Το παράδειγμα του Αβέρωφ και το μεγάλο ερώτημα: Υπάρχουν εύποροι Έλληνες πατριώτες που μπορούν να στηρίξουν την άμυνα της χώρας τις δύσκολες τούτες ώρες;

Δημοσίευση: 16 Απριλίου 2018, 9:33 πμ

Υπάρχουν ακόμη εύποροι Έλληνες πατριώτες που τις δύσκολες τούτες ώρες μπορούν να συνδράμουν έτσι ώστε οι Ένοπλες Δυνάμεις να καλύψουν βασικές τους ανάγκες; Το έπραξε κατά το παρελθόν ο Γεώργιος Αβέρωφ αφήνοντας ένα μεγάλο μέρος της περιουσίας του στο Ταμείο Εθνικού Στόλου και με τα χρήματα αυτά αγοράστηκε θωρηκτό «Αβέρωφ» που έγραψε ένδοξες σελίδες στην Ιστορία του Έθνους κατατροπώνοντας τους Τούρκους στη θάλασσα.

Μπορεί να συμβεί αυτό και σήμερα που η Ελλάδα είναι διαλυμένη από την εισβολή των δανειστών και την επιβολή των μνημονίων; Θα διαφανεί αυτό το επόμενο διάστημα. Πώς; Με την ανταπόκριση ή μη στην πρόταση του επίτιμου προέδρου του ΣΕΤΕ Ανδρέα Ανδρεάδη να δημιουργηθεί ένας εθνικός κουμπαράς ύψους 1 δις ευρώ τα οποία να διατεθούν για την κάλυψη των αδήριτων αναγκών των ελληνικών Ένοπλων Δυνάμεων.  

Την προαναγγελία της πρωτοβουλίας που αναλαμβάνει την έκανε μέσω του προσωπικού του λογαριασμού στο στο twitter απευθύνοντας κάλεσμα στους εύπορους Έλληνες Πατριώτες και τα ιδρύματα στη χώρα και στο εξωτερικό για τη συγκέντρωση των χρημάτων έως το τέλος του έτους. Μοναδικές προϋποθέσεις όπως έγραψε χαρακτηριστικά η ευρεία συμμετοχή, η υπερκομματική συνεννόηση καθώς επίσης η ύπαρξη ενός διαφανούς σχεδίου.

Θα μπορούσε να πει κανείς, γιατί δεν αναλαμβάνεται πρωτοβουλία για την αποκατάσταση των συντάξεων, για ζητήματα όπως η υγεία και η παιδεία. Είναι εύλογο το ερώτημα. Αν και για ζητήματα όπως παιδείας και υγείας υπάρχουν αρκετές δωρεές και συνδρομές. Η άμυνα της χώρας ωστόσο είναι κάτι διαφορετικό. Χωρίς την εδαφική ακεραιότητα της Ελλάδας και την διασφάλιση της κυριαρχίας μας κινδυνεύουν τα πάντα.

Κι αυτή την περίοδο ο κίνδυνος λόγω της τουρκικής προκλητικότητας είναι μεγάλος. Καμία Συμμαχία δεν πρόκειται να στηρίξει την Ελλάδα. Όταν έρθει η δύσκολη ώρα θα είναι μόνη της. Πρωτοβουλίες σαν και αυτή του κ. Ανδρεάδη θα έπρεπε να βρίσκουν ανταπόκριση. Υπάρχουν πολλά παραδείγματα στο παρελθόν, τα δύσκολα χρόνια που πέρασε η χώρα μας.

Αξίζει να σημειώσουμε το παράδειγμα του Αβέρωφ. Δέκα χρόνια μετά τον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο του 1897 το Ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό διέθετε μια ελάχιστη δύναμη απαρχαιωμένων τορπιλοβόλων και τριών γαλλικών θωρηκτών που είχαν κατασκευασθεί το 1889.
Η επιτακτική ανάγκη για τη δημιουργία αξιόμαχου στόλου είχε ως αποτέλεσμα την ενίσχυση του στόλου -στα τέλη του 1908- με τέσσερα καινούργια αγγλικά και τέσσερα γερμανικά αντιτορπιλικά. Σε αυτά επρόκειτο να προστεθεί το Θωρηκτό-Καταδρομικό «Γ. Αβέρωφ», η Δόξα του Πολεμικού Ναυτικού.


Για την ανανέωση του Στόλου η τότε κυβέρνηση Μαυρομιχάλη είχε απευθυνθεί στα Ναυπηγεία Ορλάντο στο Λιβόρνο της Ιταλίας, όπου εκείνη ακριβώς την εποχή κατασκευαζόταν ένα θωρηκτό – καταδρομικό το οποίο είχε παραγγελθεί και επρόκειτο να χρησιμοποιηθεί από το Ιταλικό Ναυτικό. Όμως, η ακύρωση της παραγγελίας από τη μεριά των Ιταλών και η άμεση προκαταβολή του 1/3 της συνολικής αξίας του πλοίου επέτρεψαν την απόκτηση του θωρηκτού από την Ελλάδα.

Το ποσόν της προκαταβολής προήλθε από τη διαθήκη του Γεωργίου Αβέρωφ, και ανήρχετο σε 8.000.000 εκκατομύρια χρυσές δραχμές ενώ το υπόλοιπο ποσό των 15.650.000 χρυσών δραχμών καλύφθηκε από το Ταμείο Εθνικού Στόλου (Τ.Ε.Σ.).Η  κυβέρνηση  δαπάνησε 23.650.000 δρχ. για την απόκτηση του.

Τα 8.000.000 δρχ. προέρχονταν από το 20% της συνολικής κληρονομιάς του Γεωργίου Αβέρωφ, που παραχώρησε με τη διαθήκη του στο Ταμείο Εθνικού Στόλου το 1899 (χρονολογία δημοσίευσης της διαθήκης), σύμφωνα με την οποία και όριζε ότι το 1/5 της περιουσίας του (20 μερίδια) παραχωρείται για την ναυπήγηση ισχυρού καταδρομικού πλοίου που θα φέρει το όνομα του και διασκευασμένο κατά τέτοιον τρόπο ώστε να χρησιμεύει ως Εκπαιδευτικό πλοίο σχολής Ναυτικών δοκίμων προς την πρακτική και θεωρητική τελειοποίηση αυτών.Το υπόλοιπο ποσό 14.300.000 καλύφθηκε εξ’ολοκλήρου από το Ταμείο Εθνικού Στόλου (Τ.Ε.Σ.)

Αξίζει να σημειωθεί ότι και οι Τούρκοι είχαν ενδιαφερθεί για την αγορά του πλοίου, αλλά άργησαν να καταθέσουν την προσφορά τους, καθώς επίσης και ότι η τότε ελληνική κυβέρνηση πέτυχε τελική τιμή κατά 2.000.000 δρχ. μικρότερη από το ποσό που πρόσφερε το Ιταλικό Βασιλικό Ναυτικό για το αδελφό πλοίο «ΠΙΖΑ». Η οριστική σύμβαση της αγοράς του επικυρώθηκε στις 30 Νοεμβρίου του 1909.