Χριστιανική Σεισάχθεια: Τα βασικά χαρακτηριστικά της

Δημοσίευση: 13 Απριλίου 2019, 7:45 μμ

Η δουλεία υπήρχε ακόμα και στην δημοκρατική Αρχαία Αθήνα και μόλις τις τελευταίες δεκαετίες γίνεται προσπάθεια για να απαλειφθεί από τον κόσμο.

Αθανάσιος Ν. Ζιάκας, Δρ. Φιλοσοφίας

Η δουλεία, ένα έγκλημα διαρκείας όπως έχει χαρακτηριστεί, υφίστατο ως αποδεκτός θεσμός στις προχριστιανικές κοινωνίες της Οικουμένης, ενώ διάφορες παραλλαγές του φαινομένου υπήρχαν και λειτουργούσαν κανονικά σε όλα τα έθνη της αρχαιότητας. Φαίνεται πως η δουλεία ήταν ενδημική από τις πρώτες κοινωνικές συσσωματώσεις του ανθρώπινου είδους, ενώ υπήρχε σε ισχύ και στα σημιτικής προέλευσης έθνη συμπεριλαμβανομένων και των Εβραίων.

Η ελληνική παραλλαγή της δουλείας ως θεσμού είχε διάφορες εκφάνσεις με περιπτώσεις και διαβαθμίσεις σκλάβων, που ποίκιλλαν από αργυρώνητους, οικόσιτους (οικέτες), παλλακίδες και τροφούς, ενώ δεν έλειπαν και δούλοι, οι οποίοι συνόδευαν τους αφέντες τους στο πεδίο της μάχης. Κατά τα ελληνιστικά χρόνια, που διαδόθηκαν οι ιδέες των στωικής απόχρωσης φιλοσόφων, η δουλεία αρχίζει να γίνεται αντιληπτή και να αντιμετωπίζεται δειλά-δειλά ως φαινόμενο ξένο προς την ανθρώπινη φύση, ως έθος που δεν αρμόζει στο ανθρώπινο ον.

Όπως και να έχει η ποιότητα της ζωής του δούλου κατά τις αρχαιοελληνικές κοινωνίες δεν ήταν αποτέλεσμα του θεσμικού status, εντός του οποίου διαβιούσε, αν και αυτό ήταν ένας παράγοντας, όσο περισσότερο- και καθοριστικά- της σχέσης που αναπτυσσόταν μεταξύ του σκλάβου και του κυρίου. Δεν είχε τόσο σημασία αν ήσουν σκλάβος ή όχι αλλά υπό ποιού προσώπου την κυριαρχία διαβιούσες. Στις κοινωνίες της ρωμαιοκρατίας η δουλεία ισχύει ως αποδεκτός θεσμός ως ένας τέτοιος ζωτικός για την ίδια την ύφανση της κοινωνίας.


Η εμφάνιση του Χριστιανισμού στο προσκήνιο κατά τους πρώτους αυτοκρατορικούς χρόνους έρχεται να υπερβεί τους πολιτειακούς θεσμούς «επιτάσσοντας» τόσο από αφέντες όσο και από δούλους την εξάσκηση της αγάπης. Η μη απευθείας σύγκρουση του Χριστιανισμού με το θεσμό εξελήφθη ως υπόθαλψη της δουλείας, παρανόηση που υφίσταται κατά μέγα μέρος και στις μέρες μας.

Η πλήρης αποκήρυξη του θεσμού λαμβάνει σάρκα και οστά κατά τον 4ο μετα-χριστιανικό αιώνα από τον Γρηγόριο Νύσσης , αδελφό κατά σάρκα του Μεγάλου Βασιλείου, ο οποίος όρθωσε το ανάστημα του Χριστιανικού λόγου και, στο προετοιμασμένο από προγενέστερούς του πατέρες της Εκκλησίας έδαφος, έσπειρε τον σπόρο της κατάργησης του επαχθούς αυτού θεσμού. Εντός μιας κοινωνίας, με παγιωμένη μέσα της την δουλεία, ο επίσκοπος Νύσσης της Καππαδοκίας Γρηγόριος ίσταται ένας εναντίον πολλών. Ο Καππαδόκης πατέρας είναι ένας νέος Σόλων, κήρυκας μιας σεισάχθειας όχι οικονομικής αλλά πνευματικής φύσεως. Αποκηρύσσοντας την ιδιοκτησία σκλάβων και βασιζόμενος σε λογικά επιχειρήματα εναντίον του αρχαίου αυτού έθους προβαίνει σε έκκληση για αποτίναξη του θεσμού. Η προσπάθειά του διαθέτει ποικίλλα χαρακτηριστικά και αποτελεί ένα κράμα βιβλικής κατανόησης, ρητορικών επιχειρημάτων, επικοινωνιακών τακτικών και παραδοσιακού τύπου επιχειρηματολογίας.

Παρόλο που πολλοί Πατέρες της Εκκλησίας πίστευαν ότι η δουλεία ήταν «εκτός του πνεύματος του Χριστιανισμού», πολλοί συμφωνούσαν πως η εγκατάλειψη του θεσμού «θα προκαλούσε μεγάλη αναστάτωση στην κοινωνία». Η κύρια επιχειρηματολογία εντός των εκκλησιαστικών κύκλων ήταν η εξής:

1.Δεσπότες και δούλοι είναι ίσοι ενώπιον του Θεού (θέση του Απ. Παύλου και κοινή τοποθέτηση μεταξύ των Πατέρων).

2.Η δουλεία δεν αποτελούσε μέρος του αυθεντικού σχεδίου του Θεού για τον άνθρωπο αλλά εγκαθιδρύθηκε από αυτόν ως αποτέλεσμα της πτώσης και της λεγόμενης κληρονομικής «αμαρτωλότητας» του ανθρώπου (ιδέα που εντοπίζεται στον Γρηγόριο Ναζιανζηνό, τον Ιωάννη Χρυσόστομο, τον Αμβρόσιο και στον Αυγουστίνο στο έργο «Civitas Dei», όπου λαμβάνει την πιο γνωστή της έκφραση).

3.Η δουλεία είναι ωφέλιμη στον δούλο ως αντίδοτο για την δική του αμαρτία ή ως διόρθωση της δικής του ανοησίας (πράγμα που θυμίζει Αριστοτέλη αλλά βρίσκεται στον Βασίλειο αλλά και στον Αμβρόσιο και τον Αυγουστίνο).

4.Μόνο το σώμα του ανθρώπου μπορεί να υποδουλωθεί, όχι ο νους ή η ψυχή του (απαντάται στους Στωικούς αλλά και στον Αμβρόσιο).

Μία από της επικρατέστερες δικαιολογήσεις του θεσμού, που απαντώνται τόσο στα γραπτά του Αυγουστίνου αλλά και στον Ιωάννη τον Χρυσόστομο, ανάμεσα σε άλλους, είναι το ότι, αν και η δουλεία θεωρήθηκε ως αμαρτία, και ως αφύσικο φαινόμενο, ήταν η πτώση του Αδάμ που επέτρεψε την εισδοχή του θεσμού στο ανθρώπινο γένος. Στην ουσία εδώ πρόκειται για το δόγμα της πρωταρχικής αμαρτίας. Τα ίδια αισθήματα βρίσκονται επίσης στα γραπτά του Βασιλείου Καισαρείας και σε εκείνα του Γρηγορίου Ναζιανζηνού, που ήταν στενός, οικογενειακός φίλος.

Επιπροσθέτως, μια ακόμη σχετική θεωρία που ξεχωρίζει είναι ότι διαμέσου της χρήσης της δουλείας με μεταφορική λειτουργία, η κοινωνία και οι εκκλησιαστικοί Πατέρες, στην πράξη έδωσαν την σιωπηλή τους έγκριση στο θεσμό. Παραδόξως, ενώ η αρχαία δουλεία είχε αρχίσει να παρακμάζει, εξ αιτίας της έλλειψης πολέμων, ανάμεσα σε άλλους παράγοντες, η ανάπτυξη της μεταφορικής χρήσης της δουλείας μεταβλήθηκε σε ένα διανοητικό σύμβολο της σχέσης του ανθρώπου με το Θεό» και αντιστρόφως «αυτή η «δογματοποίηση» της δουλείας νομιμοποίησε και εξωράισε έναν απάνθρωπο θεσμό». Υπ’ αυτήν την έννοια, αν η εκκλησία χρησιμοποιούσε αυτόν τον «κακό» θεσμό για να περιγράψει τη σχέση του ανθρώπου με τον Χριστό, τότε, πώς οι απλοί Χριστιανοί θα μπορούσαν να βρούν κάτι λάθος στη δουλεία; Πιθανώς ένας από τους κύριους εισηγητές αυτής της μεταφοράς ήταν ο απ. Παύλος, ο οποίος δίδαξε ότι όταν κάποιος βαπτίζεται, παραιτείται από κάθε αξίωση κοινωνικής θέσης και κατά ένα τρόπο, η ζωή του γίνεται μια τέτοια δουλείας στον Χριστό.

Σημείωση: Κείμενο βασισμένο σε άρθρο του Αμερικανού EricDenby.