Βασίλειος Τσαουσίδης: Ποιος ήταν ο Έλληνας που εξευτέλισε δημοσίως τον Μουσταφά Κεμάλ

Δημοσίευση: 10 Νοεμβρίου 2019, 9:04 μμ

Η ιστορία ενός «αντάρτη» του Βασίλειου Τσαουσίδη που οι Τούρκοι δεν κατάφεραν να εξαφανίσουν όσο και αν προσπάθησαν.


Στις 10 Νοεμβρίου οι Τούρκοι τιμούν τη μνήμη του Μουσταφά Κεμάλ. Εκείνη την ημέρα, το 1938, στις 09:05 το πρωί, στην Κωνσταντινούπολη πέθανε ο ηγέτης τους σε ηλικία πενήντα επτά ετών, από βαριάς μορφής κίρρωση του ήπατος. Ο μεγάλος στρατιωτικός και πολιτικός και πρώτος πρόεδρος της τούρκικης δημοκρατίας έφυγε στην ουσία, λόγω της εξάρτησής του από το αλκοόλ, μία αιτία θανάτου, την οποία οι τούρκικες αρχές προσπάθησαν να συγκαλύψουν συσκοτίζοντας πτυχές της ζωής του που έρχονταν σε σύγκρουση με την εικόνα μαζικής κατανάλωσης που είχε οικοδομήσει ο ίδιος για τον εαυτό του.

Η προσωπικότητά του είναι αμφιλεγόμενη. Για τους Τούρκους ο Μουσταφά Κεμάλ, του οποίου οι πληροφορίες για την καταγωγή του είναι συγκεχυμένες, υπήρξε ο σωτήρας μίας διαλυμένης χώρας, αναμορφωτής και εκσυγχρονιστής της. Είναι ένας σεβάσμιος ήρωας που ανέλαβε πραξικοπηματικά μια διαμελισμένη Οθωμανική αυτοκρατορία, της οποίας το εναπομείναν υπόλοιπο των εδαφών στην Ανατολία, κατόρθωσε να το μετατρέψει σε κράτος. Για τους Έλληνες, των οποίων οι πρόγονοι ήλθαν στην Ελλάδα ξεριζωμένοι από τα εδάφη της Μικράς Ασίας, της Καππαδοκίας και του Πόντου, ο άνθρωπος που ο τούρκικος λαός έδωσε το προσωνύμιο «Ατατούρκ», πατέρας των Τούρκων δηλαδή, διατηρεί τον χαρακτήρα του σφαγέα. Όχι μόνο των Ελλήνων, αλλά και των Αρμένηδων και των Ασσυρίων.
Γιατί οι γενοκτονίες που συνέβησαν εκεί στις αρχές του 20ου αιώνα άγγιξαν όλους τους χριστιανικούς πληθυσμούς. Ειδικά για τους Πόντιους, μία ελληνική ράτσα που δέχτηκε τις περισσότερες διώξεις και αγριότητες από τους Νεότουρκους, ο Κεμάλ είναι ο υπαίτιος και υποκινητής των σφαγών που συντελέστηκαν.
Οι Τούρκοι δεδομένα έχουν στο μυαλό τους τον Κεμάλ ως ήρωα και έναν κραταιό ηγέτη, τολμηρό και τρομερό, φόβητρο για κάθε εχθρό που κατασκευάζει η τούρκικη προπαγάνδα. Στο χρονοντούλαπο της ιστορίας όμως υπάρχουν περιστατικά, τα οποία αποδομούν περισσότερο την εικόνα του Κεμάλ.
Τον Ιούνιο του 1919, ένα μήνα μετά την απόβαση του στη Σαμψούντα, για να ξεκινήσει, υπό την καθοδήγηση των Γερμανών και Σοβιετικών συμβούλων του, τη δεύτερη και πιο άγρια φάση της γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου, ο Κεμάλ επισκέφτηκε την Κάβζα, μία περιοχή του δυτικού Πόντου που ανήκε στη μητρόπολη Αμάσειας, με 44 ελληνικά χωριά, η οποία είχε αναπτύξει ισχυρή αντίσταση στις τούρκικες αυθαιρεσίες. Λόγω της αντάρτικης δράσης ήταν επόμενο η περιοχή να δεχθεί όλη τη μανία του τούρκικου φανατισμού. Το 80% του πληθυσμού σφάχτηκε ή πέθανε από τις κακουχίες της εξορίας.
Στις αρχές εκείνου του καλοκαιριού, στην πλατεία της Κάβζας, ο Κεμάλ ήρθε ενώπιος ενωπίω με έναν Έλληνα αντάρτη.
Πρόκειται για τον ξακουστό Βασίλειο Τσαουσίδη, ο οποίος κατάφερνε επί 25 χρόνια να ξεφεύγει με πανούργο τρόπο τις παγίδες που του έστηναν. Οι Τούρκοι τον μισούσαν και του απέδωσαν το προσωνύμιο «Πιτς Βασίλ», που σημαίνει παιδί αγνώστου πατρός. Μάλιστα ο Τσαουσίδης το 1915 φυλακίστηκε στις φυλακές της Αμάσειας, αλλά κατόρθωσε να δραπετεύσει.
Ο αρχιαντάρτης της Κάβζας είχε λάβει ένα μεγάλο σπαθί Ρώσου Αξιωματικού, το οποίο του το είχε δωρίσει ο στρατηγός Λιαχώφ, τον Απρίλιο του 2016, όταν ο αρχηγός των ρωσικών στρατευμάτων που είχαν καταλάβει την Τραπεζούντα, κάλεσε μέσω επιστολής στον Μητροπολίτη Αμάσειας Γερμανό Καραβαγγέλη όλους τους οπλαρχηγούς του Δυτικού Πόντου.
Ο Έλληνας αντάρτης συναντήθηκε με τον Κεμάλ, χωρίς να γνωρίζει ο ένας τον άλλον. Έφιππος και οπλισμένος ο Πιτς Βασίλ, άοπλος και πεζός ο Κεμάλ. Ο Κεμάλ του έκανε παρατήρηση, «γιατί κυκλοφορούσε οπλισμένος». Τότε ο Τσαουσίδης τον ύβρισε σκαιότατα για το θράσος που είχε να του κάνει παρατήρηση. Το επεισόδιο έληξε εκεί, αλλά η γενικότερη δράση του και τα πλήγματα που κατάφερνε εναντίον του τούρκικου στρατού είχαν ως αποτέλεσμα να επικηρυχθεί για 5000 χρυσές τουρκικές λίρες. Παρά ταύτα κατάφερε να διαφύγει μεταμφιεσμένος στην Ελλάδα το 1924 από τη Σαμψούντα.
Ο Έλληνας που εξευτέλισε δημοσίως τον Κεμάλ εγκαταστάθηκε στο Σιδηρόκαστρο όπου και πέθανε το 1938. Την ίδια χρονιά που έφυγε και ο Μουσταφά Κεμάλ.

* Η ιστορία του Βασίλειου Τσαουσίδη αναφέρεται στο βιβλίο «Αυθεντικές Ιστορίες Προσφύγων», του δρ. Γεωργίου Τσακαλίδη.