«Θα ήθελα να μιλήσω στον κ. Πούτιν»: Πώς επικοινωνούν μεταξύ τους οι αρχηγοί κρατών

Δημοσίευση: 11 Μαΐου 2019, 6:48 μμ

Πώς πραγματοποιούνται οι τηλεφωνικές επικοινωνίες μεταξύ ηγετών και κυβερνήσεων; Πόσο ασφαλής είναι αυτή η επικοινωνία και πώς οι φαρσέρ καταφέρνουν μερικές φορές να βρουν τα τηλέφωνα ορισμένων εκ των πιο ισχυρών ανθρώπων στον κόσμο;


Αναδημοσίευση από: sputniknews.gr

Στις διπλωματικές σχέσεις βέβαια, σπάνια μεν, αλλά υπάρχουν περιπτώσεις που κάποιος ανώτατος αξιωματούχος δεν καταφέρνει να βρει κάποιον άλλον στο τηλέφωνο. Για να πραγματοποιηθεί όμως μια τέτοια επικοινωνία, δεν σηκώνει απλά το τηλέφωνο ένας ηγέτης και τηλεφωνεί στον άλλο.

Μια σειρά υποχρεωτικών διαδικασιών προηγείται μιας τηλεφωνικής συνομιλίας σε ανώτατο επίπεδο και μια τέτοια συζήτηση προετοιμάζεται τόσο προσεκτικά όσο και οι συναντήσεις.

«Κατά κανόνα, η πρόταση για «τηλεφωνική ομιλία» διαβιβάζεται από την ενδιαφερόμενη πλευρά μέσω διπλωματικού διαύλου — μέσω του Υπουργείου Εξωτερικών ή της Πρεσβείας», δηλώνει στο Sputnik, Βλαντίμιρ Σεβτσένκο, ο οποίος ήταν προϊστάμενος του Γραφείου Πρωτοκόλλου στο Κρεμλίνο για 10 χρόνια υπό τον Πρόεδρο της Σοβιετικής Ένωσης Μιχαήλ Γκορμπατσώφ και μετά υπό τον Πρόεδρο της Ρωσίας Μπόρις Γιέλτσιν. Όταν κάποιος θέσει μια τέτοια πρόταση, πρέπει να αναφέρει την ώρα της επαφής και το θέμα της συνομιλίας. Μπορεί να δοθεί και μια λίστα θεμάτων που προτείνεται να συζητηθούν, αν και το διπλωματικό πρωτόκολλο δεν απαιτεί απαραιτήτως αυτό. «Είναι απίθανο να ακούσετε από το προσωπικό εξυπηρέτησης πρωτοκόλλου την ερώτηση που συνήθως κάνουν οι γραμματείς: «Και τι ακριβώς θα θέλετε;»» – χαμογελάει ο Σεβτσένκο. Ωστόσο, σημειώνει ότι τα τελευταία χρόνια, το διπλωματικό πρωτόκολλο έχει μετατοπιστεί αρκετά.


«Ο συνδρομητής δεν είναι διαθέσιμος»

Οι δύο πλευρές πρέπει να συμφωνήσουν όχι μόνο για το θέμα της συνομιλίας, αλλά και για την ώρα της κλήσης. Εάν η προτεινόμενη ώρα δεν ταιριάζει στην πλευρά που δέχεται το αίτημα, τότε κάνει τη δική της αντιπρόταση. Οι λόγοι που αναφέρονται είναι διαφορετικοί: ένα πολύ γεμάτο χρονοδιάγραμμα, η απουσία του, η κατάσταση της υγείας του. Αλλά όλα αυτά στην πραγματικότητα μπορούν μόνο να χρησιμεύσουν ως λόγοι για να μεταφέρουν τη συνομιλία ή και να μην επικοινωνήσουν καθόλου.

Ωστόσο, αρνούνται ακόμη και χωρίς να εξηγούν τους λόγους — για παράδειγμα, με τη φράση «δυστυχώς, η συζήτηση δεν μπορεί να γίνει». Αυτό, σύμφωνα με τον Βλαντίμιρ Σεβτσένκο, συμβαίνει όταν ο «μη διαθέσιμος», ενδεχομένως να μην βλέπει νόημα σε μία τέτοια επαφή, θεωρεί ότι δεν έχει κάποια χρησιμότητα ή ακόμη και να το θεωρεί επιβλαβές.

Έτσι, ο Βλαντίμιρ Πούτιν εξήγησε την άρνηση επικοινωνίας με τον Πέτρο Πορόσενκο, επειδή δεν ήθελε να συμμετάσχει στην προεκλογική του εκστρατεία. «Η διαπραγμάτευση για μια τηλεφωνική συνομιλία μπορεί να διαρκέσει όχι μερικές ώρες αλλά αρκετές μέρες. Αυτό εξαρτάται από την συγκεκριμένη περίπτωση», δηλώνει ο Αλεξάνδερ Πανόβ, προϊστάμενος του Τμήματος Διπλωματίας στο Κρατικό Ινστιτούτο Διεθνών Σχέσεων της Μόσχας, στο παρελθόν πρεσβευτής της Ρωσίας στη Νότια Κορέα, Ιαπωνία, Νορβηγία και αναπληρωτής Υπουργός Εξωτερικών. Στη συγκεκριμένη περίπτωση παίζει ρόλο το πολύ γεμάτο χρονοδιάγραμμα εργασίας των αρχηγών κρατών, οι πιθανές διαφωνίες για τη διάταξη της συζήτησης, αλλά και οι προσωπικές σχέσεις των ηγετών: φιλικές, εμπιστευτικές, ουδέτερες, τεταμένες ή ακόμη και εχθρικές. Ωστόσο, οι συζητήσεις με ηγέτες χωρών με τις οποίες η Ρωσία έχει πολλές διαφωνίες υπάρχουν και συμβαίνουν τακτικά.

Τόσο ο Αλεξάντερ Πανόβ όσο και ο Βλαντίμιρ Σεβτσένκο υπογραμμίζουν ότι όλα τα παραπάνω δεν έχουν καμία σχέση σε ειδικές περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης, όταν οι ηγέτες καλούνται να βρίσκονται σε ανοιχτή επικοινωνία. Τότε οι διαπραγματεύσεις ξεκινούν γρήγορα, χωρίς προκαταρκτικές συζητήσεις. Η ανοιχτή γραμμή επικοινωνίας μεταξύ Ουάσιγκτον και Μόσχας, γνωστή και ως «κόκκινο τηλέφωνο», επιτρέπει την απευθείας επικοινωνία μεταξύ των ηγετών ΗΠΑ και Ρωσίας μέσω ανταλλαγής γραπτών μηνυμάτων.

Τα «τρίτα πρόσωπα»

Οι αρχηγοί των κρατών πάντα μιλούν στο τηλέφωνο με την παρουσία τρίτων. Το πρωτόκολλο απαιτεί μεταφραστές και από τις δύο πλευρές, ακόμη και αν και οι δύο ηγέτες μπορούν να επικοινωνούν με ευχέρεια στην ίδια γλώσσα.

«Σήμερα, σχεδόν όλοι ξέρουν ξένες γλώσσες: η Άνγκελα Μέρκελ μιλάει και καταλαβαίνει Ρωσικά, ο Βλαντίμιρ Πούτιν μιλάει άπταιστα Γερμανικά και αρκετά καλά Αγγλικά. Ωστόσο, διαφορετικό είναι να μιλάνε πρόσωπο με πρόσωπο κάπου στο πάρκο, και άλλο είναι να έχουν μια σημαντική συζήτηση στο τηλέφωνο. Πολλά εξαρτώνται από την ακρίβεια των διατυπώσεων: μια ατυχής έκφραση, μια ασάφεια που έχει προκύψει, μπορεί να οδηγήσει σε πολύ δυσάρεστες συνέπειες», λέει ο Βλαντίμιρ Σεβτσένκο. Ο μεταφραστής πρέπει όχι μόνο να μεταφράζει πολύ γρήγορα (συνήθως όχι συγχρόνως, αλλά διαδοχικά) τα λόγια του εκάστοτε ηγέτη, αλλά μερικές φορές και να διορθώνει τα προφανή λάθη του με δική του ευθύνη. Επομένως, ο ρόλος των μεταφραστών σε τηλεφωνική συνομιλία αρχηγών κρατών δεν μπορεί να υποτιμηθεί. Παλαίμαχοι μεταφραστές έχουν πει εξάλλου ότι ήταν πιο εύκολο για αυτούς να συνεργαστούν με τον Λεονίντ Μπρέζνιεφ. Διάβαζε πάντα ένα προετοιμασμένο κείμενο, αντίγραφο του οποίου είχε και ο μεταφραστής.

Εάν ο Πρόεδρος της Ρωσίας έχει συνομιλία από το Κρεμλίνο ή από τη εξοχική του κατοικία κοντά στη Μόσχα, ο μεταφραστής βρίσκεται συνήθως στο γραφείο του στο κτίριο του Υπουργείου Εξωτερικών. Μπορεί να υπάρχουν και άλλα άτομα στη γραμμή. Είναι άτομα από το τμήμα του ειδικού τεχνικού προσωπικού που παρακολουθούν την ποιότητα της επικοινωνίας, και αξιωματικοί από την ασφάλεια. Ποιοι άλλοι είναι παρόντες

Η πρώτη τηλεφωνική συνομιλία πραγματοποιήθηκε στις 10 Μαρτίου του 1876 στη Μεγάλη Βρετανία μεταξύ του εφευρέτη του τηλεφώνου Αλεξάντερ Γκράχαμ Μπελ και του βοηθού του, Τόμας Γουάτσον. Από τότε, η τηλεφωνία βελτιώνεται συνεχώς, μεταξύ άλλων και για την προστασία των πληροφοριών που μεταδίδονται με αυτόν τον τρόπο. Τα τηλέφωνα έφτασαν στη Ρωσία στα τέλη του 19ου αιώνα. Το 1881, εγκαταστάθηκαν στο Παλάτι της Γκάττινα οι πρώτες «βασιλικές» συσκευές και το επόμενο έτος τα τηλέφωνα εγκαταστάθηκαν και στα Χειμερινά Ανάκτορα στην Αγία Πετρούπολη. Μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, η κυβέρνηση του Λένιν μετακόμισε από την Πετρούπολη στη Μόσχα και το 1918 το Κρεμλίνο διέθεσε ένα τηλεφωνικό κέντρο για 100 γραμμές. Για μεγάλο χρονικό διάστημα, οι ανώτατοι αξιωματούχοι του κράτους χρησιμοποιούσαν απλές συσκευές. Είναι σαφές ότι μια τέτοια σύνδεση δεν είχε καμία προστασία. Εξάλλου, ειδικά σε κυβερνητικά κτίρια οι συνομιλίες συνήθως ήταν υπό παρακολούθηση.

Στην εποχή του Τσάρου, η μυστική αστυνομία του παλατιού επίσημα ασχολούταν με αυτό το θέμα ενώ κατά τη Σοβιετική Εποχή, την ίδια δουλειά έκαναν οι υπηρεσίες μυστικής ασφάλειας, αλλά όχι μόνο. Μάλιστα, ο γραμματέας του Ιωσήφ Στάλιν, Μπόρις Μπαζάνοβ, έλεγε πως κάποτε είχε βρει τον αρχηγό του να ακούει τις τηλεφωνικές συνομιλίες των συνδρομητών του Κρεμλίνου. Ήταν το 1923, όταν ζούσε ακόμα ο Βλαντίμιρ Λένιν. Στη δεκαετία του 1930, ο Στάλιν είχε το συνηθισμένο σταθερό τηλεφωνικό αριθμό και οποιοσδήποτε μπορούσε να τον βρει στο τηλέφωνο. Κάποιες φορές τον έπαιρναν και κατά λάθος. Αργότερα, εμφανίστηκαν οι κυβερνητικές συσκευές ATS-1 και ATS-2, και ειδικά ασφαλή κανάλια…

Οι σύγχρονες γραμμές επικοινωνίας, οι οποίες χρησιμοποιούνται από τους αρχηγούς κρατών και κυβερνήσεων, έχουν προστασία πολλαπλών επιπέδων που δεν επιτρέπουν ούτε την παρακολούθηση της συνομιλίας, ούτε παρέμβαση από τους τρίτους.

Το αναλογικό σήμα που μεταφέρει τη φωνή μετατρέπεται σε ψηφιακό και κωδικοποιείται με ένα σύνθετο κρυπτογραφικό κλειδί, το οποίο κατά τη διάρκεια μίας τηλεφωνικής επικοινωνίας επανειλημμένα και σε ακανόνιστα χρονικά διαστήματα μεταβάλλεται σε άλλο. Όλα τα κλειδιά παράγονται από υπολογιστές που χρησιμοποιούν τυχαίους αριθμούς και ο αλγόριθμος επιλογής μεταβάλλεται επίσης εκείνη τη στιγμή.

Το σήμα είναι κρυπτογραφημένο στην έξοδο από ένα αυστηρά προστατευμένο κέντρο επικοινωνίας. Η αποκωδικοποίηση γίνεται στην άλλη άκρη. Εάν παρουσιαστεί μη εξουσιοδοτημένη σύνδεση με τη γραμμή, η σύνδεση τερματίζεται αυτόματα.

«Σε τέτοιες συνθήκες, δεν είναι απαραίτητο να γίνει ένας επιπλέον έλεγχος για το ποιος βρίσκεται στην άλλη άκρη της γραμμής. Ένας αυστηρά περιορισμένος κύκλος προσώπων έχει πρόσβαση στην ειδική σύνδεση», — λέει ο Αλεξάντερ Πανόβ.

«Και όμως, το σύστημα επαλήθευσης συνδρομητών με φωνή στο σύστημα επικοινωνίας της ρωσικής κυβέρνησης υπάρχει, λειτουργεί και εφαρμόζεται», — διευκρινίζει ο Βλαντίμιρ Σεβτσένκο.

Κακοποιοί και γελωτοποιοί

Παρά τα σοβαρά μέτρα προστασίας, κάποια σκάνδαλα έρχονται κατά καιρούς στην επιφάνεια. Το 2015, η WikiLeaks δημοσίευσε κάποια έγγραφα τα οποία ανέφεραν ότι η Υπηρεσία Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ (NSA) παρακολουθούσε τακτικά τηλεφωνικές συνομιλίες μεταξύ των ευρωπαίων ηγετών, ιδίως της Καγκελαρίου της Γερμανίας και του Προέδρου της Γαλλίας. Δύο χρόνια νωρίτερα, το ανέφερε και ο πρώην αξιωματικός των μυστικών υπηρεσιών των ΗΠΑ, ο Έντουαρντ Σνόουντεν. Και κάθε φορά, ο πρώην Αμερικανός Πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα διαβεβαίωνε ότι η πρακτική της κατασκοπείας στους ηγέτες των συμμαχικών κρατών έχει σταματήσει. Αυτό θα μπορούσε να συμβεί μόνο εάν οι ευρωπαίοι ηγέτες χρησιμοποιούσαν κάποια κανάλια επικοινωνίας χωρίς προστασία ή κακή προστασία ή ξεπερασμένα συστήματα ασφαλείας, όπου χρησιμοποιούνται μόνιμα κλειδιά τα οποία ήταν δυνατόν να αποκωδικοποιηθούν από τους χάκερς. Θα χρειαστεί περίπου ενάμισης χρόνος για να μπορέσει κάποιος να «σπάσει» το κρυπτογραφημένο κλειδί του Κρεμλίνου. Το κλειδί αυτό λειτουργεί μόνο για λίγα λεπτά και, στη συνέχεια, μετατρέπεται σε ένα καινούριο.

«Είναι αδύνατον να «σπάσει» κάποιος την προστασία και να παρακολουθήσει σήμερα τις τηλεφωνικές συνομιλίες του Ρώσου Προέδρου», δηλώνει ο Βλαντίμιρ Σεβτσένκο.

Επίσης, εξαιρείται η υποκλοπή των τηλεφωνικών επικοινωνιών του Προέδρου της Ρωσίας. Δεν μπορούμε να πούμε το ίδιο για άλλους ομολόγους του.

Στα τέλη του 2005, ένας ισπανικός ραδιοφωνικός σταθμός έκανε πλάκα στον εκλεγμένο Προέδρο της Βολιβίας τον Έβο Μοράλες. Ο πράνκερ παρουσίασε τον εαυτό του ως τον πρωθυπουργό της Ισπανίας, Χοσέ Λουίς Ροδρίγκεθ Θαπατέρο, και τον συνεχάρη για την νίκη του στις εκλογές.

Το 2008, κάποιοι Καναδοί κωμικοί έκαναν αστεία στην υποψήφια αντιπρόεδρο των ΗΠΑ από το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, Σάρα Πέιλιν. Είπε ότι είναι ο Πρόεδρος της Γαλλίας Νικολά Σαρκοζί και συζήτησε μαζί της το εκλογικό πρόγραμμα των Ρεπουμπλικάνων, καθώς και την Κάρλα Μπρούνι.

«Τίποτα τέτοιο δεν απειλεί τον Πρόεδρο της Ρωσίας, διότι το Υπουργείο Εξωτερικών και η διοίκηση του Κρεμλίνου φιλτράρουν αξιόπιστα τις κλήσεις προς τον Ρώσο ηγέτη», εξηγεί ο Σεβτσένκο. Είναι όμως πολύ πιθανή μια άλλη, ιδιάζουσα κατάσταση, όταν κάποιος από τους πράνκερς θα αποφασίσει να μιμηθεί μια κλήση από το Κρεμλίνο.

Κατά τη γνώμη του Σεβτσένκο, η δημοτικότητα του Βλαντίμιρ Πούτιν στον κόσμο συμβάλλει πάρα πολύ σε αυτό.

Αυτό χρησιμοποίησαν οι Ρώσοι φαρσέρ, ο Βοβάν (Βλαντίμιρ Κουζνετσόβ) και ο Λέξους (Αλεξέι Στολιαρόβ), όταν τηλεφώνησαν στο βρετανό τραγουδιστή Έλτον Τζον εκ μέρους του Πούτιν για να συζητήσουν τα προβλήματα της ΛΟΑΤ κοινότητας στη Ρωσία. Ο ίδιος ο Πούτιν αργότερα έπρεπε να τηλεφωνήσει στον Έλτον Τζον και να ζητήσει συγνώμη.

Ο Βοβάν και ο Λέξουν κατάφεραν να ξεγελάσουν και αρχηγούς κρατών — τον Πρόεδρο της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, καθώς και τον Πρόεδρο της Λευκορωσίας Αλεξάντερ Λουκασένκο. Βέβαια, είναι πιο εύκολο για έναν ηγέτη να προστατευθεί από τους φαρσέρ, παρά από τα πειράγματα συγγενών και φίλων. Το 2008, η ίδια η Ελισάβετ Β’, η Βασίλισσα του Ηνωμένου Βασιλείου έπεσε «θύμα» των εγγονών της, του Γουίλιαμ και του Χάρι, οι οποίοι ηχογράφησαν ένα μήνυμα στον τηλεφωνητή της γιαγιάς τους:

«Γεια σου, είμαι η Λίζ, δεν βρίσκομαι στο σπίτι τώρα. Για να επικοινωνήσετε με τον Φίλιππο (σύζυγο της Βασίλισσας), πατήστε το «ένα», για να επικοινωνήσετε με τον Κάρολο (τον μεγαλύτερο γιο της) — το «δύο», και αν θέλετε να μιλήσετε με το corgi — πατήστε το «τρία». Τα Corgi είναι τα αγαπημένα σκυλιά της Βασίλισσας.