Ανησυχία εντός της Βoρειοατλαντικής Συμμαχίας: Στρατιωτικός συνασπισμός Μόσχας-Παρισιού – «Σεισμός» στα θεμέλια του ΝΑΤΟ

Δημοσίευση: 10 Νοεμβρίου 2019, 11:44 μμ | Ανανέωση: Νοέμβριος 11, 2019 στις 3:11 μμ

Ιδιαίτερη ανησυχία επικρατεί το τελευταίο διάστημα στις τάξεις του ΝΑΤΟ, λόγω της αυξανόμενης κλίσης της Γαλλίας στη Ρωσία, και την επιθυμία του Παρισιού για στενότερη συνεργασία με τη Μόσχα, τόσο σε εμπορικούς και πολιτικούς τομείς, όσο και σε στρατιωτικό επίπεδο.


Όπως είχε αναφέρει το Πενταπόσταγμα προ ημερών, οι εξελίξεις στη Συρία μπορεί να οδηγήσουν σε μια στρατιωτική συνεργασία Γαλλίας-Ρωσίας, κάτι που το Παρίσι φαίνεται να επιδιώκει. Οι Γάλλοι βλέπουν τον Πούτιν ως μέσο άμεσης επιρροής στον Τούρκο πρόεδρο, με αποτέλεσμα να αποσκοπούν σε μια συνεργασία με τη Μόσχα στη Συρία και την Α.Μεσόγειο.

Δηλώσεις Γάλλων αξιωματούχων και εκτιμήσεις αναλυτών, οδηγούν στο συμπέρασμα πως η συχνότερη επικοινωνία Παρισίου-Μόσχας αποτελεί μία θετική εξέλιξη, καθώς πρόκειται να φέρει νέα δεδομένα στον τομέα της ασφάλειας στην Ευρώπη. Η Γαλλία προσεγγίζει όλο και περισσότερο τη Μόσχα, καθώς οι ΗΠΑ καθιερώνονται ως αναξιόπιστος σύμμαχος για τις υπόλοιπες χώρες μετά την προδοσία των Κούρδων. Μια πιθανή στρατιωτική συνεργασία μεταξύ Γαλλίας και Ρωσίας θα αποτελέσει την αρχή ενός κυκεώνα εξελίξεων για το ΝΑΤΟ, ενώ θα επιφέρει και ριζικές αλλαγές στην παγκόσμια γεωπολιτική σκακιέρα.

Τώρα, το Πολωνικό Ινστιτούτο Διεθνών Σχέσεων (PISM) προειδοποίησε για τον «κίνδυνο» μιας πιθανής προσέγγισης μεταξύ Ρωσίας και Γαλλίας, ένα σενάριο που έχουμε δει να ενισχύεται τους τελευταίους μήνες.

Σε ανάλυση που δημοσίευσε το PISM, Πολωνοί αναλυτές δηλώνουν ότι η επιδίωξη του Γάλλου Προέδρου Εμμανουέλ Μακρόν για στενότερη συνεργασία με τη Μόσχα μπορεί να υπονομεύσει την ενότητα εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ σε διάφορα θέματα. Ο λόγος πίσω από τις συγκεκριμένες ενέργειες του Γάλλου Προέδρου είναι μια προσπάθεια να αντισταθμιστεί η αυξανόμενη επιρροή της Κίνας στην ΕΕ, αναφέρει το ινστιτούτο.


Το PISM σημείωσε ότι οι απόπειρες συνεργασίας με τη Ρωσία θα έβλαπταν τη Γαλλία, καθώς ο Μακρόν θα εκπροσωπείται ως ο παγκόσμιος ηγέτης που υποστηρίζει τη ρωσική «επιθετική πολιτική».

Το έγγραφο επισημαίνει επίσης την πρόθεση του Παρισιού να αποκομίσει οικονομικά οφέλη από τη συνεργασία με τη Μόσχα, καθώς και να αυξήσει τον όγκο του εμπορίου και τη δημοτικότητα του Γάλλου Προέδρου στη Γαλλία.

Μεταξύ άλλων η μακροσκελής ανάλυση αναφέρει:

«Ο διάλογος μεταξύ Ρωσίας και ΝΑΤΟ είναι απαραίτητος για τον περιορισμό του κινδύνου ακούσιας στρατιωτικής αντιπαράθεσης εν μέσω αυξανόμενης έντασης. Χωρίς διάλογο, διακυβεύεται επίσης η συνοχή της Συμμαχίας. Προς το να αναπτυχθεί μια ισορροπία μεταξύ της αποτροπής και του διαλόγου, είναι απαραίτητο να καταλάβουμε πώς οι δύο οι δράσεις σχετίζονται μεταξύ τους, ποια μαθήματα μπορεί να μάθει η Δύση από το παρελθόν και ποιοι είναι οι στόχοι που θέλει να επιτύχει εκτός από τον περιορισμό του κινδύνου αντιπαράθεσης.

Ο διάλογος αποτελεί ουσιαστικό στοιχείο της πρόληψης των κρίσεων και της επίλυσης των συγκρούσεων. Το δίλημμα ασφαλείας, ένας όρος καλά κατανοητός στις θεωρίες διεθνών σχέσεων, δείχνει ότι οι προσπάθειες ενίσχυσης της ασφάλειας του καθενός μπορεί να θεωρηθούν ότι απειλούνται από τρίτους και ο διάλογος είναι απαραίτητος για τον περιορισμό του κινδύνου αντιπαράθεσης.

Αλλά οι συγκρούσεις συνήθως αντικατοπτρίζουν μια ευρύτερη στρατηγική κατάσταση στην οποία οι παίκτες είναι αποφασισμένοι να επιτύχουν ασύμβατους στρατηγικούς στόχους. Τόσο η θεωρία των διαπραγματεύσεων όσο και η θεωρία της αποτροπής δείχνουν ότι ο διάλογος μπορεί να αποτελέσει ένα αποτελεσματικό μέσο για την επίτευξη των στόχων χωρίς αντιπαράθεση αν υποστηριχθεί από την ικανότητα αντίστασης στην πίεση από τον αντίπαλο. Μια τέτοια πίεση μπορεί να εξουδετερωθεί από την ικανότητα πρόληψης του αντιπάλου, από την επίτευξη των στόχων ή απειλώντας τον (τον αντίπαλο) με τόσο σημαντικό δυνητικό κόστος που η επιθετικότητα δεν θα αποδειχθεί ευεργετική.

Ταυτόχρονα, τα κανάλια επικοινωνίας είναι απαραίτητα για να ορισθούν οι κόκκινες γραμμές για τον αμυνόμενο και οι συνέπειες αν αυτές ξεπεραστούν. Τόσο η θεωρία όσο και η πρακτική δείχνει επίσης ότι η επιμονή στο διάλογο με κάθε κόστος μπορεί να θεωρηθεί από έναν αντίπαλο ως ένδειξη αδυναμίας, ως κατευνασμός, και αυξάνει αντί να ελαχιστοποιεί τον κίνδυνο συγκρούσεων.

Η δήλωση του ΝΑΤΟ ότι από την προσάρτηση της Κριμαίας και μετά δεν θα υπάρξει επιστροφή στην «κανονικότητα» με τη Ρωσία μέχρι να σεβαστεί το διεθνές δίκαιο μπορεί να υποδηλώνει ότι η Συμμαχία έμαθε το μάθημά της από τον πόλεμο Ρωσίας-Γεωργίας και είναι αποφασισμένη να υπερασπιστεί τη διεθνή τάξη βάσει κανόνων. Η επιστροφή στην «κανονικότητα» το 2009, όταν η Ρωσία δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις της για απόσυρση στρατευμάτων από τη Γεωργία ερμηνεύτηκε ως ένδειξη αδυναμίας, κάτι που θα μπορούσε να έχει ενθαρρύνει τον Πούτιν για τα γεγονότα στην Ουκρανία το 2014.

Η επίδειξη αποφασιστικότητας σε μια τέτοια κατάσταση είναι ζωτικής σημασίας για να αποτρέψει τη Ρωσία από περαιτέρω επιθετικές κινήσεις, αλλά το ΝΑΤΟ θα πρέπει επίσης να διασφαλίσει ότι το NRC παραμένει μια σχετική πλατφόρμα διαλόγου και εκείνη που προσφέρει κάτι περισσότερο από ένα χώρο για ένα παιχνίδι κατηγοριών και αντιπαράθεσης.

Εντός των μελών του ΝΑΤΟ, θα υπήρχε σοβαρός κίνδυνος αν συνεχιστούν οι διμερείς επαφές με τη Ρωσία για τη διατήρηση της ισορροπίας στην πολιτική αποτροπής. Αυτό θα αποτελούσε σοβαρή απειλή για τη συνοχή του ΝΑΤΟ και την αξιοπιστία του . Το ΝΑΤΟ έκανε ένα σημαντικό βήμα για να κρατήσει ζωντανό το NRC, τοποθετώντας το Αφγανιστάν στην ατζέντα του στην τελευταία συνάντηση. Τόσο το ΝΑΤΟ όσο και η Ρωσία αυξάνουν την παρουσία τους στο Αφγανιστάν, το οποίο σταδιακά πέφτει στα χέρια των Ταλιμπάν.

Ενώ η αναστολή της συνεργασίας διατηρείται, το ΝΑΤΟ και η Ρωσία μπορούν ακόμα να χρησιμοποιήσουν το NRC για την οργάνωση ενημερώσεων και την ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με τις τρομοκρατικές απειλές και να διευρύνει τους εν λόγω τομείς με άλλους τομείς ασφαλείας. Αυτός ο πραγματιστικός διάλογος αποτελεί ένδειξη ότι υπάρχει μια εναλλακτική λύση στις διαφωνίες των εμπλεκομένων και κίνητρο για αποφυγή στρατιωτικής αντιπαράθεσης, η οποία θα μπορούσε να προκαλέσει αμετάκλητες ζημίες».

Με λίγα λόγια, το Ινστιτούτο επιχειρεί να φορτώσει την κλιμάκωση των τελευταίων μηνών στη σταδιακή αποσύνθεση του ΝΑΤΟ και τη στροφή μελών της Συμμαχίας στη Ρωσία (όπως η Γαλλία), προωθώντας μια τακτική διαλόγου μεταξύ των δυνάμεων. Ωστόσο, οι αυξανόμενες συγκρούσεις ανά την υφήλιο και η άμεση εμπλοκή ΗΠΑ-Ρωσίας στις περισσότερες από αυτές – για ενεργειακούς λόγους συνήθως – καθιστά το διάλογο ιδιαίτερα δύσκολο και τη δημιουργία συνεργασιών μελών της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας με τη Μόσχα αναπόφευκτη.