Η ευθανασία και η θέση του επιστήμονα Ιατρού

Δημοσίευση: 10 Οκτωβρίου 2019, 9:45 πμ

Ο κάθε θεράπων ιατρός ορκίζεται στην αρχή της πορείας του, μέσα στο χώρο της Ιατρικής, πως δε θα χορηγήσει ποτέ θανατηφόρο φάρμακο σε κάποιον ασθενή, με σκοπό την ανακούφιση του ίδιου από μία ανίατη ασθένεια. Για την επιστημονική συνείδηση του γιατρού, ο όρκος είναι αποτέλεσμα εσωτερικής προαίρεσης και απόρροια της βαθιάς ανάγκης του ίδιου να θεραπεύσει τον άνθρωπο που νοσεί.


της Μαρίας Σκαμπαρδώνης

Όταν ο πόνος του ασθενούς φτάσει σε ένα ανυπόφορο στάδιο, τότε ο νους του μέσα στο χάος που γεννά η αγωνία της ασθένειας, η αναμονή του τέλους αλλά και ο φόβος που προκαλεί η συνειδητοποίηση πως ο πόνος δεν τελειώνει, επιζητεί και βλέπει ως λύτρωση το θάνατο.

Και ενώ πραγματικά ο ασθενής έχει το δικαίωμα να υποστηρίζει τη δική του άποψη για την εξέλιξης της πορείας και της υγείας του, ο γιατρός οφείλει να μη δεσμευτεί στο να τερματίσει τη ζωή του ίδιου, να μη συνδράμει σε κάτι τέτοιο και να επιδιώξει με κάθε δυνατό τρόπο την προσπάθεια της επαναφοράς και της ίασης.

Η πράξη της ευθανασίας η οποία συνδέεται πολλές φορές με τον οίκτο από την πλευρά του γιατρού, παρεξηγείται και παρερμηνεύεται. Γιατί η αναμονή του θανάτου, έτσι και αλλιώς, είναι ένα κομμάτι της ζωής, αφού αυτή είναι η φυσική κατάληξη όλων μας. Όταν κάποιος όμως επιθυμεί, ακόμα και στη χειρότερη και πιο δυσάρεστη συνθήκη που βιώνει, να φύγει πριν το φυσικό του τέλος, αυτό συνιστά ακόμα και τότε μία πράξη αυτοκτονίας. Και ενώ ο ασθενής δικαιολογείται εξαιτίας του αφόρητου πόνου και της προσπάθειας που καταβάλλει ο ίδιος για να λυτρωθεί, ο επιστήμονας ιατρός δεν μπορεί να συνδράμει και να συμφωνήσει σε κάτι τέτοιο. Ο σκοπός της Ιατρικής δεν είναι το να επισπεύσει το θάνατο, αλλά να αγωνιστεί για τη ζωή ακόμα και στις πιο αντίξοες συνθήκες.


Η ζωή ακόμα και μέσα στον μεγαλύτερο πόνο δεν παύει να έχει αξία και δεν μπορεί κανείς να προεξοφλεί την πιθανή εξέλιξη μίας κατάστασης και να προδικάζει για την παντελή απουσία κινήτρων. Ο θεράπων ιατρός δεν μπορεί να επικαλεστεί τον οίκτο, μιας και εκείνος δεν αποτελεί γνήσιο δείγμα σεβασμού προς έναν ισάξιο άνθρωπο, αλλά εμπεριέχει μέσα του την υποτίμηση του άλλου. Ο ιατρός σέβεται το δώρο της ζωής, γνωρίζει τις απεριόριστες δυνατότητες της ίδιας και σε καμία περίπτωση δε συμφωνεί με το να καταδικάσει κάποιον σε μία απόφαση η οποία είναι οριστική και δεν αναγνωρίζει καμία μεταμέλεια και επαναφορά. Ο ιατρός αγωνίζεται μέχρι το τέλος, πάντοτε ελπίζει για τη βελτίωση και γνωρίζει πως ανά πάσα ώρα και στιγμή, μπορεί να εφευρεθεί κάποιο νέο φάρμακο ή κάποια καινούργια θεραπευτική μέθοδος, η οποία θα βελτιώνει την ποιότητα ζωής του ασθενούς, ακόμα και θα του χαρίζει περισσότερα χρόνια ζωής. Ο ιατρός δε γίνεται να επιθυμεί να απαλλαγεί από έναν ‘’ενοχλητικό’’ άρρωστο, αλλά στέκεται δίπλα του και τιμά το επάγγελμά του που επιτελεί το δύσκολο και συνάμα τόσο υπέροχο ρόλο του παρηγορητή της ζωής. Ο ίδιος δεν μπορεί να εναντιωθεί στο καθήκον που επιτάσσει η ηθική της Ιατρικής επιστήμης, ούτε να χρησιμοποιήσει την κατάσταση ενός αρρώστου ως ‘’ηθικό άλλοθι’’. Αγωνίζεται μέχρι τέλους και εξαντλεί κάθε πιθανότητα για τη βελτίωση μίας κατάστασης.

Έτσι, ο ιατρός συνεχίζει να μένει πιστός στο σωτήριο έργο του και η Ιατρική δεν παύει να έχει το σπουδαίο ρόλο του παρηγορητή και σωτήρα της ζωής.