Ο άνθρωπος που αφιέρωσε τη ζωή του στην αναζήτηση των θεμελιωδών νόμων του Σύμπαντος στρέφει πλέον την προσοχή του σε ένα διαφορετικό ερώτημα: θα έχει η ανθρωπότητα αρκετό χρόνο για να συνεχίσει να αναζητά τις απαντήσεις; Ο Ντέιβιντ Γκρος, βραβευμένος με Νόμπελ Φυσικής το 2004, έχει εκφράσει βαθιά ανησυχία για τον κίνδυνο μιας μεγάλης πυρηνικής σύγκρουσης, εκτιμώντας ότι οι επόμενες δεκαετίες μπορεί να αποδειχθούν εξαιρετικά επικίνδυνες.
Σε συνέντευξη που παραχώρησε στο επιστημονικό περιοδικό Live Science τον Απρίλιο του 2026, ο Αμερικανός θεωρητικός φυσικός διατύπωσε μία ιδιαίτερα απαισιόδοξη προσωπική εκτίμηση για το μέλλον. Όταν ρωτήθηκε εάν η επιστήμη θα έχει προχωρήσει αρκετά μέσα στα επόμενα 50 χρόνια ώστε να πλησιάσει σε μια ενιαία θεωρία των θεμελιωδών δυνάμεων της φύσης, απάντησε ότι θεωρεί μικρές τις πιθανότητες να ζήσουμε άλλα 50 χρόνια, επικαλούμενος τον κίνδυνο πυρηνικού πολέμου.

Η εκτίμηση για τα επόμενα 35 χρόνια
Ο Γκρος δεν περιορίστηκε σε μία γενική ανησυχία για τη διεθνή κατάσταση. Επιχείρησε να εξηγήσει την άποψή του μέσα από μια αριθμητική εκτίμηση του κινδύνου, η οποία, όπως διευκρίνισε, δεν αποτελεί αυστηρό επιστημονικό υπολογισμό.
Σύμφωνα με τον ίδιο, ακόμη και μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου υπήρχαν εκτιμήσεις που τοποθετούσαν τον ετήσιο κίνδυνο πυρηνικού πολέμου περίπου στο 1%. Υποστηρίζει ότι η διεθνής κατάσταση έχει επιδεινωθεί σημαντικά έκτοτε και θεωρεί ότι το ποσοστό αυτό θα μπορούσε πλέον να βρίσκεται κοντά στο 2% τον χρόνο.
Με βάση αυτή την προσωπική υπόθεση, αναφέρθηκε σε χρονικό ορίζοντα περίπου 35 ετών για τον κίνδυνο εκδήλωσης μιας πυρηνικής σύγκρουσης. Ο αριθμός αυτός δεν αποτελεί πρόβλεψη ότι ο κόσμος θα καταστραφεί μέσα σε συγκεκριμένη προθεσμία ούτε τεκμηριωμένη πιθανότητα εξαφάνισης του ανθρώπινου είδους. Αποτυπώνει την προσπάθεια του φυσικού να εξηγήσει πόσο σοβαρό θεωρεί το ενδεχόμενο μιας μεγάλης διεθνούς καταστροφής.

Γιατί θεωρεί ότι ο κόσμος γίνεται πιο επικίνδυνος
Στο επίκεντρο της ανησυχίας του βρίσκονται οι διεθνείς μηχανισμοί που είχαν δημιουργηθεί τις προηγούμενες δεκαετίες για να περιορίζουν την πιθανότητα πυρηνικής αναμέτρησης.
Ο Γκρος επισημαίνει ότι σημαντικές συμφωνίες ελέγχου των εξοπλισμών έχουν αποδυναμωθεί ή πάψει να ισχύουν, ενώ ο ανταγωνισμός μεταξύ πυρηνικών δυνάμεων εντείνεται. Στη δική του ανάγνωση, η κατάσταση γίνεται δυσκολότερη επειδή δεν πρόκειται πλέον για μια αντιπαράθεση δύο μόνο μεγάλων πυρηνικών δυνάμεων, όπως συνέβαινε στον Ψυχρό Πόλεμο.
Σήμερα, περισσότερα κράτη διαθέτουν πυρηνικά οπλοστάσια και οι περιφερειακές συγκρούσεις μπορούν να δημιουργήσουν αλληλοεπικαλυπτόμενες κρίσεις. Η διαχείρισή τους προϋποθέτει επικοινωνία, πολιτική αυτοσυγκράτηση και μηχανισμούς αποτροπής λανθασμένων εκτιμήσεων, στοιχεία που ο φυσικός θεωρεί ότι δοκιμάζονται.
Ο παράγοντας τεχνητή νοημοσύνη
Στις ανησυχίες του νομπελίστα προστίθεται και ο αυξανόμενος ρόλος της τεχνητής νοημοσύνης στα στρατιωτικά συστήματα.
Ο Γκρος εκτιμά ότι η ταχύτητα με την οποία μπορούν να λειτουργούν αυτοματοποιημένα συστήματα θα μπορούσε μελλοντικά να δημιουργήσει πιέσεις για ανάθεση ολοένα περισσότερων αποφάσεων σε μηχανές. Το πρόβλημα γίνεται ιδιαίτερα σοβαρό όταν οι αποφάσεις αυτές αφορούν την αξιολόγηση μιας πιθανής πυρηνικής απειλής.
Σε μια τέτοια κρίση, τα χρονικά περιθώρια αντίδρασης μπορεί να είναι πολύ μικρά. Η χρήση προηγμένων αλγορίθμων ενδέχεται να προσφέρει ταχύτερη επεξεργασία πληροφοριών, δημιουργεί όμως και ερωτήματα για τα σφάλματα, την ανθρώπινη εποπτεία και την ευθύνη λήψης αποφάσεων.
Η επισήμανση του Γκρος δεν σημαίνει ότι έχει αποδειχθεί πως η τεχνητή νοημοσύνη θα προκαλέσει πυρηνικό πόλεμο. Πρόκειται για προειδοποίηση σχετικά με έναν πρόσθετο κίνδυνο σε ένα ήδη πολύπλοκο σύστημα διεθνούς ασφάλειας.
Ποιος είναι ο Ντέιβιντ Γκρος
Ο Ντέιβιντ Γκρος γεννήθηκε το 1941 στην Ουάσιγκτον και συγκαταλέγεται στους σημαντικούς θεωρητικούς φυσικούς της γενιάς του.
Το 2004 τιμήθηκε με το Νόμπελ Φυσικής, από κοινού με τους Ντέιβιντ Πόλιτζερ και Φρανκ Βίλτσεκ, για την ανακάλυψη της ασυμπτωτικής ελευθερίας στην ισχυρή αλληλεπίδραση.
Η ανακάλυψη συνέβαλε καθοριστικά στην κατανόηση του τρόπου με τον οποίο αλληλεπιδρούν τα κουάρκ, δηλαδή τα στοιχειώδη σωματίδια από τα οποία αποτελούνται τα πρωτόνια και τα νετρόνια. Αποτέλεσε επίσης βασικό στοιχείο για την ανάπτυξη της κβαντικής χρωμοδυναμικής, της θεωρίας που περιγράφει την ισχυρή πυρηνική αλληλεπίδραση.
Στα επόμενα χρόνια ο Γκρος ασχολήθηκε με ευρύτερα ερωτήματα της θεωρητικής φυσικής, ιδιαίτερα με τη θεωρία των χορδών και τις προσπάθειες ενοποίησης των θεμελιωδών δυνάμεων.

Η επιστήμη δεν προσδιορίζει ημερομηνία καταστροφής
Η προειδοποίηση του Γκρος έχει ιδιαίτερο βάρος λόγω της επιστημονικής του διαδρομής, αλλά χρειάζεται να διαχωριστούν δύο πράγματα: η εξειδίκευσή του στη θεωρητική φυσική και η προσωπική εκτίμησή του για τους γεωπολιτικούς κινδύνους.
Δεν έχει παρουσιάσει κάποιο αποδεκτό επιστημονικό μοντέλο που να αποδεικνύει ότι η ανθρωπότητα θα εξαφανιστεί σε 35 ή 50 χρόνια. Ούτε το ποσοστό του 2% συνιστά καθιερωμένη μέτρηση της πιθανότητας πυρηνικού πολέμου. Ο ίδιος αναγνωρίζει ότι πρόκειται για μια πρόχειρη εκτίμηση, την οποία χρησιμοποιεί για να υπογραμμίσει πόσο επικίνδυνη θεωρεί τη σημερινή κατάσταση.
Γι' αυτό και η συζήτηση δεν σταματά στην απαισιόδοξη πρόβλεψή του. Ο Γκρος υποστηρίζει ότι τα κράτη πρέπει να διατηρούν ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας και να αναζητούν τρόπους περιορισμού των πυρηνικών κινδύνων.
Η αντίφαση που αναδεικνύει είναι εντυπωσιακή: ενώ η επιστήμη συνεχίζει να διευρύνει την κατανόηση του Σύμπαντος, οι ανθρώπινες αποφάσεις εξακολουθούν να καθορίζουν εάν θα υπάρχουν οι συνθήκες για να συνεχιστεί αυτή η αναζήτηση. Και αυτό, περισσότερο από οποιονδήποτε συγκεκριμένο αριθμό ετών, είναι ο πυρήνας της προειδοποίησης του.