Εκκλησία
Ενημερώθηκε στις:

Καθηγητής Γ. Ανδρουτσόπουλος στο ΠΕΝΤΑΠΟΣΤΑΓΜΑ: Δεν συμφωνώ με την “ειρηνική ανυπακοή”-Δεν θέλουμε κολοβή θρησκευτική ελευθερία

Συνέντευξη στον Μάνο Χατζηγιάννη

 

Αύριο οι πιστοί θα βρεθούν εκ νέου στους ναούς μετά την απόφαση, που ακολούθησε την κόντρα κυβέρνησης-Εκκλησίας για τα Θεοφάνεια, η οποία με την σειρά της οδήγησε μέχρι στην προσφυγή της δεύτερης στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Το ΠΕΝΤΑΠΟΣΤΑΓΜΑ σήμερα φιλοξενεί με αυτήν την αφορμή τον Επίκουρο Καθηγητή του Εκκλησιαστικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, κ. Γιώργο Ανδρουτσόπουλο, ο οποίος μας παρέχει όλες τις νομικές απαντήσεις και λύνει τους γρίφους της διένεξης.

Όσον αφορά στο συμβολικό κομμάτι υπογραμμίζει πως για πρώτη φορά η Εκκλησία της Ελλάδος προσφεύγει μαζικά (in globo) στο Συμβούλιο της Επικρατείας, καθώς η αίτηση ακύρωσης υπογράφεται τόσο από την Εκκλησία της Ελλάδος, ως αυτοτελές νομικό πρόσωπο όσο και από τις 82 Μητροπόλεις της, χωρίς καμία εξαίρεση”.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Τονίζει πως “η αδυναμία εξωτερίκευσης των θρησκευτικών πεποιθήσεων, με την άσκηση των λατρευτικών ιδίως καθηκόντων που απορρέουν από την ένταξη σε μια θρησκευτική κοινότητα, καθιστά τη θρησκευτική ελευθερία κολοβή και, μάλλον, ημιθανή”

Εξηγεί γιατί η ευνομούμενη πολιτεία δεν έχει το δικαίωμα να αλλοιώνει τα θρησκευτικά δικαιώματα των πιστών, αλλά και ποιες είναι οι υποχρεώσεις των ίδιων των πιστών, εύχεται να μην υπάρξει συνέχεια στην κόντρα, αλλά κρούει τον κώδωνα του κινδύνου και ζητάει να πούμε ένα στεντόρειο «όχι» στον «συνταγματικό μιθριδατισμό», στον κίνδυνο δηλαδή να ανεχτούμε τους όποιους περιορισμούς των δικαιωμάτων μας και μετά το τέλος των έκτακτων περιστάσεων.

 

Ακολουθεί ολόκληρη η συνέντευξη:

 

-Κύριε καθηγητά, το τελευταίο διάστημα με αφορμή και τον εορτασμό των Θεοφανείων υπήρξε μια έντονη αντιπαράθεση μεταξύ κυβέρνησης και Εκκλησίας για την Θεία Λατρεία και την Θεία Κοινωνία. Η ΔΙΣ έθεσε τις “κόκκινες γραμμές” της και η κυβέρνηση προσωρινώς υποχώρησε. Ωστόσο η διοικούσα Εκκλησία προσέφυγε και στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Τι τύχη πιστεύετε δύναται να έχει αυτή η προσφυγή;

Θα ήθελα, καταρχάς, αφού σας ευχαριστήσω για την τιμή της πρόσκλησης, να σημειώσω ότι η προσφυγή εκ μέρους της Εκκλησίας στη δικαιοσύνη, με αφορμή την αιφνίδια αλλαγή του νομοθετικού πλαισίου σχετικώς με τον εορτασμό των Θεοφανείων, υπήρξε η πλέον ορθόδοξη λύση. Η «ειρηνική ανυπακοή», έστω και εάν η διαχείριση του ζητήματος από την Πολιτεία δεν ήταν η ενδεδειγμένη, έστω και εάν εκδηλώθηκε από διάφορες πλευρές μία à la carte ευαισθησία για την προάσπιση της νομιμότητας, δεν με βρίσκει σύμφωνο. Ο χώρος για να αμφισβητήσει κανείς τη νομιμότητα και τη συνταγματικότητα των περιοριστικών μέτρων είναι μόνο τα δικαστήρια. Αντιλαμβάνεσθε, βεβαίως, ότι δεν μπορώ να προδικάσω την έκβαση της προσφυγής. Ωστόσο, το Συμβούλιο της Επικρατείας θα πρέπει να εξετάσει -και είμαι σίγουρος ότι θα το κάνει- κατά πόσο ήταν αναγκαίο το εν λόγω έκτακτο μέτρο, εάν δηλαδή στηριζόταν σε εισήγηση των ειδικών, με βάση τα επικαιροποιημένα επιδημιολογικά δεδομένα και επομένως, εάν ήταν το ηπιότερο μέσο που μπορούσε να ληφθεί. Άλλωστε, το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει (60/2020) ότι η τεκμηρίωση της αναγκαιότητας των μέτρων αποτελεί υποχρέωση που βαρύνει τη Διοίκηση, με βάση την αρχή της αναλογικότητας.

 

-Αν η Εκκλησία κερδίσει, τι αναδρομική ισχύ μπορεί να έχει μια τέτοια απόφαση;

Δεν πρέπει, καταρχάς, να αγνοήσουμε τον συμβολισμό της δικαστικής αυτής προσφυγής. Για πρώτη φορά, εξ όσων γνωρίζω, η Εκκλησία της Ελλάδος προσφεύγει μαζικά (in globo) στο Συμβούλιο της Επικρατείας, καθώς η αίτηση ακύρωσης υπογράφεται τόσο από την Εκκλησία της Ελλάδος, ως αυτοτελές νομικό πρόσωπο όσο και από τις 82 Μητροπόλεις της, χωρίς καμία εξαίρεση. Θέλησε έτσι η διοικούσα Εκκλησία να δείξει ότι είναι ενωμένη σαν μια γροθιά και συναφώς, να καταδείξει τη βαρύνουσα σημασία που έχει για την ίδια το συγκεκριμένο ζήτημα. Στο πλαίσιο αυτό, πιθανή δικαστική νίκη της Εκκλησίας δεν θα έχει άμεσο, πρακτικό αντίκρισμα ως προς το σκέλος του εορτασμού των Θεοφανείων του έτους 2021, που θα έχει παρέλθει προ πολλού, θα αποτελέσει, ωστόσο, μία ηθική δικαίωση της Εκκλησίας και θα δημιουργήσει ένα «προηγούμενο», το οποίο θα ενισχύσει το οπλοστάσιο της επιχειρηματολογίας της.

 

-Μπορεί να υπάρξει συνταγματικά κατοχυρωμένη ελευθερία θρησκευτικής συνείδησης χωρίς ελευθερία λατρείας;

Κυρίαρχη έκφανση της θρησκευτικής ελευθερίας, η οποία κατοχυρώνεται τόσο στο Σύνταγμα (άρθρο 13) όσο και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (άρθρο 9), αποτελεί η ελευθερία της λατρείας, ακριβέστερα η ελευθερία καθενός να εκδηλώνει τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις, όχι μόνο ατομικώς και ιδιωτικώς, αλλά και από κοινού με άλλους, με τους οποίους μερίζεται την ίδια πίστη, δημοσίως, εντός των χώρων λατρείας (ναοί, ευκτήριοι οίκοι κ.λπ.) ή στο ύπαιθρο (λιτανείες, υπαίθριες λειτουργίες κ.α.). Προστατεύεται, έτσι, το δικαίωμα των πιστών να συναθροίζονται ειρηνικά για τον σκοπό της λατρείας κατά τον τρόπο και στον τόπο που προβλέπει η θρησκεία τους. Μάλιστα, η συλλογική άσκηση της λατρείας, ειδικώς στην Ορθοδοξία, έχει ξεχωριστή σημασία και τούτο, διότι δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η Εκκλησία «ζει στην Ευχαριστία και διά της Ευχαριστίας», η οποία είναι το κέντρο της λατρευτικής ζωής και, κατ՚ επέκταση, η συμμετοχή του πιστού σε αυτή αποτελεί την κορυφαία εκδήλωση. Κατά συνέπεια, η αδυναμία εξωτερίκευσης των θρησκευτικών πεποιθήσεων, με την άσκηση των λατρευτικών ιδίως καθηκόντων που απορρέουν από την ένταξη σε μια θρησκευτική κοινότητα, καθιστά τη θρησκευτική ελευθερία κολοβή και, μάλλον, ημιθανή…

 

-Ποια είναι η λεπτή γραμμή για τους πιστούς; Μπορεί κάποιος να χρησιμοποιήσει τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις προκειμένου να απαλλαγεί από τις υποχρεώσεις του απέναντι στο κράτος; Και αντιστοίχως πόσο η ευνομούμενη πολιτεία έχει το δικαίωμα να αλλοιώνει τα θρησκευτικά δικαιώματα των πιστών;

Όπως κάθε ατομικό δικαίωμα, έτσι και η θρησκευτική ελευθερία, ακριβέστερα η άσκηση της θρησκευτικής λατρείας, υπόκειται σε μια σειρά περιορισμών, που το ίδιο το Σύνταγμα προβλέπει. Στη συνάφεια αυτή, οι θρησκευτικές πεποιθήσεις δεν μπορούν να δικαιολογήσουν την άρνηση του πιστού τόσο να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του (π.χ. φορολογικές) απέναντι στο Κράτος όσο και να συμμορφωθεί με τους νόμους. Οι νόμοι, μάλιστα, αυτοί πρέπει να είναι γενικής ισχύος και να αποβλέπουν στην προάσπιση σπουδαίου έννομου αγαθού, που ενδιαφέρει το κοινωνικό σύνολο και επίσης προστατεύεται από το Σύνταγμα. Στα τελευταία ανήκει αναμφισβήτητα η δημόσια υγεία, την προάσπιση της οποίας επιτάσσει το ίδιο το Σύνταγμα. Βεβαίως, το επιτρεπτό των περιορισμών στην άσκηση ενός τέτοιου θεμελιώδους δικαιώματος οριοθετείται από την προσφορότητα και την αναγκαιότητα του μέτρου που λαμβάνεται, καθώς και από την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό. Μάλιστα, η κρατική παρέμβαση στη θρησκευτική ελευθερία, εν προκειμένω, πρέπει να ανταποκρίνεται σε «πιεστική κοινωνική ανάγκη» (pressing social need) και δεν αρκεί να είναι «χρήσιμη» ή, απλώς, «επιθυμητή»…

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

-Έχετε αναφέρει πως η κατάσταση, όπως έχει διαμορφωθεί θυμίζει, τηρουμένων ασφαλώς των αναλογιών, τις περιστάσεις μιας άλλης πανδημίας, της χολέρας, που είχε ενσκήψει στην Ευρώπη στα μέσα του 19ου αιώνα. Τι συγκρίσεις μπορεί να γίνουν;

Πράγματι, σε άρθρο μου στην εφημερίδα «Καθημερινή» (20.3.2020), είχα την ευκαιρία να αναζητήσω τις συγγένειες, ιδίως τις εκκλησιαστικές, που παρατηρούνται ανάμεσα στην τωρινή κατάσταση και σε μια άλλα πανδημία, εκείνη της χολέρας, που ταλαιπώρησε και την Ελλάδα το 1854. Και τότε, όπως και σήμερα, είχαν επιβληθεί περιορισμοί στις μετακινήσεις για την αποφυγή του συγχρωτισμού, στο πλαίσιο δε αυτό οι εκκλησιαστικές αρχές είχαν έρθει σε συνεννόηση με την Πολιτεία ώστε να περιοριστούν οι ιερουργίες στο ελάχιστο. Μάλιστα, τις περισσότερες φορές δεν γίνονταν κηδείες, αλλά ο νεκρός, ως «κατάδικος απαγόμενος υπό τεσσάρων αχθοφόρων και υπό τον πένθιμον και σιγηρόν ψαλμόν ιερέως λίαν μακράν προπορευόμενου», μεταφερόταν γρήγορα στην αιώνια κατοικία του… Εύκολα, λοιπόν, μπορεί ο καθένας να εντοπίσει τις αναλογίες και να κάνει τις συγκρίσεις. Η κοινή, πάντως, διαπίστωση είναι πως μάλλον «η ζωή μας κύκλους κάνει»…

 

-Πιστεύετε πως η “κόντρα” κυβέρνησης-Εκκλησίας με αφορμή τα μέτρα για την πανδημία θα έχει συνέχεια (Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή, Πάσχα κλπ);

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η διαχείριση της πανδημίας δοκίμασε για άλλη μια φορά τη σχέση Κράτους και Εκκλησίας, η οποία εξάλλου ποτέ δεν ήταν μονοσήμαντα προσανατολισμένη, αλλά έχει περάσει από πολλά κύματα, με την αμοιβαία καχυποψία να αποτελεί το πλέον ευδιάκριτο αποτύπωμά της… Έτσι, η απροειδοποίητη αλλαγή της νομοθεσίας για τα Θεοφάνεια, με την αυστηροποίηση των μέτρων για τη λειτουργία των ναών, προκάλεσε την έντονη δυσφορία της Εκκλησίας απέναντι στην Πολιτεία, αποτελώντας το τελευταίο, για την ώρα, επεισόδιο σε ένα εν εξελίξει bras de fer με τους ίδιους πάντα πρωταγωνιστές… Ελπίζω, πάντως, ότι δεν θα υπάρξει συνέχεια τόσο επειδή Πολιτεία και Εκκλησία, με σεβασμό στους διακριτούς ρόλους τους, θα συνειδητοποιήσουν ότι βρίσκονται από την ίδια πλευρά του τραπεζιού όσο και επειδή η βελτίωση της επιδημιολογικής εικόνας θα καταστήσει το ενδεχόμενο διαιώνισης της «κόντρας» «άνευ αντικειμένου»…

 

-Είναι δυνατόν μέτρα που λαμβάνονται τώρα εκτάκτως με αφορμή την προάσπιση της δημόσιας υγείας να γίνουν πιο....μόνιμα; Όχι μονάχα σε σχέση με τις θρησκευτικές ανάγκες της κοινωνίας, αλλά και γενικότερα..

Η αιφνίδια εμφάνιση της πανδημίας προκάλεσε, αναπόφευκτα, και την έκτακτη νομοθέτηση. Η ανάγκη, μάλιστα, προστασίας της δημόσιας υγείας, η οποία τελούσε σε άμεση διακινδύνευση, επέβαλε τη λήψη από την κυβέρνηση προσωρινών μέτρων, τα οποία περιόριζαν άλλα, επίσης συνταγματικώς κατοχυρωμένα, σπουδαία έννομα αγαθά, όπως, εν προκειμένω, η θρησκευτική ελευθερία. Την ίδια στιγμή, αποτελεί κοινό τόπο ότι αυτές οι καταστάσεις έκτακτης ανάγκης μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως προκάλυμμα «για βαθιά καταστροφικές αλλαγές στα συνταγματικά όρια και τους περιορισμούς, στους οποίους υπόκειται η άσκηση της κυβερνητικής εξουσίας». Μεγαλύτερος, έτσι, κίνδυνος δεν είναι η εφαρμογή των μέτρων -αυτό είναι κάτι προσωρινό- αλλά το ενδεχόμενο να τα συνηθίσουμε – αυτό μπορεί να αποβεί μοιραίο. Με άλλα λόγια, αυτό που χρειάζεται είναι να πούμε ένα στεντόρειο «όχι» στον «συνταγματικό μιθριδατισμό» (Σπ. Βλαχόπουλος), στον κίνδυνο δηλαδή να ανεχτούμε τους όποιους περιορισμούς των δικαιωμάτων μας και μετά το τέλος των έκτακτων περιστάσεων. Αυτό είναι το κρίσιμο στοίχημα, το οποίο δεν έχουμε περιθώρια να χάσουμε…

 

 

Ακολουθήστε το Πενταπόσταγμα στο Google news

ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ