Στην Ιταλία και στις κάλπες που ανοίγουν για την διεξαγωγή του δημοψηφίσματος είναι στραμμένα σήμερα τα βλέμματα όλης της Ευρώπης. Μια επικράτηση του «Όχι» θα πυροδοτήσει πολιτικές εξελίξεις στην Ιταλία και σίγουρα θα προκαλέσει αναταράξεις στην Ευρωζώνη. Κάποιοι μάλιστα σπεύδουν να μιλήσουν ακόμη και για τη χαριστική βολή στην Ευρωζώνη αν χάσει το δημοψήφισμα ο Ματέο Ρέντσι και οδηγηθεί σε παραίτηση. Κι αυτό, γιατί, όπως το αιτιολογούν, γιατί η διάδοχη κατάσταση στην Ιταλία δεν θα είναι φιλική για την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ευρώ, με τον Μπέπε Γκρίλο να ενισχύεται.
Οι τελευταίες πληροφορίες έλεγαν ότι οι Ιταλοί είναι πιθανότερο να πουν «Όχι» στην συνταγματική μεταρρύθμιση του Ματέο Ρέντσι, καθώς έχει περάσει πώς με αυτή οι Βρυξέλλες θα έχουν μεγαλύτερες εξουσίες στην Ιταλία. Ο πρωθυπουργός της χώρας έκανε ότι μπορούσε προκειμένου να αποδείξει πώς κάτι τέτοιο δεν ισχύει, αλλά το κατά πόσο τα κατάφερε θα φανεί σήμερα το βράδυ.
«Η διαφορά είναι ελάχιστη», τόνισε σε χθεσινή του ομιλία ο Ιταλός πρωθυπουργός Ματέο Ρέντσι, υποσχόμενος ότι αν κερδίσει το «Ναι» θα εργασθεί για το καλό όλης της χώρας. Σύμφωνα με πληροφορίες που διαρρέουν από το μέτωπο του «Όχι», τα τελευταία γκάλοπ -που δεν δημοσιοποιήθηκαν- δίνουν ποσοστό 53% σε αυτούς που αντιτίθενται στη μεταρρύθμιση και 47% στους υποστηρικτές του «Ναι».
Στενοί συνεργάτες του Ματέο Ρέντσι αναφέρουν πώς αν χάσει το δημοψήφισμα θα μεταβεί στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και υποβάλει την παραίτηση του. Η Ιταλία θα οδηγηθεί σε εκλογές και από εκεί και μετά όλα είναι πιθανά. Πολλοί αναφέρουν πώς οι εξελίξεις στην Ιταλία είναι πιο σημαντικές ή μάλλον κρίσιμες από το Brexit στη Βρετανία και την εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ στις ΗΠΑ.
Η αλήθεια είναι πώς πρόκειται για αλυσιδωτές αντιδράσεις στην παγκοσμιοποίηση. Οι πολίτες αντιδρούν στη λιτότητα, στην οικονομική εξαθλίωση τους και στην ενίσχυση του κεφαλαίου. Ειδικά στην Ευρωπαϊκή Ένωση οι πολίτες απορρίπτουν ολοένα και με μεγαλύτερη ένταση την πολιτική του Βερολίνου που θέλει δημοσιονομική προσαρμογή για να ενισχύεται το δικό της τραπεζικό σύστημα και οι βιομηχανίες της.
Στη Γαλλία, στην Ελλάδα, στην Πορτογαλία, στην Ισπανία, στην Ιταλία, ακόμη και στην Αυστρία, που αποτελούσε μέχρι πρόσφατα «δορυφόρο» της Γερμανίας η πολιτική αυτή έχει καταδικαστεί. Το οικοδόμημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης τρίζει και μαζί ασφαλώς και της Ευρωζώνης. Ήδη, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα του Μάριο Ντράγκι είναι έτοιμη να «σπρώξει» δισεκατομμύρια ευρώ προκειμένου να καθησυχάσει τος αγορές. Ωστόσο η θεωρία του ντόμινο είναι αυτή που ανησυχεί εξαιρετικά λόγω της έκθεσης των ιταλικών τραπεζών.
Η Ιταλία είναι η τρίτη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωζώνης και βιώνει εδώ και χρόνια μια βαθιά κρίση. Τα τελευταία δέκα χρόνια το ΑΕΠ της αυξήθηκε κατά μέσο όρο μόλις κατά 0,5%. Την ίδια ώρα το χρέος έχει εκτιναχθεί στο 132% του ΑΕΠ. Με μια στατική αγορά εργασίας, χαμηλή ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεών της, αναποτελεσματική δημόσια διοίκηση και αδύναμες τράπεζες, η χώρα αντιμετωπίζει ήδη τεράστια προβλήματα και σε αυτά δεν αποκλείεται να προστεθεί σύντομα άλλο ένα: Η απουσία κυβέρνησης.
Πολιτικοί αναλυτές εκτιμούν πάντως ότι οι Ιταλοί θα καταφέρουν να βρουν τον τρόπο να ξεπεράσουν γρήγορα τη διαφαινόμενη νέα κρίση. Σε διαφορετική περίπτωση, τα πράγματα θα είναι δύσκολα. «Η Ιταλία είναι πολύ μεγάλη για τον ευρωπαϊκό μηχανισμό στήριξης», αναφέρουν και προσθέτουν πώς τότε θα επανέλθουν και τα σενάρια για την παραμονή της χώρας στο ευρώ, όπως το 2012.
Το θέμα είναι πώς το 2012 δεν είναι 2016. Από τότε έχουν μεσολαβήσει πολλές εξελίξεις και ιδίως οι Ευρωπαίοι δεν αντιμετωπίζουν πλέον ως ταμπού μία πιθανή έξοδο από την Ευρωζώνη. Θεωρούν πως το κοινό νόμισμα δεν τους ωφέλησε και τόσο. Αυτό το πιστεύουν πάρα πολλοί στην Ιταλία που έχει βιομηχανία και βεβαίως δεν είναι Ελλάδα.
Στην Ελλάδα, 7 χρόνια μετά υπογράφουμε μνημόνια, χωρίς να φαίνεται πουθενά φως, ενώ και τα μηνύματα από την Πορτογαλία είναι κάθε άλλο παρά ενθαρρυντικά. Η χώρα που έχει στο ενεργητικό της ήδη ένα μνημόνιο, κινδυνεύει εκ νέου. Μόλις ένας μικρός Οίκος Αξιολόγησης, ο DBRS διατηρεί την πιστοληπτική ικανότητα της χώρας στο ΒΒΒ, την χαμηλότερη επενδυτική βαθμίδα μεν, αλλά μια βαθμίδα που εξασφαλίζει τη συμμετοχή των πορτογαλικών ομολόγων στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ.
Γερμανοί πολιτικοί δεν αποκλείουν το ενδεχόμενο να προσφύγει η Λισαβόνα και πάλι στον ευρωπαϊκό μηχανισμό στήριξης. Στον προεκλογικό αγώνα αυτό θα χρεώνονταν σίγουρα στην ευρωπαϊκή πολιτική διάσωσης που διαμορφώνεται ως επί το πλείστον από το Βερολίνο.
Εξέχουσα θέση στη μακροσκελή λίστα των ευρωπαϊκών προβλημάτων έχει και η Γαλλία. «Ο μεγαλύτερος κίνδυνος για την Ευρώπη και το ευρώ το 2017 απορρέει από τις γαλλικές προεδρικές εκλογές», προειδοποιεί ο ευρωβουλευτής των Γερμανών Πρασίνων Μάνουελ Ζάρατσιν.
Το ενδεχόμενο επικράτησης της Μαρίν Λεπέν του ακροδεξιού Εθνικού Μετώπου μπορεί μάλλον να αποκλειστεί. Μετά το Brexit και την εκλογή Τραμπ όμως κανένας αναλυτής δεν βάζει και το χέρι του στη φωτιά. Σε περίπτωση που γίνει πρόεδρος, αυτό θα μπορούσε να σηματοδοτήσει το τέλος της ΕΕ και του ευρώ, εκτιμούν κυβερνητικοί κύκλοι στο Βερολίνο που επικαλείται το Reuters. Και στην περίπτωση αυτή θα αποκτούσε τελείως διαφορετικό χαρακτήρα και ο προεκλογικός αγώνας στη Γερμανία.
Με λίγα λόγια οι εξελίξεις «τρέχουν» με μεγάλη ταχύτητα στη Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωζώνη και το μεγάλο ερώτημα είναι αν αυτές θα επηρεάσουν θετικά ή αρνητικά την Ελλάδα.