Μια κρίσιμη διπλωματική αναμέτρηση αναμένεται να λάβει χώρα στη Σόφια της Βουλγαρίας στις 10 Ιουνίου, στο περιθώριο της Συνόδου Κορυφής και της Υπουργικής Συνάντησης της Διαδικασίας Συνεργασίας Νοτιοανατολικής Ευρώπης (SEECP).
Όπως ανακοίνωσε επίσημα η εκπρόσωπος του Υπουργείου Εξωτερικών, Λάνα Ζωχιού, η διάσκεψη θα επικεντρωθεί σε ζητήματα περιφερειακής ασφάλειας και γεωπολιτικών προκλήσεων, προσφέροντας παράλληλα το έδαφος για μια απευθείας, τετ α τετ επαφή μεταξύ του Έλληνα Υπουργού Εξωτερικών, Γιώργου Γεραπετρίτη, και του Τούρκου ομολόγου του, Χακάν Φιντάν.
Αν και η επαφή αυτή δεν έχει προγραμματιστεί ως αυτοτελής διμερής συνάντηση αλλά θα πραγματοποιηθεί στις καθιερωμένες επαφές των εργασιών, η Αθήνα προσέρχεται με σαφή ατζέντα. Ο Έλληνας ΥΠΕΞ αναμένεται να ξεκαθαρίσει προς την τουρκική πλευρά ότι τυχόν θεσμοθέτηση και προώθηση του νομοθετήματος που συνδέεται με το αναθεωρητικό δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» συνιστά απαράδεκτη μονομερή ενέργεια. Η ελληνική διπλωματία θα καταστήσει σαφές ότι μια τέτοια εξέλιξη θα επιφέρει άμεσες και σοβαρές συνέπειες τόσο στο κλίμα των διμερών σχέσεων όσο και στη διεθνή εικόνα της ίδιας της Τουρκίας.

Το αθόρυβο διπλωματικό πλέγμα και η επιφυλακή
Σύμφωνα με διπλωματικές πηγές, το προηγούμενο διάστημα η Αθήνα κινήθηκε μεθοδικά και μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, προχωρώντας σε πλήρη ενημέρωση των συμμάχων και εταίρων της για τις τουρκικές μεθοδεύσεις σχετικά με τις θαλάσσιες ζώνες. Αυτή η στρατηγική της «αθόρυβης» πίεσης εκτιμάται ότι συνέβαλε, σε αυτή τη φάση, στην απόφαση της Άγκυρας να μεταθέσει χρονικά την κατάθεση του επίμαχου νομοσχεδίου στην Τουρκική Εθνοσυνέλευση (TBMM) για το φθινόπωρο, με πιθανότερο ορίζοντα τον Οκτώβριο.
Αν και η προσωρινή αυτή αναβολή αξιολογείται ως θετική ένδειξη για την αποφυγή άμεσης κλιμάκωσης, τα ελληνικά επιτελεία παραμένουν σε κατάσταση ύψιστης επιφυλακής. Σημειώνεται με έμφαση ότι, καθώς δεν έχει παρουσιαστεί ακόμη επίσημο νομοθετικό κείμενο από την τουρκική πλευρά και οι πληροφορίες βασίζονται σε ελεγχόμενες διαρροές των τουρκικών ΜΜΕ, οι τελικές προθέσεις της Άγκυρας δεν μπορούν να θεωρηθούν δεδομένες.
Υπό αυτό το πρίσμα, η παρουσία των δύο υπουργών στη Σόφια αποτελεί ένα κρίσιμο τεστ για τη διατήρηση των ανοικτών διαύλων επικοινωνίας, αλλά κυρίως για την κατηγορηματική αποσαφήνιση των ελληνικών «κόκκινων γραμμών» απέναντι σε οποιαδήποτε αμφισβήτηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας.