγκεκριμένη διατύπωση είναι πολιτικά σημαντική.
Δεν περιορίζεται στην καταγραφή μιας διαφοράς μεταξύ των δύο χωρών, αλλά επιχειρεί να παρουσιάσει τις ελληνικές αμυντικές επιλογές ως ενέργεια που απαιτεί αντίδραση της Τουρκίας.
Η Ελλάδα, από την πλευρά της, θεωρεί ότι ο αμυντικός σχεδιασμός στο έδαφός της αποτελεί κυριαρχικό της δικαίωμα και δεν μπορεί να υπόκειται σε τουρκικό βέτο.
CNN Türk: «Κακός γείτονας»
Στο CNN Türk η γλώσσα έγινε ακόμη περισσότερο πολιτική.
Κατά τη διάρκεια τηλεοπτικής συζήτησης, ο παρουσιαστής Τουντς Αρσάναλπ χαρακτήρισε την Ελλάδα «έναν από τους κακούς γείτονες», συνδέοντας αυτή την εκτίμηση τόσο με τις αμυντικές συμφωνίες με το Ισραήλ όσο και με τη στρατιωτική παρουσία στα νησιά.
Πρόκειται για χαρακτηρισμό του παρουσιαστή και όχι για επίσημη θέση της τουρκικής κυβέρνησης.
Ωστόσο, έχει σημασία επειδή εντάσσεται στην ίδια ακριβώς αφηγηματική αλυσίδα:
η Ελλάδα εξοπλίζεται, συνεργάζεται με το Ισραήλ και, κατά την τουρκική προσέγγιση, απομακρύνεται από την πολιτική της «καλής γειτονίας».
Από τουρκικής πλευράς προβάλλεται ταυτόχρονα η θέση ότι η Άγκυρα ακολουθεί μετριοπαθή πολιτική αλλά οφείλει να προστατεύσει τα δικαιώματά της.
Η Αθήνα έχει διαφορετική ανάγνωση, επισημαίνοντας ότι η αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως πολιτική καλής γειτονίας.
Γιατί το Ισραήλ βρίσκεται πλέον σε κάθε συζήτηση για το Αιγαίο
Εδώ βρίσκεται πιθανότατα το σημαντικότερο στοιχείο της νέας τουρκικής ρητορικής.
Η Ελλάδα και το Ισραήλ συνεργάζονται στον αμυντικό τομέα εδώ και χρόνια.
Ωστόσο, η επιδείνωση των σχέσεων Τουρκίας–Ισραήλ και η παράλληλη ενίσχυση της συνεργασίας Αθήνας–Ιερουσαλήμ έχουν αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο η Άγκυρα αντιλαμβάνεται τη συγκεκριμένη σχέση.
Για τα τουρκικά μέσα, τα ισραηλινά αμυντικά συστήματα που μπορεί να ενταχθούν στην «Ασπίδα του Αχιλλέα» δεν είναι πλέον απλώς ελληνικές προμήθειες.
Παρουσιάζονται ως επέκταση της ισραηλινής στρατιωτικής και τεχνολογικής παρουσίας σε μια περιοχή άμεσου ενδιαφέροντος για την Τουρκία.
Αυτό εξηγεί γιατί η λέξη «Ισραήλ» εμφανίζεται ολοένα συχνότερα δίπλα στις τουρκικές αναφορές για τα ελληνικά νησιά.
Και στο βάθος το Καστελλόριζο
Η δεύτερη γραμμή πίεσης αφορά την Ανατολική Μεσόγειο.
Η Hürriyet παρουσίασε την ελληνική αντίδραση στις τουρκικές ερευνητικές δραστηριότητες νότια του Καστελλόριζου ως ένδειξη «έντασης στην Αθήνα».
Η Άγκυρα έχει εκδώσει NAVTEX για δραστηριότητες του ερευνητικού σκάφους TÜBİTAK Marmara, μέρος των οποίων αφορά περιοχή όπου Ελλάδα και Τουρκία έχουν διαφορετικές θέσεις ως προς τη θαλάσσια δικαιοδοσία.
Η ελληνική πλευρά έχει αντιδράσει στις τουρκικές κινήσεις και παρακολουθεί τις δραστηριότητες στην περιοχή.
Το ενδιαφέρον βρίσκεται ξανά στον τρόπο παρουσίασης:
η τουρκική κίνηση περιγράφεται ως δεδομένη δραστηριότητα, ενώ η ελληνική αντίδραση εμφανίζεται ως παράγοντας που προκαλεί την ένταση.
Πρόκειται για κλασική σύγκρουση αφηγημάτων μεταξύ των δύο πλευρών, με διαφορετικές νομικές και πολιτικές ερμηνείες για τις θαλάσσιες ζώνες.
Τρία διαφορετικά ζητήματα γίνονται ένα
Εάν εξεταστούν χωριστά, τα τρία θέματα είναι διαφορετικά.
Η αποστρατιωτικοποίηση αφορά την τουρκική ερμηνεία των διεθνών συνθηκών για ορισμένα ελληνικά νησιά.
Η συμφωνία Ελλάδας–Ισραήλ αφορά την ελληνική αμυντική πολιτική και την απόκτηση νέων συστημάτων.
Οι δραστηριότητες νότια του Καστελλόριζου αφορούν τη γνωστή διαφορά Αθήνας–Άγκυρας για τις θαλάσσιες ζώνες.
Στον τουρκικό δημόσιο λόγο, όμως, τα τρία αρχίζουν να ενώνονται.
Το κοινό επιχείρημα που προκύπτει είναι ότι η Ελλάδα ενισχύει στρατιωτικά τα νησιά, συνδέεται ολοένα στενότερα με το Ισραήλ και αντιδρά στις τουρκικές κινήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο.
Αυτή η σύνθεση έχει μεγαλύτερη πολιτική σημασία από οποιονδήποτε μεμονωμένο προσβλητικό τίτλο.
Από τη ρητορική στο πεδίο
Το επόμενο ερώτημα είναι εάν η συγκεκριμένη γραμμή θα παραμείνει στο επίπεδο της δημόσιας αντιπαράθεσης.
Η Ελλάδα και η Τουρκία εξακολουθούν να διαθέτουν ενεργούς διαύλους επικοινωνίας, όπως κατέδειξε και η πρόσφατη παρουσία του Ιμπραήμ Καλίν στην Αθήνα.
Ταυτόχρονα, όμως, οι διαφορές στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο παραμένουν ενεργές και τους επόμενους μήνες αναμένονται δραστηριότητες που μπορούν να δημιουργήσουν νέα σημεία τριβής.
Υδρογραφικές έρευνες, NAVTEX, ενεργειακές διασυνδέσεις και η ανάπτυξη νέων αμυντικών συστημάτων μπορούν να δοκιμάσουν στην πράξη το κλίμα των «ήρεμων νερών».
Γι' αυτό και η σημασία των σημερινών τουρκικών δημοσιευμάτων δεν βρίσκεται στους χαρακτηρισμούς.
Βρίσκεται στο ότι δημιουργείται σταδιακά ένα πολιτικό και επικοινωνιακό πλαίσιο μέσα στο οποίο η Άγκυρα μπορεί να εντάξει τις επόμενες κινήσεις της απέναντι στην Ελλάδα.
Το αν αυτό θα παραμείνει ρητορική πίεση ή θα αποτυπωθεί και στο πεδίο είναι το στοιχείο που θα κρίνει την επόμενη φάση των ελληνοτουρκικών σχέσεων.