Έντονη ανησυχία: «Θερμό» επεισόδιο & διαπραγματεύσεις με την Τουρκία «βλέπουν» διπλωμάτες

Δημοσίευση: 19 Μαΐου 2019, 10:50 πμ

Η Ελλάδα και η Τουρκία βρίσκονται σε οριακό σημείο με τις σχέσεις τους να θυμίζουν εμπόλεμη κατάσταση.


Φόβους για ένα «θερμό» επεισόδιο στο Αιγαίο αλλά, ακόμη χειρότερα, για ένα αναγκαστικό οδήγημα της Ελλάδας σε διαπραγματεύσεις από τις οποίες δεν θα βγει κερδισμένη στα εθνικά θέματα, εκφράζουν πολιτικοί και διπλωματικοί αναλυτές.

Η Τουρκία βάσει σχεδίου, οδηγεί την κατάσταση στην Ανατολική Μεσόγειο στα άκρα και κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει οτιδήποτε τους επόμενους μήνες. Κυρίως μια προκλητική, πολεμική ενέργεια από πλευράς της Αγκυρας σε ελληνικά χωρικά ύδατα, στην ΑΟΖ της χώρας μας.

Χαρακτηριστικό των κινήσεων των Τούρκων και της στρατηγικής έντασης που έχουν χαράξει είναι η ευθεία παρέμβαση κυριαρχικών δικαιωμάτων Ελλάδας και Κύπρου. Η επιστολή με τις θέσεις της Τουρκίας για την ανατολική Μεσόγειο που απέστειλε ο Τούρκος Υπουργός Εξωτερικών, Μεβλούτ Τσαβούσογλου, στα μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, τους Υπουργούς Εξωτερικών της ΕΕ και την Ύπατη Εκπρόσωπο της ΕΕ, Φεντερίκα Μογκερίνι, δείχνει το δρόμο της Τουρκίας.

Τι λέει η προκλητική επιστολή
Στην επιστολή ο Τούρκος ΥΠΕΞ υποστηρίζει ότι οι δραστηριότητες γεώτρησης της Τουρκίας γίνονται εντός της τουρκικής υφαλοκρηπίδας ενώ ισχυρίζεται ότι με βάση το διεθνές δίκαιο τα νησιά δεν έχουν πλήρη δικαιοδοσία για οριοθέτηση ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας. Συγκεκριμένα το τουρκικό πρακτορείο αναφέρει ότι ο Τούρκος ΥΠΕΞ ενημέρωσε “σχετικά με τις δραστηριότητες γεώτρησης στην τουρκική υφαλοκρηπίδα στη Μεσόγειο”, αναφέροντας ότι “η στήριξη που προσφέρει η ΕΕ στην ‘ε/κ διοίκηση νοτίου Κύπρου’ δεν συνάδει με το διεθνές δίκαιο”. Σύμφωνα με το Anadolu, ο Τούρκος ΥΠΕΞ “εξηγεί στην επιστολή του λεπτομερώς την πολιτική και νομική στάση της Τουρκίας και τονίζει ότι οι δραστηριότητες γεώτρησης του Πορθητή γίνονται στην τουρκική υφαλοκρηπίδα”.


Στην επιστολή αναφέρεται ακόμη ότι η τουρκική κυβέρνηση αδειοδότησε το 2009 και το 2012 την τουρκική εταιρεία πετρελαίου (TPAO) για περιοχές που βρίσκονται 75 χλμ μακριά από την Κύπρο, συμπεριλαμβανομένου και του σημείου της γεώτρησης, ενώ υποστηρίζεται ότι η στήριξη της ΕΕ προς την ‘ε/κ διοίκηση νοτίου Κύπρου’ είναι ασύμβατη με το διεθνές δίκαιο. Ο Μεβλούτ Τσαβούσογλου υποστηρίζει ότι “με βάση το διεθνές δίκαιο τα νησιά δεν μπορούν να έχουν αυτόματα πλήρη δικαιοδοσία για οριοθέτηση ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας” και ότι “υπάρχουν ξεχωριστά χαρακτηριστικά τα οποία προσδιορίζουν σε ποιο σημείο μπορούν να έχουν δικαίωμα τα νησιά στην οριοθέτηση της ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας τους”. Στην επιστολή του ο Τούρκος ΥΠΕΞ αναφέρει επίσης ότι η Τουρκία έχει ενημερώσει από το 2004 τα Ηνωμένα Έθνη για την θέση της σχετικά με την ανατολική Μεσόγειο, προσθέτοντας ότι “η Τουρκία δεν θα αποδεχθεί τον ισχυρισμό της ε/κ πλευράς για μονομερή ΑΟΖ”. Ο Μεβλούτ Τσαβούσογλου υποστήριξε ότι “είναι βασικό οι τρίτες πλευρές να μην γίνονται μέρος διαφωνιών για πεδία θαλάσσιων αρμοδιοτήτων τα οποία συγκρούονται” και ότι “οι τρίτες πλευρές δεν μπορούν σαν να είναι δικαστήρια να αποφασίζουν από πού περνούν τα όρια”, προσθέτοντας ότι “όταν υπάρχουν συγκρουόμενοι ισχυρισμοί, οι οριοθετήσεις μπορούν να επιλύονται ή με διμερείς συμφωνίες οι οποίες δεν πλήττουν τα δικαιώματα των τρίτων πλευρών ή δια της διεθνούς δικαιοσύνης”.

Διπλωματικός πυρετός
Οπως αναφέρουν τα «ΝΕΑ Σαββατοκύριακο», ένας διπλωματικός πυρετός παράλληλα με ένα πολεμικό σκηνικό βρίσκονται σε εξέλιξη στην Ανατολική Μεσόγειο και κυρίως στην περιοχή της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης της Κυπριακής Δημοκρατίας και του Αιγαίου, με την Τουρκία να πρωταγωνιστεί στις προκλήσεις.

Οι ΗΠΑ έχουν ήδη ξεκινήσει να δραστηριοποιούνται έντονα στην κυπριακή ΑΟΖ, μέσω των γεωτρήσεων της ExxonMobil στο τεμάχιο 10, τα ευρήματα του οποίου εκτιμάται ότι αναβάθμισαν την περιοχή, ενώ σημαντική παρουσία αναλαμβάνοντας σταδιακά τα σκήπτρα όσον αφορά τα συμβόλαια στο ενεργειακό πρόγραμμα της Κύπρου αποκτά η γαλλική Total.

Η Τουρκία επιμένει να εγείρει διεκδικήσεις – εν μέσω μιας πολύ σοβαρής οικονομικής κρίσης, στην οποία βυθίζεται, στον απόηχο και των τεταμένων σχέσεων της με τη Δύση και κυρίως με τις ΗΠΑ – και επιχειρεί να διατηρήσει τον ρόλο της ως ρυθμιστή στο ενεργειακό παιχνίδι που διαδραματίζεται στην Ανατολική Μεσόγειο. Παράλληλα ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, σε μία προσπάθεια να αποδείξει την ισχύ του στο εσωτερικό της χώρας, όπου οι αντιδράσεις στην εξουσία του εκδηλώνονται με σαφέστατο πλέον τρόπο, επιχειρεί να φανεί ως κυρίαρχος του παιχνιδιού, ικανός να ασκεί πολιτική και να λαμβάνει αποφάσεις ακόμα και απέναντι στην Ουάσιγκτον, που επί σειρά ετών υπήρξε και εξακολουθεί να είναι από τους βασικούς αιμοδότες της χώρας του. Σε αυτό το πλαίσιο οξύνει την αντι-αμερικανική ρητορική και εμφανίζεται να επιμένει στην αγορά των S-400, έστω και αν ήδη διαρρέουν οι πρώτες πληροφορίες για ακύρωση ή καθυστέρηση της παράδοσής τους, ενώ οξύνει και την προκλητικότητά της απέναντι σε Ελλάδα και Κύπρο.

Συμμαχίες
Την ίδια στιγμή Αθήνα και Λευκωσία επιχειρούν να ενισχύσουν και να διευρύνουν τις συμμαχίες τους – θεωρώντας την προκλητικότητα της Τουρκίας ως δρόμο προς την απομόνωση από τις δυνάμεις της Δύσης, καθώς εμφανίζεται να διακινδυνεύει τη θέση της στο ΝΑΤΟ απειλώντας τα συμφέροντα των άλλοτε στρατηγικών της συμμάχων – και να αξιοποιήσουν μια συγκυρία, η οποία ωστόσο ακόμα δεν έχει καταλήξει στη διαμόρφωση ενός σταθερού περιβάλλοντος.

Η Ουάσιγκτον, στο πλαίσιο της νέας στρατηγικής ελέγχου της Ανατολικής Μεσογείου, στρέφεται όλο και περισσότερο προς την Ελλάδα και την Κύπρο, επιχειρώντας ενίσχυση των συνεργασιών, ως αποτέλεσμα της απομάκρυνσης της Τουρκίας, χωρίς ωστόσο ακόμα να έχει εγκαταλείψει την προσπάθεια να ξαναφέρει την Αγκυρα στην αγκαλιά της.

Η Γαλλία ενισχύει όλο και περισσότερο τους δεσμούς της με την Κυπριακή Δημοκρατία, τόσο μέσω της Total όσο και μέσα από την υπογραφή της συμφωνίας ενίσχυσης της αμυντικής συνεργασίας με τη Λευκωσία, την περασμένη βδομάδα, που χαρακτηρίζεται στρατηγικής σημασίας, ενώ και το Ισραήλ προς το παρόν δείχνει να έχει επιλέξει στρατόπεδο. Στο πλευρό της Τουρκίας δείχνει να στέκεται εμμέσως η Βρετανία.

Το περιβάλλον επιχειρεί να αξιοποιήσει προς όφελός της και η Ελλάδα, που εκτιμά ότι μπορεί να αναβαθμίσει τον ρόλο της, ως «παράγοντας σταθερότητας» στην περιοχή.