Έκθεση ΟΟΣΑ: Δυσαρεστημένοι 8 στους 10 Έλληνες- Οι σκληροί φόροι δεν έχουν ανταπόδοση

Δημοσίευση: 19 Μαρτίου 2019, 7:36 μμ | Ανανέωση: Μάρτιος 19, 2019 στις 7:36 μμ

Στην έκθεση του ΟΟΣΑ, αποτυπώνεται η μεγάλη δυσαρέσκεια των Ελλήνων για την πολιτική που ασκείται σε βάρος τους. Παρά τα «ψίχουλα» που μοιράζει η κυβέρνηση ως επιδόματα, οι Έλληνες συνεχίζουν δίκαια να θεωρούν πως οι φόροι που πληρώνουν δεν ανταποκρίνονται στις δημόσιες παροχές του κράτους, αφού αυτές είναι κατά πολύ χαμηλότερες από τα προσδοκώμενα. Το 70% περίπου, των Ελλήνων, στην ίδια έκθεση, δεν μπορεί να ανταποκριθεί στην κάλυψη των αναγκών του. 

Από τα στοιχεία της έρευνας του ΟΟΣΑ προκύπτουν τα εξής:

Το 82,1% των Ελλήνων θεωρεί ότι για το ύψος των φόρων που πληρώνει δεν λαμβάνει δημόσιες υπηρεσίες που να το ικανοποιεί. Συγκεκριμένα, το 82,1% δηλώνει ότι δεν λαμβάνει ένα δίκαιο μερίδιο δημοσίων ωφελημάτων με δεδομένους τους φόρους και τις εισφορές που πληρώνουν. Ο αντίστοιχος μέσος όρος στις 21 χώρες του ΟΟΣΑ που έγινε η έρευνα είναι 58,5%, δηλαδή πολύ χαμηλότερα. Η Ελλάδα είναι «πρωταθλήτρια» αρνητικών απόψεων των πολιτών της για τις δημόσιες υπηρεσίες που λαμβάνει και βρίσκεται σε χειρότερη θέση από χώρες όπως το Μεξικό, η Πολωνία, η Χιλή και η Εσθονία.

Το 77,8% των Ελλήνων θεωρεί ότι λαμβάνουν τα κοινωνικά ωφελήματα πολίτες οι οποίοι δεν τα δικαιούνται, κάνοντας έτσι μια σαφέστατη κριτική, στη στόχευση και στην ποιότητα της κοινωνικής πολιτικής στην Ελλάδα. Ο αντίστοιχος μέσος όρος στις 21 χώρες του ΟΟΣΑ είναι 66,6%.

Το 70% των Ελλήνων θεωρεί ότι η κυβέρνηση δεν τους λαμβάνει υπόψη όταν σχεδιάζει τα κοινωνικά ωφελήματα. Ο αντίστοιχος μέσος όρος στις 21 χώρες του ΟΟΣΑ είναι 61,1%.


Ιδιαίτερα υψηλό ποσοστό, 79,4% (στη δεύτερη θέση της κατάταξης μετά την Πορτογαλία_ παρουσιάζεται στους πολίτες οι οποίοι τάσσονται υπέρ της φορολόγησης των πλουσίων προκειμένου να στηριχθούν οι φτωχοί. Ο μέσος όρος στις 21 χώρες του ΟΟΣΑ είναι 67,8%.

Το 70,5% των Ελλήνων θεωρούν τη δυσκολία να καλύψουν τις δαπάνες τους ως έναν από τους τρεις μεγαλύτερους βραχυπρόθεσμους (για τα επόμενα 1-2 χρόνια) κινδύνους για τους ίδιους ή τις οικογένειές τους. Το αντίστοιχο ποσοστό για τον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ διαμορφώνεται στο 47,3%.

Οι δύο άλλοι μεγαλύτεροι βραχυπρόθεσμοι κίνδυνοι που αισθάνονται οι Έλληνες είναι η ασθένεια ή η αναπηρία τους (46,1% έναντι 54% κατά μέσο όρο στις 21 χώρες) και η απώλεια της εργασίας τους (42,4% έναντι μέσου όρου 35,5%). Ακολουθεί ο κίνδυνος από τη βία ή το έγκλημα (33% έναντι μέσου όρου 34%).

Πολύ χαμηλότερα είναι τα ποσοστά που αναφέρθηκαν για τον κίνδυνο ανεπαρκούς κατοικίας (20,3% έναντι μέσου όρου 27,5%), πρόσβασης σε φροντίδα ή εκπαίδευση των παιδιών (28,2% έναντι μέσου όρου 15,8%) και πρόσβασης σε μακροπρόθεσμη περίθαλψη (20,3% έναντι 26,3%).

Σύμφωνα με την έρευνα, οι περισσότεροι πολίτες των 21 χωρών ανησυχούν για τις συντάξεις τους.
Για το 77% των Ελλήνων, η οικονομική ασφάλεια στα γηρατειά αποτελεί έναν από τους τρεις μεγαλύτερους μακροπρόθεσμους (πέραν της επόμενης δεκαετίας) κινδύνους για τους ίδιους ή τις οικογένειές τους. Πολύ υψηλό είναι και το μέσο ποσοστό στις 21 χώρες (72,1%). Οι άλλοι δύο μεγαλύτεροι μακροπρόθεσμοι κίνδυνοι για τους Έλληνες είναι να μην αποκτήσουν τα παιδιά τους στάτους και ευημερία (62,1% έναντι μέσου όρου 43,5%) και να μην αποκτήσουν οι ίδιοι στάτους και ευημερία (50,9% που είναι επίσης το μεγαλύτερο ποσοστό έναντι μέσου όρου 42,2%).

Το 73,2% διαφωνούν με την άποψη ότι «θα μπορούσαν να έχουν εύκολα πρόσβαση σε δημόσιες παροχές, αν τις χρειάζονταν» έναντι 55,9% που είναι ο μέσος όρος.