Γιαννούλης Χαλεπάς: Η τραγική ζωή του μεγαλύτερου Έλληνα γλύπτη – Εικόνες

Δημοσίευση: 22 Οκτωβρίου 2019, 10:06 μμ

Ο Γιαννούλης Χαλεπάς ήταν ένας από τους πιο διάσημους Έλληνες γλύπτες, όμως η ζωή του ήταν πολυτάραχη και τραγική.


Η εύπορη οικογένεια του Τήνιου γλύπτη Γιαννούλη Χαλεπά τα πρώτα χρόνια που ήρθε στην Αθήνα έμενε στην οδό Μαυρομιχάλη, στο κέντρο της πόλης. Ήταν το 1869 όταν αποφάσισαν να εγκατασταθούν στην πρωτεύουσα, γιατί ο Γιαννούλης αποφάσισε να γίνει γλύπτης και έπρεπε να σπουδάσει στο Σχολείο των Τεχνών, όπως έλεγαν τότε τη Σχολή Καλών Τεχνών του Πολυτεχνείου.

Αν και ο πατέρας του, επίσης περίφημος γλύπτης, ήθελε ο γιος του να γίνει έμπορος, δεν στάθηκε εμπόδιο στην επιθυμία του. Άλλωστε έβλεπε και ο ίδιος το ταλέντο του.

Η Αθήνα είχε τότε πολλά μαρμαρογλυφεία και το πιο μεγάλο και γνωστό ήταν εκείνο των αδελφών Φυτάλη στην οδό Ακαδημίας, απέναντι ακριβώς από την εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής.

Αμέσως μόλις έφτασαν στην Αθήνα ο πατέρας Χαλεπάς πήρε το γιο του Γιαννούλη και πήγαν και είδαν τον μεγαλύτερο από τους αδελφούς Φυτάλη, τον Γεώργιο που τους υποδέχτηκε εγκάρδια.


Ο Γιαννούλης Χαλεπάς ενθουσιάστηκε και επισκέφθηκε μάλιστα αργότερα και άλλους Τηνιακούς που είχαν εγκαταστήσει τα εργαστήρια τους στην Αθήνα, όπως ήταν οι αδελφοί Μαλακατέ στη γωνία Σταδίου και Κοραή.

Ναι, τα εργαστήρια μαρμάρου ήταν κοντά στο παλάτι, αλλά σε περιοχές που ακόμη δεν είχαν αναπτυχθεί, όπως η Σταδίου και η Ακαδημίας. Οι δυσκολίες στις σπουδές Ο Χαλεπάς πήγε στο Σχολείο των Τεχνών και κατέπληξε τους δασκάλους του. Μέσα σε ένα χρόνο περνάει δύο τάξεις και το 1873 παίρνει υποτροφία για το Μόναχο σε ηλικία 19 ετών.

Μετά από δύο χρόνια και αφού έχει εντυπωσιάσει τους Γερμανούς καθηγητές, το Ίδρυμα της Τήνου διακόπτει την υποτροφία. Η πίκρα του είναι αβάσταχτη. Κλονίζεται η υγεία του. Παλεύει και με τη βοήθεια κάποιου φίλου του Έλληνα συνεχίζει τελικά τις σπουδές του στο Μόναχο με πολλές στερήσεις. Παίρνει το πτυχίο του σε τρία χρόνια, καλύπτοντας σπουδές επτά ετών.

Επιστρέφει στην Αθήνα. Βρίσκει την οικογένεια του στο πατρικό σπίτι στη Μαυρομιχάλη 6. Βλέπει τη μάνα του και πέφτει στην αγκαλιά της. Τα αδέλφια του είναι ενθουσιασμένα. Ο πατέρας του προτείνει να γυρίσει στο νησί τους για να ξεκουραστεί.

Πηγαίνει στον Πύργο της Τήνου αλλά δεν μένει πολύ. Ξαναγυρίζει στην Αθήνα και στήνει το εργαστήριο του στην οδό Μητροπόλεως. Εκεί δημιουργεί και την «Κοιμωμένη», που τοποθετείται στο πρώτο νεκροταφείο, στον τάφο της οικογένειας Αφεντάκη.

‘Οταν αποφάσισε να φύγει από τη Μητροπόλεως, δημιούργησε το νέο του εργαστήριο στην οδό Μαυρομιχάλη 6. Στην αυλή του σπιτιού κατασκευάζει ένα κατάλληλο υπόστεγο, τοποθετεί τα εργαλεία του και τους όγκους του μαρμάρου και δουλεύει με όρεξη και διάθεση, που κάνει εντύπωση σε άλλους καλλιτέχνες.

Εκεί συλλαμβάνει την ιδέα να κατασκευάσει ένα έργο που θα απεικονίζει την Μήδεια του Ευριπίδη. Είναι ένα τολμηρό έργο και αφήνει έκπληκτους όσους το αντικρίζουν. Η ερωτική απογοήτευση και η ψυχοπάθεια Ο Χαλεπάς παρουσιάζει εκείνη την περίοδο μια έντονη νευρική κρίση. Είναι κουρασμένος και καταβεβλημένος μετά από μία ερωτική απογοήτευση. Αγαπούσε την Μαριγούλα Χριστοδούλου, ανιψιά ενός Τήνιου βουλευτή, αλλά δεν βρήκε ανταπόκριση. Την άνοιξη του 1878 η κατάσταση του επιδεινώνεται. Γυρίζει στα στενά της Νεαπόλεως και θυμάται τη Μαριγούλα. Τίποτα πια δεν τον ικανοποιεί.

Έχει καταληφθεί από μανία καταστροφής και πολλά από τα έργα του τα καταστρέφει με τα ίδια του τα χέρια. Φεύγει για την Τήνο. Προσπαθεί να προσεγγίσει ξανά το οικογενειακό περιβάλλον της Μαριγούλας, χωρίς επιτυχία. Επιστρέφει στην Αθήνα, στην οδό Μαυρομιχάλη 6. Η ψυχιατρική είναι στα σπάργανα και οι επιστήμονες δεν μπορούν να κάνουν σωστή διάγνωση ούτε να προτείνουν ικανοποιητική θεραπεία.

Ο πατέρας του με τον αδελφό του έχουν φύγει για να δουλέψουν στη Μικρά Ασία. Η μάνα του αρχίζει να ανησυχεί και ο γιατρός την ενημερώνει για την υποψία του του ότι ίσως ο Γιαννούλης έχει ψυχοπάθεια. Σπεύδει αμέσως να στείλει γράμμα στον άντρα της κι όταν αυτός μετά από πολλές μέρες έρχεται στην Αθήνα, μπαίνει στο σπίτι της οδού Μαυρομιχάλη και την βλέπει να είναι ερείπιο. Ο γιος του δούλευε στο εργαστήρι και όταν τον αντίκρισε ξέσπασε σε κλάματα.

Η επιδείνωση της υγείας του

Ο γιατρός πρότεινε ως θεραπεία ένα ταξίδι στα λουτρά της Λούτζας στη Μικρά Ασία κοντά στα Αλάτσατα, εκεί που δούλευαν ο Χαλεπάς πατέρας με τον άλλο γιο. Η πρώτη εικόνα βελτίωσης δεν είχε συνέχεια καθώς χειροτέρευσε και έκανε μια απόπειρα αυτοκτονίας. Οι γιατροί στην Αθήνα προτείνουν τον εγκλεισμό του σε ψυχιατρείο αλλά η μητέρα του αντέδρασε και αντιπρότεινε ένα ταξίδι στην Ιταλία.

Έμειναν στη Φλωρεντία ένα μήνα και μετά ταξίδεψαν στη Ρώμη. Ο Γιαννούλης θαυμάζει τα έργα Ιταλών γλυπτών και δείχνει να είναι ευχαριστημένος από αυτή την αλλαγή. Καταλήγουν στη Νάπολη της Ιταλίας, πηγαίνουν στην Πομπηία και στα τέλη του 1879 επιστρέφουν στην Ελλάδα.

Η βελτίωση της ψυχικής του υγείας ήταν προσωρινή και το 1888, κλείστηκε στο φρενοκομείο της Κέρκυρας. Έμεινε στο ίδρυμα περίπου 4 χρόνια μέχρι τις 4 Ιουνίου 1902, οπότε ξαναγύρισε στην Αθήνα. Φάνηκε σαν να είχε ξαναβρεί τον εαυτό του. Τότε μάλιστα πήγε και στο εργαστήρι του γλύπτη Δημήτριου Φιλιππότη, που ήταν στην οδό Πατησίων λίγα μέτρα πριν από το Πολυτεχνείο.

Η νέα ζωή

Η οικογένεια δεν έμεινε πολύ στην Αθήνα. Γύρισαν πάλι στην Τήνο, αλλά πλέον ο πατέρας του είχε πεθάνει, ένας αδελφός του είχε αυτοκτονήσει, η αδελφή του είχε επίσης ψυχολογικά προβλήματα και η μητέρα του έδειχνε γερασμένη εξαιτίας αυτής της κατάστασης. Στην Τήνο τον Γιαννούλη Χαλεπά επισκέφθηκαν πολλοί διακεκριμένοι γλύπτες. Φρόντισαν να τον βοηθήσουν.

Έπιασαν ακόμη και Αθηναίους δημοσιογράφους να γράψουν για το γλύπτη. Ωστόσο η μητέρα του που πίστευε ότι η πηγή των προβλημάτων του ήταν η τέχνη, δεν του επέτρεπε να δημιουργεί γλυπτά. Στην ουσία, ήταν πια ο τρελός του χωριού, που ζούσε φτωχικά βόσκοντας πρόβατα. Το 1916 πέθανε η μητέρα του. Ο Γιαννούλης ήταν 62 χρονών. Μετά την απώλεια της μάνας του, λυτρώθηκε καθώς σταδιακά επέστρεψε στη γλυπτική και δεν ασθένησε ξανά. Το 1930 έρχεται στην Αθήνα κι ξαναβλέπει την αγαπημένη του Νεάπολη.

Στα 76 του ξεκινά μια νέα ζωή. Φιλοξενείται στο σπίτι των ανιψιών του Βασίλη και Ειρήνης Χαλεπά, στην οδό Δαφνομήλη 35 στην πλαγιά του Λυκαβηττού. Ο Χαλεπάς στήνει ένα νέο εργαστήριο και αρχίζει να δουλεύει το μάρμαρο. Τα τελευταία του χρόνια είναι πολύ δημιουργικά. Στο σπίτι στην οδό Δαφνομήλη έζησε μέχρι τις 15 Σεπτεμβρίου 1938. Πολλοί τον θεώρησαν αντάξιο ξένων κορυφαίων καλλιτεχνών.