Ο λαγοκέφαλος (Lagocephalus sceleratus) αποτελεί ένα από τα πλέον ανησυχητικά ξενικά είδη που έχουν εισβάλει στη Μεσόγειο Θάλασσα. Η ταχεία εξάπλωσή του από την Ανατολική Μεσόγειο σε ολόκληρη τη λεκάνη της θάλασσας έχει προκαλέσει σοβαρές ανησυχίες για τις επιπτώσεις του στη βιοποικιλότητα, στα θαλάσσια οικοσυστήματα και στην αλιεία. Παράλληλα, η αναζήτηση φυσικών θηρευτών που θα μπορούσαν να συμβάλουν στον έλεγχο των πληθυσμών του αποτελεί αντικείμενο έντονου επιστημονικού ενδιαφέροντος.
Σύμφωνα με επιστημονικές μελέτες, δεν έχουν καταγραφεί συγκεκριμένοι φυσικοί θηρευτές του λαγοκέφαλου στις φυσικές περιοχές εξάπλωσής του στον Ινδο-Ειρηνικό. Για τον λόγο αυτό, οι ερευνητές εξέτασαν τους θηρευτές των τετραοδοντιδών ψαριών γενικότερα, δηλαδή της οικογένειας στην οποία ανήκει ο λαγοκέφαλος. Μεταξύ των ειδών που έχουν καταγραφεί να θηρεύουν ψάρια της οικογένειας αυτής περιλαμβάνονται οι γαρίδες-μάντις (Stomatopoda), τα σαυρόψαρα του γένους Synodus, ο καρχαρίας τίγρης (Galeocerdo cuvier), ο λεμονοκαρχαρίας (Negaprion brevirostris), τα θαλάσσια φίδια του γένους Enhydrina, τα γατόψαρα του γένους Arius, το κομπία (Rachycentron canadum), η παλαμίδα skipjack (Katsuwonus pelamis) και το κοινό χταπόδι (Octopus vulgaris).
Στη Μεσόγειο, ωστόσο, τα διαθέσιμα στοιχεία είναι ιδιαίτερα περιορισμένα. Η μοναδική καταγεγραμμένη περίπτωση θήρευσης ενήλικου λαγοκέφαλου αφορά τη θαλάσσια χελώνα καρέτα καρέτα, η οποία αποτελεί τον μόνο επιβεβαιωμένο φυσικό θηρευτή ενήλικων ατόμων του είδους στην περιοχή. Αντίθετα, τα νεαρά άτομα του λαγοκέφαλου φαίνεται να είναι περισσότερο ευάλωτα, καθώς έχουν καταγραφεί να αποτελούν λεία για το μαγιάτικο (Coryphaena hippurus) και τη ζαργάνα (Belone belone).
Η έρευνα επιβεβαίωσε επίσης την ύπαρξη κανιβαλισμού μεταξύ νεαρών λαγοκέφαλων στη Μεσόγειο, καθώς άτομα του ίδιου είδους έχουν βρεθεί να καταναλώνουν νεότερα ή μικρότερα άτομα. Το φαινόμενο αυτό αποτελεί μία επιπλέον μορφή φυσικής θνησιμότητας για το είδος, χωρίς όμως να υπάρχουν ενδείξεις ότι μπορεί να περιορίσει ουσιαστικά την πληθυσμιακή του ανάπτυξη.
Στον Δυτικό Ατλαντικό, όπου έχουν εξεταστεί γενικότερα οι θηρευτές των ψαριών της οικογένειας των τετραοδοντιδών, έχουν καταγραφεί ως φυσικοί εχθροί τους το κοινό χταπόδι, τα βατραχόψαρα (Antennaridae) και διάφορα θαλάσσια πτηνά.
Παρά τις καταγραφές αυτές, οι επιστήμονες τονίζουν ότι τα διαθέσιμα δεδομένα για τη φυσική θήρευση του λαγοκέφαλου παραμένουν περιορισμένα. Τα στοιχεία που έχουν συγκεντρωθεί μέχρι σήμερα υποδηλώνουν ότι η φυσική θήρευση δεν επαρκεί για να ελέγξει αποτελεσματικά τους πληθυσμούς του είδους στη Μεσόγειο. Η περιορισμένη παρουσία φυσικών θηρευτών, ιδιαίτερα για τα ενήλικα άτομα, θεωρείται ένας από τους παράγοντες που έχουν συμβάλει στην εντυπωσιακή εξάπλωση του λαγοκέφαλου σε ολόκληρη τη Μεσόγειο Θάλασσα.
Όπως γίνεται εύκολα κατανοητό, η διαχείριση των πληθυσμών του λαγοκέφαλου δεν μπορεί να βασιστεί αποκλειστικά στη φυσική θήρευση. Αντίθετα, επισημαίνεται ότι ενδέχεται να απαιτηθούν στοχευμένα μέτρα απομάκρυνσης και διαχείρισης από τον άνθρωπο, καθώς οι υπάρχοντες φυσικοί θηρευτές δεν φαίνεται να ασκούν επαρκή πίεση ώστε να ανακόψουν την περαιτέρω εξάπλωση του εισβολικού αυτού είδους στη Μεσόγειο.
Πώς έφτασε ο λαγοκέφαλος στην Ελλάδα
Ο λαγοκέφαλος (Lagocephalus sceleratus) δεν είναι γηγενές είδος της Μεσογείου. Η φυσική του κατανομή βρίσκεται στον Ινδικό και τον Ειρηνικό Ωκεανό, καθώς και στην Ερυθρά Θάλασσα. Η παρουσία του στις ελληνικές θάλασσες συνδέεται άμεσα με τη Διώρυγα του Σουέζ, η οποία εγκαινιάστηκε το 1869 και δημιούργησε έναν θαλάσσιο διάδρομο μεταξύ της Ερυθράς Θάλασσας και της Μεσογείου.
Οι επιστήμονες αποκαλούν το φαινόμενο αυτό «Λεσεψιανή μετανάστευση» (Lessepsian migration), από το όνομα του Γάλλου διπλωμάτη και μηχανικού, Φερδινάνδου ντε Λεσέψ, ο οποίος συνδέθηκε με την κατασκευή της Διώρυγας του Σουέζ. Μέσω αυτής της τεχνητής θαλάσσιας οδού, εκατοντάδες είδη οργανισμών πέρασαν από την Ερυθρά Θάλασσα στη Μεσόγειο, μεταβάλλοντας σταδιακά την ισορροπία των τοπικών οικοσυστημάτων.
Ο λαγοκέφαλος καταγράφηκε για πρώτη φορά στη Μεσόγειο στις αρχές της δεκαετίας του 2000 και έκτοτε εξαπλώθηκε με εντυπωσιακή ταχύτητα προς το Αιγαίο, την Κρήτη, τα Δωδεκάνησα και αργότερα προς τη δυτική Μεσόγειο. Επιστημονικές μελέτες επισημαίνουν ότι πρόκειται για ένα από τα πλέον επιτυχημένα και επιθετικά χωροκατακτητικά είδη που έχουν εισέλθει στη Μεσόγειο μέσω του Σουέζ.
Καθώς η θερμοκρασία των θαλασσών αυξάνεται και οι συνθήκες γίνονται ευνοϊκότερες για τροπικά είδη, οι ειδικοί εκτιμούν ότι ο λαγοκέφαλος θα συνεχίσει να αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για τις ελληνικές θάλασσες τα επόμενα χρόνια, με τις συνέπειες να γίνονται αισθητές τόσο στον πρωτογενή τομέα όσο και στις παράκτιες κοινωνίες που ζουν από τη θάλασσα.