Συνεχίζει την πάγια τακτική της έντασης και των ανυπόστατων διεκδικήσεων η Άγκυρα, χρησιμοποιώντας για ακόμη μία φορά το ευαίσθητο ζήτημα της Δυτικής Θράκης ως διπλωματικό μοχλό πίεσης.
Ο εκπρόσωπος του κυβερνώντος κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP), Ομέρ Τσελίκ, προχώρησε σε νέες εμπρηστικές δηλώσεις, επιμένοντας στην παραπλανητική ρητορική περί «τουρκικής» μειονότητας και καταγγέλλοντας την Ελλάδα για δήθεν παράνομες πρακτικές.
Οι δηλώσεις αυτές δεν αποτελούν κεραυνό εν αιθρία, αλλά εντάσσονται σε μια συστηματική προσπάθεια της τουρκικής ηγεσίας να εργαλειοποιήσει τους Έλληνες μουσουλμάνους πολίτες. Η Άγκυρα παραβλέπει επιδεικτικά τις διεθνείς συνθήκες που η ίδια η Τουρκία έχει υπογράψει, επιχειρώντας να δημιουργήσει τεχνητά ζητήματα στο εσωτερικό της Ελλάδας.
Η εμμονή με την εκλογή των μουφτήδων
Μέσα από τον προσωπικό του λογαριασμό στην πλατφόρμα X, ο Ομέρ Τσελίκ εξαπέλυσε ευθεία επίθεση κατά της Αθήνας. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, οι ελληνικές αρχές συνεχίζουν τις «άδικες και παράνομες πρακτικές» απέναντι σε αυτούς που ο ίδιος αυθαίρετα ονομάζει «Τούρκους» της Δυτικής Θράκης.
Ο πυρήνας των τουρκικών αιτιάσεων εστιάζεται στο ζήτημα της θρησκευτικής ηγεσίας, με τον εκπρόσωπο του AKP να υποστηρίζει ότι η Ελλάδα παραβιάζει επί χρόνια το δικαίωμα της μειονότητας να εκλέγει απευθείας τους δικούς της μουφτήδες.
Ο Τσελίκ προχώρησε μάλιστα και σε υποδείξεις προς την ελληνική κυβέρνηση, ζητώντας της να συμπεριφερθεί σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο και τη δικαιοσύνη. Συνέδεσε δε, με τρόπο εκβιαστικό, το μέλλον των ελληνοτουρκικών σχέσεων με την ικανοποίηση των τουρκικών αξιώσεων.
«Εάν η κυβέρνηση της Αθήνας επιδείξει μια νομικά σύμφωνη και ειλικρινή προσέγγιση, αυτό θα ήταν σωστό τόσο για την παράδοση των δικαιωμάτων της "Τουρκικής Μειονότητας" όσο και για πιο θετικές συνεισφορές στις ελληνοτουρκικές σχέσεις», σημείωσε ο Τούρκος αξιωματούχος, απειλώντας ουσιαστικά με πάγωμα του διαλόγου.
Η πραγματικότητα της Λωζάνης και η ελληνική απάντηση
Πίσω από τη ρητορική της Άγκυρας, ωστόσο, κρύβεται μια σκόπιμη διαστρέβλωση της πραγματικότητας. Η Ελλάδα, απολύτως ευθυγραμμισμένη με το διεθνές δίκαιο, αναγνωρίζει αποκλειστικά μουσουλμανική μειονότητα στη Θράκη, όπως ακριβώς ορίζει ρητά και κατηγορηματικά η Συνθήκη της Λωζάνης του 1923. Οποιαδήποτε απόπειρα της Τουρκίας να προσδώσει εθνικό πρόσημο στη μειονότητα αποτελεί ευθεία παραβίαση της ίδιας της συνθήκης, την οποία η Άγκυρα επικαλείται μόνο όταν εξυπηρετεί τα δικά της συμφέροντα.
Όσον αφορά το φλέγον ζήτημα των μουφτήδων, η ελληνική επιχειρηματολογία είναι νομικά αδιαπέραστη. Οι μουφτήδες στην Ελλάδα δεν ασκούν απλώς αμιγώς θρησκευτικά καθήκοντα, όπως συμβαίνει σε άλλες χώρες, αλλά διαθέτουν δικαιοδοτικές και δικαστικές αρμοδιότητες σε θέματα οικογενειακού και κληρονομικού δικαίου, μέσω της προαιρετικής εφαρμογής της Σαρίας.
Σύμφωνα με το Σύνταγμα, το ελληνικό δίκαιο και τις θεμελιώδεις ευρωπαϊκές αρχές, οι δικαστικοί λειτουργοί διορίζονται από την πολιτεία με διαφανείς διαδικασίες και δεν εκλέγονται μέσω λαϊκής ψηφοφορίας.
Η τουρκική απαίτηση για «εκλεγμένους» μουφτήδες στοχεύει αποκλειστικά στη δημιουργία ενός παράλληλου, ελεγχόμενου από το τουρκικό προξενείο, συστήματος εξουσίας εντός της ελληνικής επικράτειας. Μια πρακτική που κανένα κυρίαρχο κράτος δεν θα μπορούσε να αποδεχθεί.