Ιαν Μακ Γιούαν: «Στο παρελθόν είχες μία ακόμη ευκαιρία να καταφύγεις στο μυαλό σου. Τώρα πας [σ.σ. με τα smartphone] στο μυαλό των άλλων»

Δημοσίευση: 8 Οκτωβρίου 2019, 10:40 πμ

Είμαστε στη Μεγάλη Βρετανία, εν έτι 1982. Η Μάργκαρετ Θάτσερ έχει μόλις χάσει τον πόλεμο στα νησιά Φόκλαντς, ο πολιτικός της αντίπαλος μιλά για την έξοδο της χώρας από την Ευρωπαϊκή Ένωση και ο σπουδαίος επιστήμονας Αλαν Τούρινγκ μεσουρανεί, έχοντας επιβιώσει από την τιμωρία που του επιφύλαξε το κράτος για την παράνομη ομοφυλοφιλία του, πληρώνοντας το τίμημα της φυλάκισης αντί της εναλλακτικής ποινής, ευνουχισμού με χημικά. Σε αυτήν ακριβώς τη χρονική στιγμή κυκλοφορεί στην αγορά το πρώτο εξελιγμένο ανθρωποειδές ρομπότ, ο Αδάμ και το αντίστοιχο θηλυκό του μοντέλο, η Εύα. Ο Τσάρλι κληρονομεί ένα σημαντικό ποσό και χωρίς πολλή σκέψη το επενδύει αμέσως σε έναν Αδάμ. Κι έτσι ξεκινά η κωμικοτραγική περιπέτειά του.


Αυτή είναι η συνθήκη πάνω στην οποία χτίζει τον μύθο του ο Βρετανός Ιαν Μακ Γιούαν στο τελευταίο του απολαυστικό μυθιστόρημα, «Μηχανές σαν κι εμένα, και άνθρωποι σαν κι εσένα» (μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πατάκη σε μετάφραση της Κατερίνας Σχινά). Στη συνάντησή μας μου δηλώνει ότι η αφορμή για το γράψιμο του βιβλίου ήταν ο Τούρινγκ. «Ηθελα να του προσφέρω τη ζωή που ποτέ δεν είχε. Το 1982 θα γινόταν 70 χρόνων», λέει. Κοιτάζοντας υπό νέο πρίσμα το παρελθόν, ο συγγραφέας βλέπει πολύ ενδιαφέροντα πράγματα.


Το εξώφυλλο του βιβλίου, που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πατάκη.

Ο Μακ Γιούαν θέτει στο κέντρο της αφήγησης τον Αδάμ, μια νοήμονα μηχανή, που σταδιακά μας πείθει ότι έχει συνείδηση. «Δεν νομίζω ότι είμαστε ακόμα στο σημείο όπου οι μηχανές μας ελέγχουν» μου λέει, «αλλά η ανησυχία είναι βάσιμη. Νομίζω ότι μπροστά μας βρίσκεται ένας τεράστιος ωκεανός μηχανικής νοημοσύνης, αλλά εμείς είμαστε ακόμα στην παραλία, έχοντας μόλις ένα δάχτυλο του ποδιού μέσα στο νερό. Ηδη μιλάμε στη Σίρι, στην Αλέξα, μεγάλες επιχειρήσεις χρησιμοποιούν την τεχνητή νοημοσύνη για να αποφασίσουν ποιους θα προσλάβουν, ενώ σύντομα θα έχουμε αυτόνομα οχήματα. Αυτό όμως είναι πολύ διαφορετικό από την κατασκευή τεχνητού ανθρώπου. Το όνειρο της κατασκευής τεχνητού ανθρώπου είναι πολύ παλιό. Ερχεται από τον Προμηθέα, τον Ιάσονα και τους Αργοναύτες, τον Φρανκενστάιν της Μαίρης Σέλεϊ, και φτάνει ώς τις μέρες μας, ως ένα από τα κλισέ της επιστημονικής φαντασίας. Είναι ένα όνειρο που έχουμε διαρκώς στον νου μας. Η ύπαρξη έξυπνων ή ημιέξυπνων όντων, ή μηχανών που δίνουν την εντύπωση ότι έχουν συνείδηση, θα στρέψει απέναντί μας έναν καθρέφτη για να δούμε ποιοι είμαστε. Θα μας τεθούν κρίσιμα ερωτήματα», λέει. «Στην καρδιά αυτού του βιβλίου είναι ένα ζήτημα εκδίκησης. Η γυναίκα που αγαπά ο αφηγητής έχει πει ψέματα στο δικαστήριο, ψέματα που κάποιοι θα μπορούσαν και να δικαιολογήσουν. Ο Αδάμ όμως δεν συμφωνεί. Λέει ότι η Μιράντα πρέπει να πάει στη φυλακή. Οι μηχανές δεν μπορούν να πουν ψέματα. Εκπληρώνουν πάντοτε τις υποσχέσεις τους. Εμείς, όμως, είμαστε αλλιώς. Πάμε να δούμε έναν φίλο μας που πεθαίνει και του λέμε ότι σήμερα δείχνει λίγο καλύτερα. Ή λέμε σε ένα φίλο που μόλις του έκαναν ένα κακό κούρεμα ότι τα μαλλιά του μας φαίνονται μια χαρά. Τα ψέματα αυτά είναι σημαντικά για τις κοινωνίες μας. Πώς θα τα διδάξουμε αυτά στα ρομπότ, πώς θα κάνουμε τη μηχανή να λέει ψέματα;».

Η ανησυχία

Ο συγγραφέας ανησυχεί για το γεγονός ότι η πιο ακριβή έρευνα στο πεδίο της τεχνητής νοημοσύνης γίνεται από τον στρατό. Από την άλλη πλευρά, «αυτή τη στιγμή υπάρχουν δύο πανεπιστήμια με ολόκληρα τμήματα ρομποτικής ηθικής, που εξερευνούν την επίπτωση της τεχνητής νοημοσύνης στις ανθρώπινες σχέσεις, στην ανθρώπινη ηθική, καθώς και το πώς πρέπει να σχεδιάσουμε το μέλλον. Το πρόβλημα είναι ότι στην παρούσα κατάσταση του κόσμου είναι δύσκολο να σχεδιάσεις ακόμα και το παραμικρό. Αν αποφασιστεί να μη γίνει κάτι στην Ελλάδα, θα γίνει στην Ινδία, στο Μεξικό ή στη Βρετανία».


Φυσικά, μου είναι αδύνατο να αντισταθώ στον πειρασμό να τον ρωτήσω για το χάος που έχει προκύψει στη χώρα του με το Brexit. Είναι γνωστός για τη στάση του υπέρ της παραμονής της Μεγάλης Βρετανίας στην Ε.Ε. «Προσωπικά, δεν βλέπω κανένα πλεονέκτημα από την αποχώρησή μας. Ούτε στο μεταναστευτικό ζήτημα θα υπάρξει όφελος, καθώς η οικονομία μας ήταν πάντα εξαρτημένη από τους μετανάστες. Έχουμε έναν λαϊκιστή πρωθυπουργό που είναι να απορείς πώς έφτασε σε αυτό αξίωμα. Υπάρχει διάσταση μεταξύ αντιπροσωπευτικής και δημοψηφισματικής δημοκρατίας. Νομίζω ότι απλά πρέπει να γίνει ένα δεύτερο δημοψήφισμα. Κι αν έρθει πάλι υπέρ της αποχώρησης, τι να κάνω, θα το αποδεχθώ. Αλλά επειδή κάναμε το μεγαλύτερο σεμινάριο σχετικά με την Ε.Ε., νομίζω ότι τώρα είμαστε όλοι πολύ πιο ενημερωμένοι και επομένως μπορούμε να πάρουμε μια καλύτερη απόφαση».

Τον παρατηρώ να τσεκάρει το τηλέφωνό του και ομολογεί ότι είναι κι αυτός εθισμένος. «Έχει γίνει η επέκταση των προμετωπιαίων λοβών μας» λέει. «Δυστυχώς, όμως, έτσι διακινδυνεύουμε να εξαλείψουμε το πιο υπέροχο δώρο του πολιτισμού μας που είναι η μοναξιά. Έχεις πέντε λεπτά να περιμένεις στο αεροδρόμιο τις βαλίτσες σου;

Αμέσως σκύβεις στο κινητό σου. Στο παρελθόν είχες απλά μία ακόμα ευκαιρία να καταφύγεις στο μυαλό σου. Τώρα πας στο μυαλό των άλλων. Μπορεί και να μην είναι τόσο κακό, δεν ξέρω», παραδέχεται.

Όταν τον ρωτάω αν θα αγόραζε, όπως ο ήρωάς του, έναν Αδάμ, μου δηλώνει απερίφραστα ότι η περιέργειά του θα τον ωθούσε κι εκείνον να βάλει ένα ανθρωποειδές στο σπίτι του. Θα ήταν μια ευκαιρία να εξερευνήσει τη δική του σχέση με τις μηχανές πιθανολογεί. Ρωτώντας τον τελικά, αν υπάρχει κάτι σημαντικότερο από την εξέλιξη των έξυπνων μηχανών, μου λέει χωρίς χρονοτριβή ότι «το τελευταίο μας σύνορο είναι η κλιματική αλλαγή. Ίσως το μόνο καλό της να είναι ότι αν μας καταστρέψει, δεν θα χρειάζεται να ανησυχούμε για το τι θα πρέπει να κάνουμε με την τεχνητή νοημοσύνη».

Πηγή: kathimerini.gr