Το άγνωστο, μέχρι σήμερα, σχέδιο της κυβέρνησης της Βενεζουέλας να αποκτήσει προηγμένους βαλλιστικούς πυραύλους από το Ιράν φέρνει στο φως ένα αποκαλυπτικό δημοσίευμα του αμερικανικού δικτύου Politico.
Πρόκειται για μια μυστική συμφωνία που, αν είχε ολοκληρωθεί, θα μπορούσε να αλλάξει δραματικά τις γεωπολιτικές ισορροπίες, θέτοντας υπό άμεση απειλή ακόμη και το έδαφος των Ηνωμένων Πολιτειών.
Το υπόμνημα του 2020 και η προετοιμασία της αγοράς
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζει το ρεπορτάζ, το υπουργείο Άμυνας της Βενεζουέλας είχε προχωρήσει το 2020 στη δέσμευση ειδικών κονδυλίων, τα οποία ξεπερνούσαν τα 400 εκατομμύρια δολάρια. Ο στόχος της συγκεκριμένης χρηματοδότησης ήταν η αγορά ενός ολοκληρωμένου βαλλιστικού πυραυλικού συστήματος από την Τεχεράνη.
Παρότι κατά την πρώτη θητεία του Ντόναλντ Τραμπ είχαν κυκλοφορήσει φήμες για επαφές μεταξύ των δύο χωρών σχετικά με οπλικά συστήματα μεγάλου βεληνεκούς, τα νέα έγγραφα αποδεικνύουν ότι οι συζητήσεις ήταν πολύ πιο προχωρημένες.
Στο επίκεντρο της αποκάλυψης βρίσκεται ένα εσωτερικό υπόμνημα του υπουργείου Άμυνας της Βενεζουέλας, με ημερομηνία 17 Ιανουαρίου 2020. Το συγκεκριμένο έγγραφο, το οποίο είχε λάβει την επίσημη έγκριση του τότε υπουργού Άμυνας, Βλαντίμιρ Παδρίνο Λόπες, ο οποίος απομακρύνθηκε πρόσφατα από τη νέα πρόεδρο της χώρας, Ντέλσι Ροντρίγκες, περιέγραφε αναλυτικά τον τρόπο διεξαγωγής της συναλλαγής.
Η κυβέρνηση του Νικόλας Μαδούρο σχεδίαζε να διοχετεύσει τα 400 εκατομμύρια δολάρια μέσω κρατικών εταιρειών για να καλυφθούν τα ίχνη της αγοράς, ενώ το επιχειρησιακό σχέδιο προέβλεπε ότι οι ιρανικοί βαλλιστικοί πύραυλοι θα λειτουργούσαν από ειδικές πλατφόρμες εγκατεστημένες σε πλοία του πολεμικού ναυτικού της Βενεζουέλας.
Η αμερικανική παρέμβαση και η άτακτη υποχώρηση
Το σχέδιο, ωστόσο, δεν προχώρησε ποτέ στο τελικό του στάδιο χάρη στην άμεση παρέμβαση της Ουάσιγκτον. Ο Έλιοτ Έιμπραμς, ο οποίος τελούσε χρέη ειδικού εκπροσώπου της κυβέρνησης Τραμπ για το Ιράν και τη Βενεζουέλα την επίμαχη περίοδο (και όχι Σκοτ, όπως αναφέρεται συχνά εκ παραδρομής), επιβεβαίωσε στο Politico ότι η αμερικανική πλευρά γνώριζε για τις μυστικές επαφές μεταξύ Καράκας και Τεχεράνης.
Σύμφωνα με τον Αμερικανό διπλωμάτη, οι Ηνωμένες Πολιτείες διεμήνυσαν ξεκάθαρα στην κυβέρνηση Μαδούρο ότι η μεταφορά τέτοιων οπλικών συστημάτων στο δυτικό ημισφαίριο ήταν αυστηρά «μη αποδεκτή». Υπό το βάρος της ασφυκτικής αμερικανικής πίεσης και τον φόβο νέων συνεπειών, η Βενεζουέλα έκανε τελικά πίσω και ακύρωσε τη συναλλαγή.
Αξίζει να σημειωθεί ότι, επτά μήνες μετά την υπογραφή του επίμαχου υπομνήματος, τον Αύγουστο του 2020, ο ίδιος ο Νικόλας Μαδούρο δήλωνε δημόσια πως η αγορά πυραύλων από το Ιράν ήταν μεν «μια καλή ιδέα», αλλά υποστήριζε ότι «δεν είχε περάσει καν από το μυαλό» της κυβέρνησής του.
Παρόλα αυτά, όπως υπενθυμίζει το Politico, ο δίαυλος στρατιωτικής συνεργασίας των δύο κρατών παρέμεινε ενεργός, με την Τεχεράνη να προμηθεύει στο παρελθόν τη Βενεζουέλα με άλλου είδους εξοπλισμό, όπως προηγμένα μη επανδρωμένα αεροσκάφη.