Ιστορικές έρευνες για την βυζαντινή καταγωγή της ελληνικής βασιλικής δυναστείας

Δημοσίευση: 29 Απριλίου 2018, 1:30 μμ | Ανανέωση: Απρίλιος 29, 2018 στις 1:31 μμ

Παρουσιάζουμε, στο σύνολο της, μια ιστορική έρευνα που καταλήγει όπως υποστηρίζεται από τα συμπεράσματα τεσσάρων ιστορικών ερευνητών, ότι οι Βυζαντινές ρίζες της Δανικής Βασιλικής Οικογένειας είναι αναμφισβήτητες και ότι η γενιά του Γεωργίου Α′ είναι καθαρά ελληνική.


Παραθέτονται παρακάτω οι δημοσιεύσεις των ερευνών αυτών από τα βιβλία: «Οι Βασιλείς μας είναι απόγονοι των Βυζαντινών Αυτοκρατόρων» των καθηγητών Ιστορίας Α. Γιαλαμά και Α. Σγάντζο, έκδοση του 1937 και «Η Βασιλεία εν Ελλάδι» του καθηγητή Ιστορίας Δ. Ρόζου, έκδοση του 1945. Από πολλούς έγιναν αποδεκτές και από ακόμη πιο πολλούς οι έρευνες αυτές απορρίφτηκαν.

Όμως το ιστορικό που ακολουθεί έχει ένα ενδιαφέρον.

Ενώ ο απόηχος της αποχώρησης του βασιλιά Όθωνα δεν είχε ακόμα σβήσει, τριμελής επιτροπή της εθνικής Συνέλευσης, αποτελούμενη από τους Κων. Κανάρη, Θρασ. Ζαΐμη και Δημ. Γρίβα, ταξίδεψε στην Κοπεγχάγη (Απρίλιος 1863), για να προσφέρει το ελληνικό στέμμα στο δευτερότοκο γιο του διαδόχου του θρόνου της Δανίας Γεώργιο – Χριστιανό – Γουλιέλμο, μετά την άρνηση της βασίλισσας Βικτορίας της Μεγάλης Βρετανίας να αποδεχτεί την αρχική πρόταση, που αφορούσε στον – επίσης δευτερότοκο – γιο της Ερνέστο – Αλβέρτο – Αλφρέδο.

Το 1863, την ίδια χρονιά που η χώρα πρόσφερε το στέμμα της στον Γεώργιο, ο Δανός ερευνητής Κ. Laghorn κατάστρωσε, ύστερα από πολύπλευρη μελέτη, γενεαλογικό πίνακα, τον οποίο μετέφρασε στην ελληνική γλώσσα ο καθηγητής της Λατινικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Στέφανος Α. Κουμανούδης, που δίδαξε τη γλώσσα μας στο νεαρό βασιλιά. Πίνακας, μετάφραση, στοιχεία και σημειώσεις περιήλθαν αργότερα στην Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία, που δημοσίευσε εκλογή τους στο φερώνυμο Δελτίο της. Σύμφωνα με τον πίνακα του Laghorn μακρινός γενάρχης του Γεωργίου ήταν ο αυτοκράτορας Μιχαήλ (1263-83), της δυναστείας των Παλαιολόγων.


Εξήντα χρόνια αργότερα ο Βιεννέζος ιστοριοδίφης βαρόνος Α. Dungern συνέχισε τις σχετικές έρευνες και συμφώνησε ως προς το πρόσωπο του γενάρχη, ενώ ο Κωνσταντίνος. Αθ. Βερναρδάκης – φιλολογικό ψευδώνυμο «Ιχνηλάτης» – υποστήριξε ότι οι ρίζες της ελληνικής δυναστείας ανάγονται στον αυτοκράτορα Βασίλειο Α’ το Μακεδόνα.

Ωστόσο, είχαν προηγηθεί σε χρόνο ανύποπτο έρευνες στη βιβλιοθήκη της Ιεράς Μονής Ίμβρου του Βαρθολομαίου Κουτλουμουσιανού του Ιμβρίου, ο όποιος, στηριζόμενος σε βιβλία και χειρόγραφα, περιέλαβε στα απομνημονεύματά του το συμπέρασμα του, ότι η δανική βασιλική οικογένεια είχε το ίδιο αίμα με εκείνο του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Παλαιολόγου ΙΑ′.

Με επιμονή και με πολύμηνη αναδρομή σε σωρεία πηγών ο βαρόνος Dungern κατόρθωσε να ανασυνθέσει το οικογενειακό δέντρο του Γεωργίου, που διακλαδιζόμενο έφτανε ίσαμε τους απώτερους χρόνους της ρωμαλέας ακμής του ελληνισμού, ενώ οι ρίζες του βυθίζονταν στους αυτοκρατορικούς οίκους των Μακεδόνων, των Κομνηνών, των Αγγέλων, των Δουκών και των Παλαιολόγων, μην αφήνοντας – χάρη στη σχολαστικότητα και συστηματικότητα της εργασίας του – περιθώρια για αμφιβολίες και αμφισβητήσεις.

Στο σημείο αυτό υπεισέρχεται, ενισχυτικά, και η μακροχρόνια έρευνα του μοναχού, ιστορικού ερευνητή και συγγραφέα Βαρθολομαίου του Ιμβρίου (Κουτλουμουσιανού). Σύμφωνα με την οποία:

……Ο Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ΙΑ′ Παλαιολόγος, είχε αποκτήσει, από τη νόμιμη σύζυγο του Άννα Παλαιολογίνα Νοταρά, κόρη του Λουκά Νοταρά, Μεγάλου Δούκα και πρωθυπουργού του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, το μοναχογιό και διάδοχό του στο βυζαντινό στέμμα Ιωάννη Παλαιολόγο. Λίγες ώρες πριν από την πτώση της Βασιλεύουσας και τον ηρωικό, ύστερα από επική πάλη, θάνατο του αυτοκράτορα, η Άννα παρέδωσε το – δεκατετράχρονο – μοναχοπαίδι της στην πιστή θαλαμηπόλο της Ειρήνη, για να το μεταφέρει με ιστιοφόρο στην Ιταλία, ώστε να μην πέσει στα χέρια των βαρβάρων της Ανατολίας.

Φυσικά, υπήρχε, πιθανότατος, ο κίνδυνος το ιστιοφόρο να μην κατορθώσει να ξεφύγει από τον τουρκικό κλοιό, οπότε ήταν περισσότερο από βέβαιο ότι το μικρό πριγκιπόπουλο δε θα γλίτωνε το μαρτυρικό θάνατο. Κλαίγοντας με αναφιλητά η Άννα ζήτησε από τον Ιωάννη να της υποσχεθεί πως δε θα αποκάλυπτε σε κανέναν πριν συμπληρώσει το τριακοστό έτος της ηλικίας του την αληθινή του ταυτότητα, ενώ παράλληλα έβαλε στον κόρφο του έναν παραπλανητικό πάπυρο, στον όποιο είχε γράψει η ίδια το υποτιθέμενο όνομα του: Ιωάννης Χριστιανός.

Ωστόσο, στο εγκόλπιο – φυλαχτό – του η αυτοκράτειρα έβαλε ένα δεύτερο πάπυρο, στον οποίο είχε γράψει τα στοιχεία για την αληθινή καταγωγή του εφήβου.

Ο μικρός έδωσε με σοβαρότητα την υπόσχεση που του ζητήθηκε, αποχαιρέτησε – για πάντα – με σπαραγμό τη μητέρα του και μέσα στο πηχτό σκοτάδι της νύχτας ο καπετάνιος του ιστιοφόρου κατόρθωσε να διασχίσει τον Κεράτιο κόλπο, κάτω κυριολεκτικά από τις «μύτες» των πολιορκητών, και να οδηγήσει, ύστερα από παραλίγο μοιραίες περιπέτειες, το σκάφος του στο λιμάνι της Βενετίας.

Ο Ιωάννης «Χριστιανός» εργάζεται και σπουδάζει, με τη βοήθεια και της Ειρήνης, ενώ λίγο αργότερα, εκτιμώντας τα σπάνια πνευματικά προσόντα και την ευφυΐα του, θα τον θέσει υπό την προστασία του ένας ελληνολάτρης Γερμανός αξιωματικός, που τον πήρε μαζί του στην αυστριακή πρωτεύουσα. Μερικά χρόνια αργότερα η Ειρήνη φεύγει για το χωρίς γυρισμό ταξίδι, ο Ιωάννης φιλοξενείται στο μέγαρο του φίλου και προστάτη του, σχετίζεται με την τοπική αριστοκρατία και διαπρέπει στις σπουδές του στην Πολεμική Ακαδημία. Διαθέτει στρατιωτική ιδιοφυΐα, είναι άριστος χειριστής του λόγου αλλά και του σπαθιού, επιβλητικός στο παράστημα, σοβαρός, αξιοπρεπής, με ισχυρό χαρακτήρα και με αληθινά ηγεμονικούς τρόπους, ενώ ο ατίθασος χαρακτήρας και η φιλοπεριπετειώδης φύση του τον ωθούν σε αναζήτηση νέων οριζόντων.

Την εποχή εκείνη ο βασιλιάς της Γερμανίας Φρειδερίκος Γ′ είχε υιοθετήσει φιλειρηνική πολιτική και ο γιος του Μαρμαρωμένου Βασιλιά μετακινήθηκε – σε ηλικία είκοσι ετών – στη Γαλλία, όπου ο βασιλιάς Κάρολος Ζ′ βρισκόταν σε σύγκρουση με την Αγγλία, για να καταταγεί, ως απλός στρατιώτης, στις τάξεις του γαλλικού στρατού. Οι αξιωματικοί τον ξεχώρισαν αμέσως, εντυπωσιασμένοι από το γιγαντόσωμο ανάστημά του και από τις ξιφομαχικές του ικανότητες, και τον παρουσίασαν στο βασιλιά Κάρολο Ζ′, που τον ρώτησε αν επιθυμούσε να καταταγεί στην προσωπική του φρουρά. Ο Ιωάννης εξέφρασε τον ενθουσιασμό του και έγινε δεκτός με βαθμό αξιωματικού, για να διακριθεί στην αμέσως επόμενη κρίσιμη μάχη όχι μόνο για τη γενναιότητα, αλλά και για τον υψηλό δείκτη της ευφυΐας του: εισηγήθηκε μια αιφνίδια και μη προβλέψιμη κυκλωτική κίνηση, που οι προϊστάμενοι του υιοθέτησαν ανενδοίαστα και του ανέθεσαν την υλοποίηση της. Επικεφαλής της ίλης του, ο νεαρός αξιωματικός βρέθηκε με αστραπιαία κίνηση στα αγγλικά νώτα και, στη συνέχεια, με ορμητική έφοδο διέσπασε τις εχθρικές γραμμές, οι Βρετανοί διασκορπίστηκαν και η νίκη έστεψε τα γαλλικά όπλα.

Ο Κάρολος τον παρασημοφόρησε, του απένειμε το βαθμό του επιλάρχου (ταγματάρχη) και τον προσέλαβε υπασπιστή του, με συνέπεια ο άτυχος διάδοχος του βυζαντινού θρόνου να βρεθεί στη γαλλική αυλή, κατακτώντας αμέσως την εκτίμηση, τη φιλία και το σεβασμό όλων, μολονότι – τιμώντας την υπόσχεση του προς τη μητέρα του – δεν είχε αποκαλύψει την πραγματική του ταυτότητα.

Μετά τη λήξη του Γαλλοαγγλικού πολέμου, ο Κάρολος Ζ′ συνάπτει συμμαχία με το Ηνωμένο Βασίλειο Δανίας και Νορβηγίας και ανταλλάζει συχνά επισκέψεις με τον ομόλογο του αυτού του βασιλείου. Λίγους μήνες αργότερα θα τον γνωρίσει σε μια ανακτορική δεξίωση ο Σκανδιναβός βασιλιάς, που εντυπωσιάζεται από το παράστημα το ήθος, τα προσόντα και τις γνώσεις του, αλλά και από το ότι κατείχε το βαθμό του επιλάρχου σε ηλικία μόλις είκοσι ενός ετών. Του προτείνει να παραιτηθεί από το γαλλικό και να ενταχθεί στο δικό του στρατό, αλλά ο Ιωάννης Παλαιολόγος «Χριστιανός» αποκρίνεται πως θα το έπραττε, μόνο αν υπήρχε η συγκατάθεση του βασιλιά Καρόλου, στον οποίο χρωστούσε ευγνωμοσύνη.

Παρά την αντίθετη επιθυμία του, ο Γάλλος βασιλιάς συμφωνεί, για να μη δυσαρεστήσει τον ισχυρό σύμμαχό του. Ο Ιωάννης συνοδεύει το Δανό βασιλιά στην πρωτεύουσα του, για να γίνει σύντομα προσφιλέστατος υπασπιστής του βασιλικού ζεύγους και ίνδαλμα των ενόπλων δυνάμεων.

Ήταν είκοσι εννέα ετών, όταν στάλθηκε επικεφαλής εκστρατευτικού σώματος στη Σουηδία. Χωρίς αιματοχυσία, με την πειθώ και τη διπλωματική ευστροφία του κατορθώνει να πείσει τους επαναστατημένους σουηδούς να καταθέσουν τα όπλα και να αποδεχτούν ανώτατο άρχοντα του ενωμένου βασιλείου Δανίας, Νορβηγίας, Γοτθίας και Σουηδίας το βασιλιά της πρώτης. Ο Ιωάννης γίνεται δεκτός με πρωτοφανείς τιμές κατά την επάνοδο του στην Κοπεγχάγη. Η χαρά του βασιλέως για το κατόρθωμα αυτό του Ιωάννη υπήρξε τόσο μεγάλη, ώστε έβγαλε την βασιλική του σπάθη, την περίζωσε γύρω από την μέση του Ιωάννη και τον ονόμασε στρατηγό του Ηνωμένου Βασιλείου.

Είναι πια αντικείμενο καθολικής εκτίμησης και θαυμασμού, ενώ η μοναχοκόρη του βασιλιά, Μαρία, τον ερωτεύεται παράφορα, χωρίς ωστόσο να τολμήσει να το αποκαλύψει στους γονείς της. Η πριγκίπισσα Μαρία ήταν ωραία, σωστή ξανθή καλλονή του βορρά. Ο Ιωάννης δεν άργησε να την ερωτευτεί και το αμοιβαίο αίσθημα ακολούθησε γρήγορα το ειδύλλιο. Κάποιος μικρόψυχος αυλικός σπεύδει να καταγγείλει το ειδύλλιο στον πατέρα της πριγκίπισσας κι αυτός αποφασίζει να απομακρύνει για λίγο τον προσφιλή του στρατηγό από τα ανάκτορα, αφού προηγουμένως ενημερωθεί για την καταγωγή του.

Μολονότι ελάχιστοι μήνες είχαν απομείνει για τη συμπλήρωση του τριακοστού έτους της ηλικίας του, ο Ιωάννης δε θέλησε να αθετήσει το λόγο του και δήλωσε στον πατέρα της αγαπημένης του ότι δεσμευόταν από όρκο ιερό και αδυνατούσε να του αποκαλύψει ποίου ήταν γιος.

Ο βασιλιάς απόρησε και, παρερμηνεύοντας όσα άκουσε, ζήτησε να μάθει αν η σιωπή σήμαινε ότι ο στρατηγός του είχε λόγους να ντρέπεται για την καταγωγή του. Ο Ιωάννης απάντησε πως, αντίθετα, μπορούσε και όφειλε να αισθάνεται περηφάνια για τους προγόνους του.

Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ΙΑ’ Παλαιολόγος

Με οξυμένη στο έπακρο την περιέργειά του ο Δανός ηγεμόνας ορκίστηκε στο ξίφος του ότι δε θα αποκάλυπτε σε κανένα το μυστικό του στρατηγού, που έβγαλε, συγκινημένος, από το λαιμό το εγκόλπιο του κι έδωσε στο βασιλιά να διαβάσει τον πάπυρο που βρισκόταν μέσα σ’ αυτό.

Ο παλιός χρονογράφος γράφει σχετικά:

«Ο βασιλεύς, κατεχόμενος υπό περιεργείας αλλά και υπό αορίστου συγκινήσεως, ήρξατο της αναγνώσεως και όταν επληροφορήθη, από το ιδιόχειρον σημείωμα της αυτοκράτειρας Άννας, ότι ο Ιωάννης Κωνσταντίνου Παλαιολόγος μετωνομάσθη εις Ιωάννην Χριστιανόν, έμεινεν έκπληκτος και έρωτα εν αρχή τον Ιωάννην:

«Συ, λοιπόν, είσαι ο υιός του ενδόξου εκείνου αυτοκράτορος; Συ είσαι ο Πρίγκηψ διάδοχος του πεπτωκότος βυζαντινού κράτους; Δια τίνα λόγον ηρνείσο την ομολογίαν και απέκρυψες επί τόσον μακρόν χρονικόν διάστημα την ένδοξον βασιλικήν καταγωγήν σου;

Η συγκίνησις και η ταραχή του βασιλέως ήσαν τόσο έντονοι, ώστε, εναγκαλισθείς τον Ιωάννην, έκλαιε και κατεφίλει αυτόν. Εν τέλει εδέησε να παρέλθη αρκετή ώρα, όπως συνέλθη.

Ακολούθως, υπείκων εις την επιμονήν της συζύγου αυτού, κατέστησε γνωστήν την καταγωγήν του Ιωάννου, λέγων προς αυτήν:

«Εις αυτόν, φίλτατη, ανήκει το στέμμα τούτο και το Βασίλειον της Δανίας και της Νορβηγίας ολόκληρον. Εις αυτόν ανήκει η απέραντος αγάπη ημών και του λαού μας».

Και ούτω πριν παρέλθη πολύς χρόνος ο βασιλεύς περιχαρής ανήγγειλεν εις τον λαόν του τους γάμους Ιωάννου του Χριστιανού – Παλαιολόγου μετά της θυγατρός αυτού Μαρίας και την εις τον δανικόν θρόνον ανάρρησιν αυτού… »

«Σημειωτέον ότι και στις φλέβες των Χοεντσόλερν, εις τους οποίους άνηκε η βασίλισσα της Ελλάδος, σύζυγος του Κωνσταντίνου Α′, Σοφία, και των Χοενστάουφεν, στους οποίους άνηκε η βασίλισσα Φρειδερίκη, έρεε το αίμα της πριγκίπισσας του Βυζαντίου Θεοφανίας η Θεοφανούς, η οποία, ως γνωστόν, την Ι4ην Απριλίου 972 μ.χ., τη συνεργία του Τσιμισκή, συνεζεύχθη τον Γερμανό Βασιλέα Όθωνα Βον, εξ ου κατάγονται οι εν Γερμανία ηγεμονεύσαντες οίκοι.

Δια του γάμου της η Θεοφανώ συνετέλεσε να σημειωθεί σταθμός στην ιστορία του ευρωπαϊκού πολιτισμού, διότι πρώτη εκείνη εισήγαγε την λεπτεπίλεπτο εθιμοτυπία και πολυτέλεια του Βυζαντίου, ενώ δια των περιστοιχιζόντων αυτήν Ελλήνων σοφών μετέδωσαν στην Γηραιά Ήπειρο τα σπέρματα του πολιτισμού».

ΠΗΓΗ: royalchronicles.gr