Η εκκλησιά του Χριστού και η «εκκλησιά» του παπισμού

Δημοσίευση: 30 Σεπτεμβρίου 2019, 1:20 μμ

Τι είναι η Εκκλησία στο εσώτατο είναι της; Ποια είναι η ταυτότητά της και ποια τα όριά της; Ταυτίζονται τα χαρισματικά με τα κανονικά της όρια, ή όχι; Υπάρχουν στοιχεία ή (και) διαβαθμίσεις εκκλησιαστικότητος στις ετερόδοξες χριστιανικές ομολογίες; Ποιο είναι το βαθύτερο νόημα του παραλληλισμού μεταξύ των σχέσεων ανδρός και γυναικός και Χριστού και Εκκλησίας στην προς Εφεσίους επιστολή του αποστόλου Παύλου;


Ιδού μερικά χαρακτηριστικά ερωτήματα, που προβληματίζουν και βασανίζουν πολλούς συγχρόνους θεολόγους, επηρεασμένους, και διαβρωμένους λιγότερο, ή περισσότερο, από τις σύγχρονες περί Εκκλησίας οικουμενιστικές θεωρίες, όπως η προτεσταντική θεωρία των κλάδων, η θεωρία της βαπτισματικής θεολογίας, η θεωρία της διευρυσμένης εκλησιολογίας, η θεωρία περί ορατής και αοράτου Εκκλησίας κ.α. Η εκκλησιολογική σύγχυση γύρω από τα παρά πάνω ερωτήματα αυξήθηκε ακόμη περισσότερο μετά την εκκλησιολογική αναθεώρηση της Β΄ Βατικανής Συνόδου, (1962-1965), στην οποία ως γνωστόν υιοθετήθηκαν και νομοθετήθηκαν διαβαθμίσεις εκκλησιαστικής πληρότητος στις εκτός του Παπισμού ετερόδοξες ομολογίες. Ωστόσο οι ιεροί και θεόπνευστοι συγγραφείς των βιβλικών κειμένων και οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας μας έχουν δώσει αυθεντικές απαντήσεις σ’ όλα τα εν λόγω ερωτήματα, τις οποίες είτε αγνοούν, είτε θέλουν να αγνοούν πολλοί σύγχρονοι «Ορθόδοξοι» υψηλόβαθμοι κληρικοί και θεολόγοι, μέσα στο χώρο της Ορθοδοξίας. Διαθέτοντες πλούσιο τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος όχι μόνο εισεχώρησαν, (όσο είναι δυνατόν να εισχωρήσει κτιστός νους), στο μυστήριο της Εκκλησίας, αλλά και την οριοθέτησαν από τις ποικίλες πλάνες και αιρέσεις με την συγκρότηση Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων.

Μέσα στα πλαίσια της παρούσης σύντομης ανακοινώσεώς μας θα προσπαθήσουμε, με την Χάρη του Θεού, να παραθέσουμε ελάχιστα μόνο στοιχεία περί Εκκλησίας, παίρνοντας αφορμή από πρόσφατο άρθρο, στην εφημερίδα της εν Ελλάδι παπικής θρησκευτικής κοινότητας «Καθολική» (31-8-2019), του παπικού «κληρικού» κ. Ι. Μαραγκού, με τίτλο: «Εγώ θα είμαι μαζί σας πάντα, ως τη συντέλεια του κόσμου». Γράφει ο κ. Μαραγκός: «Η Εκκλησία και ο Χριστός δεν ταυτίζονται, αλλά είναι όπως οι σύζυγοι που είναι «ενωμένοι εις σάρκαν μίαν», αν και συνεχίζουν να είναι δύο ανεξάρτητες και αυτόνομες οντότητες. Η Εκκλησία, για να γίνει κατανοητή, παραπέμπει στον Χριστό όπως ο/η σύζυγος παραπέμπει στον/στην σύζυγο. Η Εκκλησία δεν είναι ο Χριστός, αλλά είναι το σημείο της παρουσίας του Χριστού, τον αναγγέλλει και τον δείχνει που μπορεί καθένας να τον συναντήσει»! Στις παρά πάνω κακόδοξες διατυπώσεις, όπως θα δούμε στη συνέχεια, είναι ολοφάνερη η προσπάθειά του να διαχωρίσει τον Χριστό από την Εκκλησία, επηρεασμένος προφανώς από το περί παπικού πρωτείου του επισκόπου Ρώμης κακόδοξο δόγμα του Παπισμού, σύμφωνα με το οποίο ο Πάπας θεωρήθηκε ως ο «αντιπρόσωπος του Χριστού στη γη», αποκόπτοντας ουσιαστικά τον Χριστό από το επί γης εκκλησιαστικό σώμα Του και «εξορίζοντάς» τον στον ουρανό.

Σύμφωνα με τον απόστολο Παύλο η Εκκλησία είναι το πανάγιο και τεθεωμένο Σώμα του Χριστού, του οποίου κεφαλή είναι Εκείνος. Γράφει στην προς Κολασσαείς, επιστολή του: «αυτός εστιν η Κεφαλή του σώματος της Εκκλησίας»(1,7-8) και παρά κάτω: «νυν χαίρω εν τοις παθήμασί μου υπέρ υμών και ανταναπληρώ τα υστερήματα των θλίψεων του Χριστού εν τη σαρκί μου υπέρ του σώματος αυτού ο εστιν η Εκκλησία» (1,24). Στην προς Εφεσίους γράφει: «και πάντα υπέταξεν υπό τους πόδας αυτού, και αυτόν έδωκε κεφαλήν υπέρ πάντα τη εκκλησία, ήτις εστί το σώμα αυτού, το πλήρωμα του τα πάντα εν πάσι πληρουμένου», (1,23). Ο άγιος Ειρηναίος, αναπτύσσοντας περαιτέρω την περί Εκκλησίας διδασκαλία του αποστόλου Παύλου ως σώματος Χριστού, λέγει: «Η Εκκλησία καίπερ καθ’ όλης της οικουμένης έως περάτων της γης διεσπαρμένη, μίαν πίστιν παραλαβούσα παρά των αποστόλων και των εκείνων μαθητών, επιμελώς φυλάσσει ταύτην, ως ένα οίκον οικούσα, ως μίαν ψυχήν και την αυτήν έχουσα καρδίαν και ως εν στόμα κεκτημένη». Ο θείος Χρυσόστομος σε απόλυτη συμφωνία με τον άγιο Ειρηναίο παρατηρεί σε ομιλία του στην προς Εφεσίους: «Οι πανταχού της Οικουμένης πιστοί και όντες και γενόμενοι και εσόμενοι, έν σώμα εισί και το εν τούτο, διά των πολλών συνίσταται και εν τοις πολλοίς εστίν».

Σε άλλο σημείο της ιδίας ομιλίας του παρατηρεί: «Ένθα γαρ η κεφαλή εκεί και το σώμα. Και ει κεφαλή και σώμα ουδενί μέσω διείργεται τόπω. Ει δε διείργεται ουκ αν είη σώμα, ουκ αν είη κεφαλή», (Διότι όπου ευρίσκεται η κεφαλή εκεί ευρίσκεται και το σώμα. Και εφ’ όσον είναι κεφαλή και σώμα, με καμίαν ενδιάμεσον απόστασιν δεν χωρίζονται. Διότι αν χωρίζονται, δεν θα υπήρχε σώμα, δεν θα υπήρχε κεφαλή). Σε άλλη ομιλία του προσθέτει: «ώσπερ μέρος εγένετο του Αδάμ η γυνή εκ των οστών αυτού και εκ της σαρκός αυτού ληφθείσα, ούτω και ημείς του δεσποτικού σώματος εσμέν μέλη, ώσπερ εκ της σαρκός αυτού και εκ των οστέων αυτού γεγονότες». Ο μέγας σύγχρονος άγιος της Εκκλησίας μας Ιουστίνος ο Πόποβιτς στην Δογματική του εισχωρεί ακόμη πιο βαθειά στο μυστήριο της Εκκλησίας και παρατηρεί: «Σημαντικότερο και από τα πλέον σημαντικά, θαυμαστότερο και από τα πλέον θαυμαστά και συνταρακτικότερο και από τα πλέον συνταρακτικά είναι το γεγονός, ότι η ίδια η Υπόσταση του Θεού Λόγου έγινε λόγω της υπερμέτρου φιλανθρωπίας του, αιωνία ‘Υπόστασις’ της Εκκλησίας». «Συνεπώς η Εκκλησία συγκροτεί το μεγαλύτερο θείο μυστήριο όλων των κόσμων.


Συγκρινόμενη με τα υπόλοιπα θεία μυστήρια, η Εκκλησία αντιπροσωπεύει το παν-μυστήριο». «Η Εκκλησία είναι ο Θεάνθρωπος Χριστός παρατεινόμενος εις τους αιώνας, μέσα σε ολόκληρη την αιωνιότητα, κεφαλή που ανήκει στο σώμα και το σώμα που ανήκει στην κεφαλή, αδιαχώριστα το ένα από το άλλο, όντας το ένα το πλήρωμα του άλλου, ‘το πλήρωμα του τα πάντα εν πάσι πληρουμένου’». Σε άλλο έργο του, («Άνθρωπος και Θεάνθρωπος»), προσθέτει: «Οι άνθρωποι ζώντες διά του ευαγγελίου του Χριστού, γίνονται σύσσωμοι του Χριστού, δηλαδή ενσωματούνται- συσσωματούνται εις το σώμα του Χριστού, εις την Εκκλησίαν, γίνοται ζωντανά μέλη και κύτταρα του θεανδρικού οργανισμού της και ζουν εν αυτώ τω οργανισμώ κοινώς και καθολικώς ‘συν πάσι τοις αγίοις’ τρεφόμενοι από την ιδίαν αγιότητα και τας ιδίας δυνάμεις».«Ο Χριστός είναι ταυτοχρόνως Θεός Λόγος και άνθρωπος, Θεός Λόγος και Εκκλησία, Θεός Λόγος μετά του σώματος εις τους ουρανούς και εν τω σώματί του, εν τη Εκκλησία, επί της γής. Δεν είναι λοιπόν τούτο ‘μυστήριον μέγα;’».

Το συμπέρασμα με βάση τα παρά πάνω είναι ότι όπως ακριβώς είναι αδύνατο να νοηθεί σώμα ακέραιο και ζωντανό, χωρίς την κεφαλή του, έτσι είναι αδύνατο να χωρισθεί ο Χριστός ως κεφαλή της Εκκλησίας από το σύνολο των πιστών που απαρτίζουν τα μέλη Του. Και όπως είναι αδύνατο ο Χριστός να αποβάλει την ανθρώπινη φύση, την οποία προσέλαβε από την αγία Θεοτόκο, έτσι είναι αδύνατο να αποχωριστεί από το σώμα του, την Εκκλησία. Ο Λόγος του Θεού έγινε άνθρωπος για να ενώσει στο θεανδρικό Του πρόσωπο ολόκληρο το ανθρώπινο γένος με πραγματική οντολογική ένωση. Η ένωση αυτή επιτυγχάνεται με την δύναμη της Χάριτος του αγίου Πνεύματος και την ανθρώπινη συνέργεια.

Επίσης ο κ. Ι. Μαραγκός χρησιμοποιεί την εικόνα των συζύγων για να εξηγήσει το μυστήριο της Εκκλησίας. Αυτή η εικόνα είναι παρμένη από το 5ο κεφάλαιο της προς Εφεσίους Επιστολής του απ. Παύλου. Βέβαια γενικότερα η Εκκλησία χρησιμοποίησε την εικόνα του νυμφίου και της νύμφης για να παραστήσει τη σχέση του Χριστού με την Εκκλησία: «ο έχων την νύμφην νυμφίος εστίν, ο δε φίλος του νυμφίου, ο εστηκώς και ακούων αυτού, χαρά χαίρει δια την φωνήν του νυμφίου», (Ιω.3,29), «δεύρο δείξω σοι την νύμφην την γυναίκα του αρνίου»,(Αποκ.21,9). «Ιδού ο νυμφίος έρχεται εν τω μέσω της νυκτός…», (Τροπάριο της ακολουθίας του νυμφίου) κ.λ.π.Ωστόσο το μυστήριο της Εκκλησίας, επειδή ακριβώς είναι μυστήριο, υπερβαίνει κάθε κτιστή περιγραφή, ή κατανόηση, ή εικόνα παρμένη από τον κτιστό κόσμο.

Η Εκκλησία, όπως και ο απόστολος Παύλος, χρησιμοποίησε την εικόνα νυμφίου και νύμφης, επειδή ο μεταξύ αυτών δεσμός και η μεταξύ αυτών ένωση είναι η ισχυρότερη που υπάρχει στις ανθρώπινες σχέσεις. Παρ’ όλα αυτά, η κτιστή αυτή εικόνα απείρως απέχει από το να είναι εις θέσιν να μας παραστήσει, έστω και αμυδρώς, την ένωση Χριστού και Εκκλησίας, επειδή η ένωση Χριστού και Εκκλησίας είναι απείρως ισχυρότερη και μεγαλειωδέστερη από κάθε άποψη. Είναι ένωση οντολογική, όπως ερμηνεύουν οι άγιοι Πατέρες, πράγμα που δεν συμβαίνει στην ένωση ανδρός και γυναικός. Απόδειξις τα άπειρα παραδείγματα ανδρογύνων, στα οποία ο ένας εκ των συζύγων πιστεύει στο Χριστό, ενώνεται μ’ αυτόν και σώζεται, ο δε άλλος παραμένει στην απιστία και χάνεται. Επί πλέον ο Παύλος στην προς Εφεσίους δεν χρησιμοποιεί τη σχέση ανδρός και γυναικός για να εξηγήσει το μυστήριο της Εκκλησίας, αλλά το αντίθετο. Θέλει να προβάλει τη σχέση Χριστού και Εκκλησίας ως πρότυπο αγάπης, υπακοής και διακονίας στη σχέση ανδρός και γυναικός.

Και συνεχίζει: «Η Εκκλησία μπορεί να είναι και ανάξια νύφη του Χριστού, η οποία γεννήθηκε από τη λυτρωτική ενσάρκωση, υπάρχει και θα συνεχίσει να υπάρχει όσο και η ανθρώπινη ιστορία για να μαρτυρά την αγάπη του Θεού που αποκαλύφτηκε στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού»! Η Εκκλησία δεν μπορεί να είναι και ανάξια νύφη του Χριστού, διότι σύμφωνα με τον απόστολο Παύλο, ο Χριστός με το αίμα της σταυρικής του θυσίας την κατέστησε «αγία και άμωμο»: «ο Χριστός ηγάπησε την εκκλησίαν και εαυτόν παρέδωκεν υπέρ αυτής, ίνα αυτήν αγιάση καθαρίσας τω λουτρώ του ύδατος εν ρήματι, ίνα παραστήση αυτήν εαυτώ ένδοξον την εκκλησίαν, μη έχουσαν σπίλον, ή ρυτίδα, ή τι των τοιούτων, αλλ’ ἵνα ή αγία και άμωμος», (Εφ.5,25-27).

Γύρω από το θέμα αυτό συμπληρώνει ο Άγιος Ιουστίνος ο Πόποβιτς: «Εις την Εκκλησίαν ζουν τόσοι και τόσοι αμαρτωλοί, παρά ταύτα αύτη είναι όλη ‘αγία και άμωμος’ μη έχουσα οιονδήποτε σπίλον, ή ρυτίδα. Αυτό πάλιν δεν είναι μυστήριον μέγα;». Ανάξιες νύφες – «εκκλησίες» είναι οι διαχρονικές αιρετικές κοινότητες και μαζί τους η αμαρτωλή παπική κοινότητα, την οποία βαρύνουν, μετά την απόσχισή της, από την Εκκλησία, αμέτρητα εγκλήματα πάσης φύσεως. Προφανώς είχε υπόψη του την «ανάξια εκκλησία» του ο κ. Ι. Μαργακός, χαρακτηρίζοντας έτσι την Εκκλησία του Χριστού.

Η Εκκλησία, επίσης, δεν υπάρχει απλώς και μόνον, «για να μαρτυρά την αγάπη του Θεού που αποκαλύφτηκε στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού», αλλά για να αγιάζει και να σώζει καθολικά τον άνθρωπο από την αμαρτία, τη φθορά και το θάνατο. Αυτός είναι ο σκοπός της. Περί αγάπης ομιλούν και άλλες θρησκείες, ακόμα και ο αθεϊσμός, αλλά σωτηρία υπάρχει μόνον στην Εκκλησία.

Και καταλήγει: «ο ιδρυτής της (σ.σ. της Εκκλησίας) της έχει αναθέσει την αποστολή να οδηγήσει όλους τους ανθρώπους στη συμφιλίωση με το Θεό Πατέρα και μεταξύ τους. Έργο της είναι να αποτελεί το σημείο παρουσίας της Σωτηρίας που ενήργησε ο Θεός δια μέσου του «Ιησού Χριστού, ο οποίος ήρθε να συνάξει τα παιδιά του Θεού εις ένα», όπως δηλώνει ο άγιος Ιωάννης. Συμπληρώνει δε ο άγιος Παύλος «με το Θάνατό του και την Ανάστασή του, έγινε πρωτότοκος πολλών αδελφών, για να τους οδηγήσει στην Ανάσταση»»! Ο Χριστός έδωσε μεν την εντολή στους αποστόλους του να πορευθούν και να μαθητεύσουν «πάντα τα έθνη», προκειμένου να συμφιλιώσουν όλους τους ανθρώπους με το Θεό και έτσι να σωθούν, ωστόσο οι απόστολοι δεν παύουν αποτελούν όργανα του αγίου Πνεύματος. Διά μέσου αυτών ενεργεί το Πνεύμα το άγιο. Το μεγάλο αυτό έργο και αποστολή που τους ανέθεσε ο Κύριος, δεν είναι έργο ανθρώπινο, αλλά έργο του αγίου Πνεύματος.

Κλείνοντας τονίζουμε για πολλοστή φορά, πως άλλος δρόμος επιστροφής στην αλήθεια, που διασώζει και διδάσκει μόνον η Ορθόδοξη Εκκλησία του Χριστού, δεν υπάρχει εκτός από τη μετάνοια, την οποία ευχόμεθα από καρδίας στον κ. Μαραγκό και σε όλους τους πιστούς της παπικής παρασυναγωγής.

Εκ του Γραφείου επί των Αιρέσεων και των Παραθρησκειών