Δημήτρης Παπαμιχαήλ: Σαν σήμερα πριν 15 χρόνια «έφυγε» το λεβεντόπαιδο του ελληνικού κινημοτογράφου (βίντεο)

Δημοσίευση: 8 Αυγούστου 2019, 12:44 μμ | Ανανέωση: Αύγουστος 8, 2019 στις 12:48 μμ

Πέρασαν 15 χρόνια από την ημέρα που «έφυγε» από τη ζωή ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ.


Ήταν 8 Αυγούστου του 2004 όταν άφησε την τελευταία του αναπνοή σε ηλικία 69 ετών μετά από ανακοπή καρδιάς.

Γεννήθηκε στις 29 Αυγούστου του 1934 στον Πειραιά. Ο Δημήτρης ήταν το τρίτο παιδί του Γιάννη Παπαμιχαήλ και το πρώτο με την δεύτερη του σύζυγο, Ελένη. Είχε έναν αδερφό, τον Στέλιο, και μια αδερφή, την Μαρία, από τον πρώτο γάμο του πατέρα του, καθώς και έναν αδερφό, τον Νίκο που γεννήθηκε μετά από αυτόν. Τα παιδικά του χρόνια ήταν φτωχικά. Οι γονείς του διηύθυναν ένα καφενείο στο οποίο συχνά βοηθούσε και ο ίδιος. Τα πρώτα του χρόνια στιγματίστηκαν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Έζησε για περίπου δυο χρόνια στον τόπο καταγωγής των γονιών του το Κρανίδι, ύστερα από προτροπή τους, και αμέσως μετά το τέλος του πολέμου ξαναγύρισε στον Πειραιά.

«Γεννήθηκα στον Πειραιά. Η δική μου γενιά είναι η γενιά του πολέμου. Μεγαλώσαμε σε δύσκολες συνθήκες, μέσα σε καταστροφές και βομβαρδισμούς.


Παρ’ όλες τις κακουχίες, όμως, όλα τότε ήταν διαφορετικά. Υπήρχε η επικοινωνία της γειτονιάς κι οι αυλές των σπιτιών ήταν πάντα γεμάτες. Οι άνθρωποι ζούσαν όλοι μαζί και ήταν όμορφα», είχε αναφέρει.

Ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ από τα εφηβικά του χρόνια είχε αποφασίσει ότι ήθελε να ασχοληθεί με το θέατρο. Οι γονείς του ήθελαν να σπουδάσει υφαντουργία καθώς είχε κερδίσει μια υποτροφία στην Αγγλία. Ωστόσο το 1952 έδωσε κρυφά εισαγωγικές εξετάσεις στο Εθνικό Θέατρο και τελικά πέρασε.

Αυτή του η κίνηση όμως προκάλεσε την αντίδραση του πατέρα του, ο οποίος τελικά συμφώνησε. Αξιοθαύμαστο γεγονός αποτελεί ότι ο Παπαμιχαήλ, έφτανε στην Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου με τα πόδια από τον Πειραιά. Στην Σχολή του Εθνικού, γνώρισε και την Αλίκη Βουγιουκλάκη, μελλοντική σύζυγο και συνεργάτη του. Αποφοίτησε από το Εθνικό με βαθμό “Άριστα”.

Ο πρώτος του ρόλος ήταν στο «Γλάρο» του Τσέχωφ και ακολούθησε ο ρόλος του Πολύδωρου στην Εκάβη του Ευριπίδη το 1955. Στη συνέχεια, συνεργάστηκε με το Θέατρο Τέχνης και από το 1962 συγκρότησε δικό του θίασο στο ελεύθερο θέατρο.Έπαιξε δίπλα στην Κυβέλη, την Κατίνα Παξινού, την Άννα Συνοδινού, την Αντιγόνη Βαλάκου και τον Αλέξη Μινωτή.

Τιμήθηκε με το Βραβείο Κοτοπούλη το 1957. Επίσης συμμετείχε σε μεγάλες παραγωγές του ελληνικού κινηματογράφου, όπως το Ποτέ την Κυριακή (1960) και Τα κόκκινα φανάρια (1963) ενώ ταινία σταθμός στην σταδιοδρομία του ήταν η ταινία Παπαφλέσσας (1971), που αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες υπερπαραγωγές του ελληνικού κινηματογράφου, η οποία κόστισε 12.009.000 δραχμές.

Από το 1964 και για δέκα ολόκληρα χρόνια πρωταγωνίστησε στο θέατρο ως συνθιασάρχης με την Αλίκη Βουγιουκλάκη, αλλά και σε δεκάδες ταινίες ως ζευγάρι, στον κινηματογράφο αλλά και στη ζωή.

Υπήρξε πρωταγωνιστής στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος (ΚΘΒΕ) και πρόεδρος του συλλόγου ηθοποιών βορείου Ελλάδος.

Παντρεύτηκε δύο φορές. Στην αρχή της σταδιοδρομίας του, διατηρούσε σχέση με την ηθοποιό Δέσπω Διαμαντίδου. Η γυναίκα που τον σημάδεψε και αγαπούσε μέχρι το τέλος ήταν η Αλίκη Βουγιουκλάκη. Γνωρίζοντας την στην αίθουσα αναμονής του Εθνικού Θεάτρου, όπου και οι δύο βρίσκονταν για να δώσουν εισαγωγικές εξετάσεις, ο γάμος του μαζί της ήταν γεμάτος συγκρούσεις αλλά αποτελεί, εάν όχι τον μεγαλύτερο, έναν από τους πιο πολυσυζητημένους και γεμάτο πάθος γάμους στον ελληνικό χώρο του θεάματος.

«Εκεί λοιπόν σε μια γωνιά καθότανε και περίμενε τη σειρά της ένα κορίτσι
μελαχρινό με πολύ λαμπερό πρόσωπο που τα πόδια της όμως στην κυριολεξία τρέμανε.

Κοιταχτήκαμε αστραπιαία αλλά έντονα. Και οι δύο ταυτόχρονα αισθανθήκαμε ότι αυτό το κοίταγμα δεν ήταν και τόσο
τυχαίο. Τότε η κοπέλα με πλησίασε:


– Αχ, έχω πάρα πολύ τρακ!

– Κι εγώ, δεσποινίς.

– Θα δώσετε κι εσείς εξετάσεις; (με ρώτησε).

– Μάλιστα!

– Πώς σας λένε;

– Δημήτρη! Εσένα;

– Αλίκη! Αλίκη Βουγιουκλάκη! Από πού είσαι, Δημήτρη, αν επιτρέπεται;

– Απ’ τον Πειραιά, το Χατζηκυριάκειο!

– Μμμ, έκανε μια γκριμάτσα υποτιμητική. Απ’ το Χατζηκυριάκειο;

– Γιατί δεν σας αρέσει, δεσποινίς; Εσείς από πού είστε;

– Απ’ τον Άγιο Παύλο, απάντησε εκείνη με ύφος υπεροπτικό.

– Ε, χειρότερα είν’ εκεί, δίπλα στα τρένα, της απάντησα με ικανοποίηση.

– Βρε άει από δω (μου είπε). Μου γύρισε την πλάτη κι έφυγε».

Αυτή ήταν η πρώτη επεισοδιακή γνωριμία της Αλίκης και του Δημήτρη, που έμελλε να εξελιχθεί αργότερα σε μια σχέση πάθους και να σαρώσει σκηνές και οθόνες. Συμμαθητής στη Σχολή του Εθνικού ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ και η Αλίκη Βουγιουκλάκη συναντώνται για πρώτη φορά στην ταινία «Αστέρω», μια παραγωγή της Φίνος Φιλμ, ενώ ακόμη δεν έχουν παίξει ούτε στο θέατρο. Η Αλίκη στην αρχή δεν είδε με καλό μάτι τη συνεργασία τους, αφού από την πρώτη στιγμή που γνωρίστηκαν τρώγονταν σαν το σκύλο με τη γάτα.


– Μ’ αυτόν τον ξεροκέφαλο θα παίξω; ήταν η πρώτη της κουβέντα.

– Κι εγώ μ’ αυτήν την ψηλομύτα; έλεγε εκείνος.

Ο Φίνος όμως επέμενε:

– Θα είστε το πιο ταιριαστό ζευγάρι του κινηματογράφου. Θα σκίσετε, της έλεγε.

Πόσο δίκιο είχε! Είχε οραματιστεί το μέλλον τους. Ένιωθε πως όλη αυτή η
ανεξήγητη κόντρα κάπου καλά θα τους έβγαζε, επισημαίνει ο Μάκης Δελαπόρτας και συνεχίζει: «Όσο κι αν κονταροχτυπιόντουσαν (τις πιο πολλές φορές χωρίς λόγο), εκείνος κρατούσε τις λεπτές ισορροπίες τους με μοναδική μαεστρία. Ήξερε να κουμαντάρει την Αλίκη και να ηρεμεί τον Δημήτρη».

Ο γάμος τους πραγματοποιήθηκε στις 18 Ιανουαρίου 1965. Μαζί ανέβασαν πολλά έργα στο θέατρο και έκαναν πολλές ταινίες, από τις πιο γνωστές και αγαπητές στο ευρύ κοινό είναι «Το ξύλο βγήκε από τον παράδεισο», «Αστέρω», «Μανταλένα», «Η Αλίκη στο Ναυτικό» και πολλές άλλες. Κατά τη διάρκεια του γάμου τους απέκτησαν έναν γιο, τον Γιάννη. Ύστερα από δέκα χρόνια γάμου το ζευγάρι χώρισε το 1975, αλλά επανενώθηκε καλλιτεχνικά ξανά το 1983. Στη συνέχεια παντρεύτηκε τη Νανά Ειλικρινή, με την οποία χώρισαν το 1990. Σύντροφος του υπήρξε και η ηθοποιός Μίνα Χειμώνα. Τελευταία σύντροφος της ζωής του η ηθοποιός Νάντια Μουρούζη.Στα τελευταία χρόνια της ζωής του, υπήρξε δημοτικός σύμβουλος του Πειραιά.

Ο ηθοποιός παραθέριζε στο εξοχικό του στην Ερμιόνη και το μεσημέρι αισθάνθηκε αδιαθεσία, οπότε μεταφέρθηκε στο κέντρο Υγείας Κρανιδίου, αλλά ήταν ήδη αργά.