Η μάχη της Κωνσταντινούπολης (1147): Οι Βυζαντινοί απωθούν τους Γερμανούς σταυροφόρους

Δημοσίευση: 27 Μαρτίου 2019, 9:40 μμ | Ανανέωση: Μάρτιος 27, 2019 στις 9:47 μμ

Τη στιγμή που το Βυζάντιο επί Μανουήλ Α’ Κομνηνού, σταθεροποιήθηκε και ανακατέλαβε πολλά από τα εδάφη που έχασε από τον πολυμέτωπο αγώνα σε Βαλκάνια και Μικρά Ασία συνεχίζοντας το έργο των προκατόχων του, μια νέα απειλή εμφανίστηκε από τη Δύση. Οι σταυροφόροι με επικεφαλής τους βασιλείς Λουδοβίκο Ζ’ της Γαλλίας και Κορράδο Γ’ της Γερμανίας κατέφθασαν. Η πορεία τους πέρασε μέσα από τα εδάφη της αυτοκρατορίας με τα δύο στρατόπεδα να διακατέχονται από αμοιβαία καχυποψία και να καταλήγουν στη σύγκρουση.


ΟΙ ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΣΤΗ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑ

Αντιλαμβανόμενος τον κίνδυνο, ο Βυζαντινός αυτοκράτορας πραγματοποίησε προπαρασκευαστικές ενέργειες για την αντιμετώπισή τους και συγκέντρωσε τα στρατεύματα που βρίσκονταν μέσα και πλησίον της Κωνσταντινούπολης θέτοντας ως επικεφαλής τον αξιόμαχο και έμπειρο από τις μάχες στη Μικρά Ασία, στρατηγό Βασίλη Τζικανδύλη και τον προαναφερόμενο Προσούχ. Οι διαταγές ήταν ρητές. Η απάντηση, στο ανάλογο μέτρο, κάθε επιθετικής ενέργειας των Γερμανών. Οι έμπειροι στρατηγοί παρατήρησαν τις κινήσεις, τον αριθμό και την διάταξη των αντίπαλων στρατευμάτων. Αντιλήφθηκαν ότι οι αντίπαλοι στρατιώτες είχαν εξαιρετική σωματική διάπλαση και ισχυρότατη θωράκιση, όμως το ιππικό τους δεν διέθετε καθόλου ευκινησία και η πορεία των στρατιωτικών σωμάτων πραγματοποιούνταν με μεγάλη αταξία, προφανώς από την υπερεκτίμηση των δυνατοτήτων τους. Έστειλαν λοιπόν αναφορά στον αυτοκράτορα, ότι θα μπορούσαν πολύ εύκολα να τους νικήσουν, αναφέροντας όσα παρατήρησαν αλλά και τα παραπάνω εξαγόμενα συμπεράσματα ρωτώντας παράλληλα τι έπρεπε να πράξουν. Αυτός τους συνέστησε να είναι σε αναμονή μέχρι την πρόκληση ανοιχτής επιθετικής ενέργειας.

Εν τω μεταξύ σημαντικό στρατιωτικό τμήμα των Γερμανών συνέχισε την πορεία τους και έφθασε στην πεδιάδα των Χοιροβακχών (σημ. Μπαχσαγίς, δυτικά της Κωνσταντινούπολης), όπου υπήρχε άφθονη τροφή για τα άλογα και τα υποζύγια, και στρατοπέδευσε. Η περιοχή είναι πεδινή με τα ποτάμια και τους χείμαρρους να καταλήγουν στη λίμνη Μπουγιουκσεμεσέ που βρίσκεται πλησίον. Έχοντας υποτιμήσει τον αντίπαλό τους αλλά και θεωρώντας ότι δεν θα παραβιάζονταν ο όρκος από τους Βυζαντινούς, δεν περικαράχωσαν το στρατόπεδό τους, ούτε έσκαψαν τάφρο. Την νύχτα της 7-8 Σεπτεμβρίου του 1147, μια μεγάλη φυσική καταστροφή τους βρήκε σε αυτό το σημείο καθώς από μια αναπάντεχη δυνατή καταιγίδα οι παραπλήσιοι ποταμοί Μέλας (σημ.Καρασού) και Άθυρας υπερχείλισαν και πλημμύρισαν το μεγαλύτερο μέρος της πεδιάδας. Άλογα, οπλισμός, σκηνές παρασύρθηκαν ως την θάλασσα από την μεγάλη νεροποντή συνθέτοντας ένα σκηνικό χάους στο γερμανικό στρατόπεδο. Ο ανώνυμος συγγραφέας που συνέγραψε τον «Μαγγάνειο Πρόδρομο» αναφέρει χαρακτηριστικά ότι «..το κύμα της κεφαλής του ρόου συρρεύσαν εστρόβησε πολλούς αθλίους εν Χοιροβάκχοις τον βίο λελοιπότας».[1]

Ο Φρειδερίκος Α΄ (1122 – 1190), γνωστός και ως Φρειδερίκος Μπαρμπαρόσσα

ήταν αυτοκράτορας της Αγίας Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας από το 1155.

Ήταν 25 χρονών όταν έλαβε μέρος στη Β’ σταυροφορία και διακρίθηκε

για το θάρρος και τον παρορμητισμό του.(Άγαλμα που βρίσκεται στο

Γκόσλαρ της Κάτω Σαξονίας,Γερμανία).

Μόνο το τμήμα του Φρειδερίκου που στρατοπέδευσε σε ψηλότερο σημείο δεν υπέστη ζημιές. Πληροφορούμενος του ευνοϊκού αυτού γεγονότος ο Μανουήλ έστειλε μέλη της αριστοκρατίας στον Κορράδο για να του αναφέρουν το συμβάν και να έρθουν σε συνεννόηση για τις επόμενες κινήσεις. Ο Κορράδος επιδεικνύοντας αλαζονεία, μη έχοντας πληροφορηθεί τη συμφορά που βρήκε το γερμανικό απόσπασμα, απαίτησε από τον Βυζαντινό αυτοκράτορα να τον συναντήσει, καθώς πλησίαζε στην Κωνσταντινούπολη. Όταν όμως αντίκρισε τα απόρθητα τείχη της Πόλης, από την τοποθεσία Φιλοπάτιον που είχε φθάσει, με τους θεόρατους πύργους και την τεράστια τάφρο έμεινε έκθαμβος. Αντιλήφτηκε ότι η πόλη είναι σχεδόν απόρθητη, αποχώρησε και τάχιστα έφτασε σε ένα από τα προάστια της βυζαντινής πρωτεύουσας, το Πικρίδιον(σημ. Χασκόι). Από εκεί ενημέρωσε, με τη συνήθη υπεροψία, σε γράμμα τον Μανουήλ ότι δεν ευθύνεται για τα πρόσφατα γεγονότα, επισημαίνοντας τα χαρακτηριστικά ενός ευφυή αυτοκράτορα, τα οποία ο Μανουήλ, σύμφωνα με αυτόν, δεν διέθετε. Η παραμονή του στο προαστιακό παλάτι του Φιλοπατίου δεν ήταν φυσικά ανώδυνη και συνοδεύτηκε από λεηλασίες και καταστροφές σε τέτοιο βαθμό ώστε το παλάτι κατέστη μη κατοικήσιμο. Όταν ο Βυζαντινός αυτοκράτορας ζήτησε αποζημίωση για τις λεηλασίες, ο Κορράδος του απάντησε ότι αυτές ήταν ασήμαντες και σε μια έκρηξη οργής απείλησε ότι θα ερχόταν το επόμενο έτος να καταλάβει την Κωνσταντινούπολη. Η σύγκρουση ήταν αναπόφευκτη.


Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ (1147)

Το βυζαντινό απόσπασμα συνέχισε την πορεία του και προσέγγισε ακόμη περισσότερο τους Γερμανούς. Γνωρίζοντας την αριθμητική υπεροχή του εχθρού αλλά έχοντας εμπιστοσύνη στα στρατεύματά τους οι στρατηγοί Προσούχ και Τζικανδύλης ανέμεναν το λάθος από τους αντιπάλους τους που συχνά συμπεριφέρονταν σαν όχλος. Η διάταξη των βυζαντινών στρατευμάτων, η οποία μας προσφέρεται λεπτομερέστατα από τον Κίνναμο, ήταν η εξής : μπροστά τοποθετήθηκαν τα πιο άπειρα τμήματα, με την διατύπωση να δίνει την εικόνα στρατευμάτων πεζικού πιθανόν ψιλούς, που βάδισαν χωρισμένα σε τέσσερα τμήματα. Έπειτα ακλούθησαν οι επίλεκτοι βαριά θωρακισμένοι κατάφρακτοι και εν συνεχεία το ελαφρύ ιππικό. Τέλος την διάταξη συμπλήρωσαν οι Κουμάνοι μαζί με τους Τούρκους μισθοφόρους ιππείς πλαισιωμένοι από Βυζαντινούς ιπποτοξότες. Η τοποθέτηση των ιπποτοξοτών στην τελευταία γραμμή και όχι στην πρώτη, όπως συνηθιζόταν, με αποστολή την παρενόχληση του εχθρού έχει λογική βάση στο περιορισμένο εύρος κινήσεων που προσέδιδε το έδαφος ή στο γεγονός ότι δεν δόθηκε η ευκαιρία για κάτι τέτοιο. Επίσης, οι Βυζαντινοί μάχονταν σε γνωστό, για αυτούς έδαφος, συνεπώς δεν είχαν την ανάγκη για ανίχνευση του εδάφους και ακόμη γνώριζαν ήδη τον αριθμό και την τοποθεσία του εχθρικού στρατού.

Ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Μανουήλ Α΄

Κομνηνός (28/11/1118 – 24/9/1180) βασίλεψε σε μία

κρίσιμη καμπή στην ιστορία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας.

Μεταξύ των Σελτζούκων, Νορμανδών, Ούγγρων, Σέρβων και

Βενετών που αντιμετώπισε καλέστηκε να διαχειριστεί και την

πρόκληση της Β’ Σταυροφορίας. Τα λατινικά χρονικά της

δυτικής Ευρώπης και του βασιλείου της Ιερουσαλήμ, τον

μνημονεύουν ως « γενναιόδωρο και άξιο άνθρωπο, αγαπημένο

του Θεού, με μεγάλη δύναμη, ασύγκριτη ενέργεια και ευγνωμοσύνη».

Λεπτομέρεια διπλού πορτρέτου με τη Μαρία της Αντιόχειας,

Βιβλιοθήκη του Βατικανού, Ρώμη.

Προφανώς τα τμήματα που εστάλησαν για να αντιμετωπίσουν τους επιδρομείς ήταν από αυτά που παρέμεναν στην πρωτεύουσα και για τα οποία είχε μεγαλύτερη εποπτεία ο αυτοκράτορας, σε σχέση με αυτά που ήταν στις επαρχίες σε Ανατολή και Δύση. Μπορούμε επίσης να υποθέσουμε ότι ο Χωνιάτης προβαίνει σε μια υπερβολή όσον αφορά τον ρόλο του αυτοκράτορα στον εξοπλισμό τους από τις κεντρικές αποθήκες, αν λάβουμε υπ’ όψιν ότι εκείνη την περίοδο εκτελούσε χρέη αρμοστή των θρακικών πόλεων και υπεύθυνο της μισθοδοσίας των τοπικών στρατευμάτων. Μια πιθανή ενέργεια είναι να συμπληρώθηκε ο εξοπλισμός των στρατευμάτων λόγω της αναγκαιότητας της στιγμής, ιδίως των δυνάμεων κρούσης όπως οι κατάφρακτοι. Ο ιστορικός Τζόναθαν Χάρρις θεωρεί ότι οι Κουμάνοι και οι Τούρκοι αποτελούσαν μεγάλο μέρος του Βυζαντινού στρατεύματος, αν και πιθανόν αποτελούσαν το σύνηθες ποσοστό και προφανώς αποτελεί αποτέλεσμα επηρεασμού από το γεγονός ότι ο ένας επικεφαλής ήταν τουρκικής καταγωγής, ο Προσούχ, καθώς και την παρουσία Τούρκων και Πετσενέγκων ή Κουμάνων μισθοφόρων. Ο Κίνναμος σε μια από τις συνήθεις για τους Βυζαντινούς χρονικογράφους αναφορά, χρησιμοποιεί αρχαιοελληνικές ονομασίες για τα έθνη που περιβάλλουν την αυτοκρατορία και τους αποκαλεί «Πέρσες» και «Σκύθες» αντίστοιχα και με τη γεωγραφική τους θέση.Μόλις οι Γερμανοί απέκτησαν επαφή με τον βυζαντινό στρατό, στις 10 Σεπτεμβρίου, κυριευτήκαν από ανυπομονησία και ζήλο να εμπλακούν σε σύγκρουση. Αμέσως επιτέθηκαν αλαλάζοντας με την γνωστή τους ορμή προς τους αντιπάλους τους, αλλά με πλήρη αταξία, επαληθεύοντας την αναφορά των Βυζαντινών στρατηγών προς τον Μανουήλ. Ακολούθησε σκληρή και αιματηρή μάχη, στην οποία η πλάστιγγα με την πάροδο του χρόνου έγειρε προς το μέρος των Βυζαντινών. Με εξαιρετική πολεμική δεινότητα, αντιστάθηκαν σθεναρά στην σφοδρότητα της επίθεσης των Γερμανών και στη συνέχεια τους κατέκοπταν.

Η τοποθεσία όπου οι Γερμανοί υπέστησαν τη φυσική καταστροφή

στους Χοιροβάκχους (σημ. Μπαχσαγίς )και έπειτα τη στρατιωτική ήττα, όπως

είναι σήμερα . Το πεδινό έδαφος ευνοούσε περισσότερο το ευέλικτο

Βυζαντινό ελαφρύ ιππικό και οι Γερμανοί πλήρωσαν την εμμονή τους

στις κατά τ’ άλλα εξαίρετες δυνάμεις πεζικού. (Φωτογραφία από δορυφόρο)

Δυστυχώς δεν διαθέτουμε αναλυτική περιγραφή της μάχης. Πιθανόν να απορροφήθηκε η αρχική ορμή και σφοδρότητα της επίθεσης των Γερμανών και να ακολούθησε πλαγιοκόπηση από το ευκίνητο Βυζαντινό ιππικό με συνεχή φθορά από τους ιπποτοξότες. Αυτό το συμπέρασμα μπορούμε να εξαγάγουμε από τον Κίνναμο στο σημείο όπου οι Βυζαντινοί «αντιστάθηκαν επιδέξια και στη συνέχεια τους σκότωσαν». Το ευέλικτο ιππικό των Βυζαντινών μαζί με τους ιπποτοξότες είχε ευρύτερο πεδίο κινήσεων από τους πεζούς και τους δυσκίνητους Γερμανούς ιππείς. Το αποτέλεσμα ήταν το τέλος της σύγκρουσης να μετατραπεί σε σφαγή. Δεν αναφέρονται τα ακριβή μεγέθη των αντιπαρατασσόμενων αντίπαλων δυνάμεων, όμως σίγουρα γνωρίζουμε από τις πηγές ότι η γερμανική δύναμη ήταν πολλαπλάσια. Αν υποθέσουμε αυθαίρετα ότι το γερμανικό στρατιωτικό σώμα αποτελούσε το ένα τέταρτο ή το ένα πέμπτο του συνολικού στρατού, περίπου 20.000 χιλιάδες, τότε ο υπολογισμός κυμαίνεται στους 4 με 5 χιλιάδες άνδρες, που υπέστησαν εξαιρετικά βαριές απώλειες από την πολεμική αναμέτρηση με το Βυζαντινό απόσπασμα, έχοντας υποστεί και απώλεια ηθικού και ανδρών από την φυσική καταστροφή στους Χοιροβάκχους.

Μη έχοντας γνώση της στρατιωτικής ήττας ενός τμήματος του στρατού του, ο Κορράδος παρέμεινε αλαζόνας απέναντι στον Μανουήλ, ακόμα και όταν ο τελευταίος του ανέφερε ότι «..έμαθα ότι ένας μικροσκοπικός ρωμαϊκός στρατός αντιμετώπισε και διέλυσε έναν τεράστιο γερμανικό στρατό . Αποτελεί σχεδόν κανόνα ο αυτόχθον(στρατός) να είναι υπέρτερος σε ξένους εισβολείς..». Εν τέλει ο Κορράδος αποδύθηκε επιτέλους την υπεροπτική του στάση και ζήτησε οδηγό από τον Βυζαντινό αυτοκράτορα για την μετέπειτα πορεία του. Ο απεσταλμένος ακόλουθος κουβαλούσε μαζί του και την πρόταση του Μανουήλ για σύναψη συμμαχίας, την οποία απέρριψε και ακλούθησε τον δρόμο προς το Φιλομήλιο.

ΜΕΤΑΚΙΝΗΣΗ ΠΡΟΣ ΤΗ ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ
Ο Άγιος Δημήτριος. 12ος αι. Στεατίτης.
Ο Δημήτριος εδώ είναι τοξότης. Εξοπλισμένος με
ένα σύνθετο τόξο, ένα δόρυ και μια στρογγυλή ασπίδα
φέρει ένα γεμισμένο λινοθώρακα(ζάβα)
με συνημμένες «πτερούγες» (Λούβρο)

Το αποτέλεσμα ήταν τελικά να πραγματοποιηθεί η αναχώρηση των Γερμανών με μεγάλη επίσπευση. Με διαταγή του Μανουήλ, διατέθηκε κάθε λέμβος, πλοίο, ακόμα και ψαρόβαρκες των κατοίκων καθώς και μεταφορικά για τους ίππους για την όσο το δυνατόν ταχύτερη διέλευση των Γερμανών. Επίσης, διόρισε καταγραφείς για να καταγράψει κάθε άνθρωπο που θα αποβιβαζόταν στο έδαφος της Μικράς Ασίας, αλλά σύμφωνα με τον Χωνιάτη, αυτοί ήταν τόσο πολλοί που οι διορισμένοι υπάλληλοι δεν κατόρθωσαν να φέρουν σε πέρας αυτό το έργο. Σύντομα οι Βυζαντινοί θα έβλεπαν με ανακούφιση να ακολουθούν τον ίδιο δρόμο και οι Γάλλοι που διεκπεραιώθηκαν χωρίς προβλήματα, ενώ δεν αμέλησαν να στήσουν αγορές που θα βοηθούσαν στην ομαλή, στα πλαίσια του δυνατού, τροφοδότησή τους.

Από την σύγκρουση που έλαβε χώρα στα περίχωρα της Κωνσταντινούπολης, μπορούμε να βγάλουμε χρήσιμα συμπεράσματα. Κατ’ αρχάς, δεν αποτέλεσε μια πρώτου μεγέθους σύγκρουση καθώς ενεπλάκη τμήμα μόνο του γερμανικού σώματος, αλλά από την άλλη πλευρά υπήρξε μια αξιόλογη μάχη στην οποία οι Βυζαντινοί, υστερώντας αριθμητικά, δοκίμασαν και αξιοποίησαν τις πολεμικές τους τακτικές σε έναν καινούργιο αντίπαλο, διαφορετικό από αυτούς που αντιμετώπιζαν την περίοδο εκείνη. Οι σιδηρόφρακτοι Γερμανοί στρατιώτες διέφεραν σημαντικά στη σύνθεση και στις τακτικές των νομάδων Τούρκων, των συγγενών τους Πετσενέγκων και των Ούγγρων μετέπειτα (Σίρμιο 1167). Το βυζαντινό στρατιωτικό σώμα βάδισε με εξαιρετικά ικανούς αξιωματικούς απέναντι σε έναν κατά κανόνα γενναίο και επίφοβο αντίπαλο, έχοντας ως πλεονέκτημα την άριστη γνώση του εδάφους και με γνώμονα την προσαρμοστικότητα που αν μη τι άλλο χαρακτήριζε τους Βυζαντινούς. Προκαλεί εντύπωση η αυτοπεποίθηση που είχαν οι στρατηγοί Τζικανδύλης και Προσούχ για τη νίκη και η επίτευξη αυτής, όταν γίνεται σύγκριση με την εξαιρετικά χαμηλή πολεμική απόδοση που επέδειξαν οι Βυζαντινοί μόλις μερικές δεκαετίες αργότερα, όταν αλώθηκε για πρώτη φορά η Κωνσταντινούπολη. Διακρίνεται εύκολα η σημασία της συντήρησης του αξιόμαχου του στρατού, ο ορθός υπολογισμός και συντονισμός από τον αυτοκράτορα των στρατευμάτων και η κατάλληλη επιλογή των στρατηγών με αντικειμενικά κριτήρια, βάσει των ικανοτήτων που έκρινε αλλά και που αυτοί επέδειξαν στο πεδίο της μάχης.

Η σύγκρουση δεν γενικεύτηκε σε μια κατάσταση πολιορκίας της Κωνσταντινούπολης ή σε μια μεγαλύτερη μάχη στα περίχωρα της Πόλης, παρέμεινε όμως μια χρήσιμη πηγή εξαγωγής συμπερασμάτων και από τους δύο στρατούς, αν και εν τέλει φάνηκε ότι οι Γερμανοί δεν έμαθαν από τα λάθη τους. Η προσωρινή ρήξη με τον Κορράδο, αντικαταστάθηκε με μια ανανέωση της συμμαχίας ενάντια στους Νορμανδούς, που είχαν αδράξει την ευκαιρία και επιτέθηκαν στην Κέρκυρα, στη Θήβα, στις ακτές του Ιονίου και την Κόρινθο. Η άμεση αντίδραση του Μανουήλ απέφερε μια συμμαχία με τη Βενετία, τη συντριβή του εχθρικού στόλου και την ανάκτηση της Κέρκυρας. Το Βυζάντιο παρέμενε ακόμη σημαντικός ρυθμιστής των εξελίξεων στη διεθνή πολιτική σκηνή.

*Το παρόν αποτελεί απόσπασμα άρθρου που δημοσιεύτηκε από τον Χαλάστρα Κωνσταντίνο στη Στρατιωτική Ιστορία, τεύχος 257, Αύγουστος 2018

Πηγή