Οκτώβριος 1931: Όταν ο Βενιζέλος υποδεχόταν «μετά βαΐων και κλάδων» τους Τούρκους στην Αθήνα

Δημοσίευση: 12 Οκτωβρίου 2019, 10:44 μμ

Στις 29 Οκτωβρίου 1930, ο Ελευθέριος Βενιζέλος υπογράφει με τον πρωθυπουργό της Τουρκίας Ισμέτ Ινονού στην Άγκυρα, παρουσία του Κεμάλ Ατατούρκ, το Ελληνοτουρκικό Σύμφωνο Φιλίας, Ουδετερότητας, Συνδιαλλαγής και Διαιτησίας.


Με την κίνηση αυτή ο Βενιζέλος, λίγα χρόνια μετά τη Μικρασιατική καταστροφή, θέλησε εμπράκτως να επιλύσει κάθε διαφωνία με την Τουρκία, γιατί θεωρούσε πως μόνο μέσα από μια τέτοια κίνηση θα μπορούσε η χώρα να γυρίσει σελίδα. Οι μνήμες από τις σφαγές ήταν ακόμη νωπές και πλήγωναν τον ελληνισμό, αλλά η χώρα όφειλε να προχωρήσει κλείνοντας τα μέτωπα του πολέμου.

Με την υπογραφή του συμφώνου επισφραγίστηκε και γραπτώς η επιδιωκόμενη φιλία μεταξύ των δυο κρατών, που μετά από αλλεπάλληλες πολεμικές αναμετρήσεις έπρεπε να κερδίσουν χρόνο για την ειρήνη και την αναδιοργάνωσή τους. Ωστόσο, αυτομάτως δημιουργούσε και κάποιες αμοιβαίες «υποχρεώσεις» που έπρεπε να τηρούνται αυστηρά και από τις δυο πλευρές.

-Υποχρεούνταν πλέον να μην υπογράψουν κανένα σύμφωνο με άλλη χώρα που θα στρεφόταν κατά της Ελλάδας ή της Τουρκίας αντίστοιχα.

-Αναγνωριζόταν το δικαίωμα προσφυγής για επίλυση των διαφορών τους αρχικά με τη μέθοδο της συνδιαλλαγής μεταξύ των δύο πλευρών και σε περίπτωση αποτυχίας, στο Διαρκές Δικαστήριο Διεθνούς Δικαιοσύνης της Χάγης.


Τέλος, συμφωνήθηκε η ουδετερότητα της μίας χώρας σε περίπτωση που η άλλη δεχόταν επίθεση από μία τρίτη.

Ίσχυε για πέντε χρόνια και μπορούσε να ανανεωθεί εάν το ήθελαν οι αρχηγοί των δυο κρατών.

Οι επιπτώσεις αυτής της «φιλίας» ήταν φαινομενικά καλές. Μάλιστα, ο τότε πρωθυπουργός της χώρας πρότεινε ανοιχτά για το Νόμπελ Ειρήνης τον Κεμάλ Ατατούρκ, τονίζοντας μέσα από την επιστολή του στον πρόεδρο της επιτροπής Βραβείου Νόμπελ ότι:

«Έχοντας, από την επαύριο της καταστροφής στη Μικρά Ασία, διακρίνει την πιθανότητα μιας συνεννόησης με την αναγεννημένη Τουρκία, η οποία βγήκε από τον πόλεμο ως εθνικό κράτος, της τείναμε το χέρι, το οποίο εκείνη δέχθηκε και έσφιξε με ειλικρίνεια. Από την προσέγγιση αυτή, η οποία μπορεί να χρησιμεύσει ως παράδειγμα των δυνατοτήτων συνεννόησης ανάμεσα σε δύο λαούς τους οποίους έχουν διαιρέσει οι πλέον σοβαρές διαφορές, έφ” όσον αφεθούν να διαποτιστούν από την ειλικρινή επιθυμία τής ειρήνης, δεν προέκυψαν παρά μόνο ευεργετήματα τόσο για τις δύο χώρες όσο και για την ειρηνική τάξη στην Εγγύς Ανατολή.

Ο άνθρωπος στον όποιο οφείλεται η πολύτιμη αυτή συμβολή στην υπόθεση τής ειρήνης είναι ο πρόεδρος της Τουρκικής Δημοκρατίας, Μουσταφά Κεμάλ Πασάς.

Έχω λοιπόν την τιμή, με την ιδιότητα μου ως αρχηγού της ελληνικής κυβέρνησης το 1930, όταν η υπογραφή του ελληνοτουρκικού συμφώνου σημάδεψε μια νέα εποχή στην πορεία της Εγγύς Ανατολής προς την ειρήνη, να θέσω προ των εξεχόντων μελών της επιτροπής του βραβείου Νόμπελ για την ειρήνη την υποψηφιότητα του Μουσταφά Κεμάλ Πασά, ως άξιου αυτής τής επιφανούς τιμής». Η πρόταση προκάλεσε αίσθηση όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στην Ευρώπη.

Τα επόμενα δυο χρόνια κύλησαν με αμοιβαίες ενδείξεις φιλίας και από τις δυο πλευρές. Έτσι, τον Οκτώβρη του 1931, στο πλαίσιο της έναρξης των Β΄ Βαλκανικών Αγώνων Στίβου στο Παναθηναϊκό Στάδιο της Αθήνας έδωσε το παρόν και ο Τούρκος πρωθυπουργός Ισμέτ Ινονού, που είδε τους αγώνες από κοντά και ειδικά τις προσπάθειες των Τούρκων αθλητών.

Η υποδοχή που του επιφύλαξε ο Έλληνας πρωθυπουργός ήταν θερμή. Η Αθήνα ήταν σημαιοστολισμένη με τις ελληνοτουρκικές σημαίες από το κέντρο μέχρι το λιμάνι του Πειραιά, από όπου αποβιβάστηκε. Ο κόσμος που κατέβηκε στους δρόμους συμπλήρωσε το θεατρικό σκηνικό της ένθερμης υποδοχής.

Η άφιξη του Τούρκου πρωθυπουργού στην Αθήνα και η έναρξη των Βαλκανικών αγώνων με τους πρωθυπουργούς των δυο κρατών να εισέρχονται στο Παναθηναϊκό Στάδιο χαιρετώντας τα συγκεντρωμένα πλήθη.

Ο Τύπος αφιέρωσε πολλά άρθρα στην άφιξη του Τούρκου πρωθυπουργού και έδωσε έμφαση στην προετοιμασία που είχε γίνει από την ελληνική πλευρά και στον ενθουσιασμό του κόσμου.

Υπήρξε κόσμος που χαρακτήρισε την πολιτική του Ελευθέριου Βενιζέλου ρεαλιστική στο συγκεκριμένο ζήτημα. Γεγονός είναι πως ο προσφυγικός κόσμος που έβλεπε στο πρόσωπό του έναν απελευθερωτή ένιωσε προδομένος με την ελληνοτουρκική φιλία. Δεν έπαψαν να τον σέβονται ως πολιτικό, ωστόσο δεν τον στήριξαν με την ψήφο τους το 1933 και ουσιαστικά άρχισε η αντίστροφη μέτρηση για την πλούσια πολιτική του πορεία.