Βεντέτα: Ο Γδικιωμός η Δικηωμός στη Μάνη

Δημοσίευση: 13 Νοεμβρίου 2019, 6:46 μμ

Η απουσία κρατικής εξουσίας και γραπτών νόμων στη Μάνη, είχε σαν αποτέλεσμα τη δημιουργία άγραφων νόμων, οι οποίοι διαμόρφωναν την κοινωνική συμπεριφορά των Μανιατών και διευθετούσαν τις τυχόν διαφορές τους.


Οι νόμοι αυτοί επικεντρώνονταν κυρίως στη διαφύλαξη της οικογενειακής τιμής και επιβίωσης των μελών της. Γι’ αυτό ήταν αποδεκτοί από όλους και τυχόν παράβαση αυτών ήταν κοινωνικά μη αποδεκτή πράξη και στιγμάτιζε το οικογενειακό κύρος.

Ο γδικιωμός ή δικιωμός (από το εκ-δικιωμός, γδικιώμαι-εκδικιώμαι) ήταν ο τρόπος ανταπόδοσης του άδικου σε κάποιον. Δεν πρέπει να συγχέεται με τη βεντέτα, η οποία ήταν άγνωστη στη Μάνη. Δεν θεωρούνταν αυτοδικία διότι κατά το γδικιωμό το άτομο δεν απένεμε δίκαιο αυτόβουλα, αλλά έπραττε πειθαρχημένα και βάσει των νόμων και των διαταγών της οικογένειας.

Αναλυτικότερα:

Κάποιος Μανιάτης μπορούσε να παρεξηγηθεί με κάποιον άλλο για έναν συγκεκριμένο λόγο. Τότε ή γινόταν μονομαχία ή καλούνταν ‘’οχτροί’’ .


Σ’ αυτή την περίπτωση συγκαλούνταν οικογενειακό συμβούλιο, η Γεροντική ή γινότανε κοινή Γεροντική και από τις δύο οικογένειες. Η επίλυση του θέματος μπορεί να γινότανε ειρηνικά ή να αποφασιζόταν ότι μόνη λύση είναι η σύγκρουση των οικογενειών. Αν η απόφαση ήταν ο πόλεμος, τότε η έχθρα ανάμεσα στις πατριές γινόταν γνωστή σε όλο το χωριό χτυπώντας τις καμπάνες των εκκλησιών και άλλα ηχηρά αντικείμενα, δηλώνοντας ότι οι τάδε ‘’άνοιξασι όχτρητα’’ με τους τάδε. Με αυτό τον τρόπο οι οικογένειες του χωριού διάλεγαν συμμάχους ενώ οι αδιάφοροι παρέμεναν εκτός των εχθροπραξιών και κρύβονταν ή απομακρύνονταν έως ότου τελειώσει ο πόλεμος. Από εκείνη τη στιγμή κι έπειτα κάθε άτομο της μιας οικογένειας είχε το δικαίωμα να σκοτώσει οποιονδήποτε της άλλης.

Ο πυροβολισμός ή η δολοφονία κάποιου πριν από την επίσημη έναρξη των εχθροπραξιών, θεωρούνταν ανεπίτρεπτη και ο δολοφόνος μαζί με την οικογένειά του άνανδροι και τιποτένιοι.

Κυριότεροι στόχοι ήταν τα αρσενικά παιδιά, τα οποία ήταν σε θέση να διαφυλάξουν την ακεραιότητα της οικογένειας κι ακόμα περισσότερο οι καλύτεροι, οι ‘’κάλλιοι’’ της κάθε πατριάς, δηλαδή οι πιο δυνατοί, οι πιο μορφωμένοι και οι πιο ισχυροί.

Τα θηλυκά έρχονταν σε δεύτερη μοίρα. Υπήρχαν φορές όπου οι κοπέλες αν δεν υπήρχαν αρσενικά στην οικογένεια έπαιρναν το νόμο στα χέρια τους για τη δικαίωση του χαμένου πατέρα, αδερφού, γιού.

Αν κάποιος εδικήωνε, έπρεπε να ξαπροσκελίσει το ντουφέκι του ή να κάνει ‘’σταυροποίο’’ (σχήμα σταυρού) στον τόπο όπου έγινε το φονικό, για να μην τον <<κυνηγά το αίμα του σκοτωμένου>> και σκοτωθεί γρήγορα από τους αντεκδικητές.

Αυτός που σκότωνε στα πλαίσια του δικιωμού , δεν θεωρούνταν εγκληματίας. Ούτε αυτός που ‘’δικηώνει’’. Οι ίδιοι μπορεί να μην ήθελαν να σκοτώσουν, αλλά να εκτελούν τις εντολές της οικογένειας προσπαθώντας να διαφυλάξουν την τιμή της, ωθούμενοι από τους νόμους και τους κανόνες της κοινωνίας.

Ανά περιόδους οι πατριές πραγματοποιούσαν ανακωχή, την λεγόμενη τρέβα. Συνηθέστεροι λόγοι για ανακωχή ήταν οι αγροτικές δουλειές, οι γιορτές (γάμος, βαφτίσια) ή απειλή από κάποιο εξωτερικό εχθρό.

Σκοπός ήταν η πλήρης εκμηδένιση της αντίπαλης πατριάς, ούτως ώστε τα υπολείμματά της να διασκορπιστούν σε άλλες περιοχές και να αποκατασταθεί η ηρεμία στην οικογένεια. Μια οικογένεια μπορούσε να δώσει τέλος στις συγκρούσεις ζητώντας συγνώμη από την άλλη, με καθορισμένο τελετουργικό τρόπο. Αυτός ο συμβιβασμός ήταν το λεγόμενο ψυχικό. Έτσι δηλωνόταν ανοιχτά η ήττα της οικογένειας, κάτι που όμως δεν το προτιμούσαν οι περήφανοι Μανιάτες, διότι το θεωρούσαν πλήγμα για την τιμή τους.

Εκείνο που ίσχυε παρά μόνο για τη μανιάτικη βεντέτα είναι το λεγόμενο «ψυχικό», η μεγαλειώδης πράξη που έκανε τους άσπονδους εχθρούς, εγκάρδιους φίλους (ψυχαδερφούς) και έτσι έληγε μία βεντέτα.

Στη Μάνη ο κώδικας της χωσιάς επέτρεπε μια προσωρινή διακοπή, τη λεγόμενη «τρέβα» (με διάφορους όρους αντουφέκιστη, ατσαχάλευτη, μερική κ.τ.λ.) η παραβίαση της οποίας ήταν σπάνια και εθεωρείτο μεγάλη μπαμπεσιά.. Αυτή συνέβαινε την εποχή του οργώματος, της σποράς, του θερισμού, του αλωνίσματος ή της συλλογής των ελιών. Τα αντιμαχόμενα μέρη δούλευαν τότε στα χωράφια τους με νεκρική σιγή και εφοδίαζαν του πύργους τους με τρόφιμα και άλλου είδους προμήθειες. Η πιο μακρόχρονη ανακωχή ήταν αυτή που ζήτησε ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, παραμονές της Ελληνικής Επανάστασης. Οι βεντέτες τελείωναν με την παρέμβαση ατόμων αδιαμφισβήτητου κύρους, συνήθως μεγάλων ηλικιών. Πολλές φορές η παρέμβασή τους οδήγουσε σε κάποιους γάμους μελών των αντιμαχόμενων πλευρών. Η διαμεσολάβηση δεν πετύχαινε πάντα. Τότε τα υπολείμματα της ηττημένης οικογένειας σκορπίζονταν σε άλλα χωριά, αφήνοντας τους πύργους και τα χωράφια στον νικητή. Μπορούσε, βέβαια, αν ήθελε, να μείνει στο χωριό με την πρϋπόθεση να ζητούσε συγγνώμη από την νικήτρια οικογένεια.

Υπήρχαν περιπτώσεις όπου και οι δύο μεριές προχωρούσαν σε συμβιβασμό επί ίσοις όροις, στην λεγόμενη ψυχαδερφοσύνη. Εκεί εκπρόσωποι και των δύο πατριών έδιναν τα χέρια και τελείωναν τις όποιες διαφορές μεταξύ τους.

Σήμερα στη Μανη δεν υπάρχουνε γδικιωμοί η σκοτωμοί κ.τλ . Υπαρχουν όμως έχθρες μεταξύ οικογενιών που κρατάνε απο παλιότερα [( αν και δεν «δίχνονται» δημοσίως [((αλλα μονο σε «παρεούλες»και «κλίκες») ,οι πράξεις τους και το στόμα τους με τη πρώτη ευκαιρία στάζει φαρμάκι κ ψέμα,βάζοντας λόγια ακόμα και σε μέλη των ιδίων των οικογενειών που οι πατεράδες και οι παππούδες τους είχαν έντονες διαφορές)] αλλα και μεταξύ κυρίως των ιδίων των μελών με τα χρονια μιας οικογένειας λόγω διαφονιών σε κληρονομικά δικαιωμάτα απο γονείς σε παιδια,ξαδέρφια κ εγγόνια στο μοίρασμα περιουσιών και αυτός ειναι ο λόγος που πολλες περιουσίες καταπατηθηκαν απο δευτερου κ τρίτου βαθμού συγγενείς και όχι μόνο (π.χ Μπαρμπάδες σε ανηψιούς δηλ ακόμα και το ίδιο αίμα του ) και ερημόθηκαν και εγκαταλήφθηκαν χωριά και πύργόσπιτα κυρίως στη Μέσα Μάνη.»Καλοθελιτές» υπήρχαν κ υπάρχουν λοιπόν πολλοί και «σήμερα» ακόμα και στις ίδιες μεσα στις τότε μονιασμένες φαμίλιες.

Η τελευταία μεγάλη Βεντέτα ή Γδικιωμός όπως λέγεται σωστότερα, έγινε το 1871 μεταξύ των Καουριάνων και των Κουριάνων (αρχηγός τους ο Καουριάνος Κούρος-Μαυρομιχάλης). Ήταν τόσο μεγάλη η βεντέτα που γενικεύτηκε σε όλη την Δυτική (αποσκερή) Μάνη, ώστε για να επέλθει η τάξη, χρειάστηκε η παρέμβαση του στρατού με πυροβολικό επί Πρωθυπουργιάς του Μανιάτη Αλέξανδρου Κουμουνδούρου. Ένας στίχος μάλλον μοιρολογιού που συνήθιζε να λέει η Καβουρίτσα στην Κίττα, η Πηνελόπη Καβούρη απόγονος των Καουριάνων ήταν: «Η Κίττα η πολυπυργού κι η Νόμια παρόμοια αυτές οι δύο σέρνουσι όλη την πουτανία».

Πηγές:

  • Κυριάκος Δ. Κάσσης-Λαογραφία Της Μέσα Μάνης
  • Ελευθ. Π. Αλεξάκης-Τα γένη και η οικογένεια στην παραδοσιακή κοινωνία της Μάνης
  • Βικιπαίδια
  • Γαρδενιτσα της Μανης(Μπέκ)

Εικόνα άρθρου: Μανιάτισσα στο Nεκροταφείο Nόμιας. 1960 Στο βάθος η Kίττα.