Toν Ρώσο σκηνοθέτη Κονσταντίν Στανισλάφσκι τιμά το Google doodle

Δημοσίευση: 17 Ιανουαρίου 2019, 7:31 πμ

Ο Ρώσος σκηνοθέτης και πρωτοπόρος της υποκριτικής του ρωσικού θεάτρου Κονσταντίν Σεργκέγεβιτς Στανισλάφσκι (Konstantin Stanislavski) έχει σήμερα την τιμητική της, αφού η Google του αφιερώνει το σημερινό της doodle, με αφορμή τη συμπλήρωση 156 χρόνων από τη γέννησή του.


Ο Κονσταντίν Στανισλάφσκι γεννήθηκε στις 17 Ιανουαρίου του 1863, και πέθανε στις 7 Αυγούστου 1938.

Σύμφωνα με το βιβλίο του Μελ Γκόρντον «Η μέθοδος Στανισλάφσκι», ο μεγάλος σκηνοθέτης γεννήθηκε στη Μόσχα ως Κονσταντίν Σεργκέγεβιτς Αλεξέγεφ από εύπορη οικογένεια το 1863. Έκανε την πρώτη του θεατρική εμφάνιση στην ηλικία των «2 ή 3 ετών», σύμφωνα με τα απομνημονεύματά του «Η ζωή μου στην τέχνη». Πήρε το καλλιτεχνικό όνομα Στανισλάφσκι νωρίς στην καριέρα του -στην ηλικία των 25- πιθανώς για να προστατέψει τη φήμη της οικογένειάς του. Προερχόταν από εύπορη οικογένεια, που κατασκεύαζε χρυσά και ασημένια διακοσμητικά για στρατιωτικές στολές και διακοσμήσεις.

Η Μαρί Βάρλεϋ, η γιαγιά του, ήταν μια περιπλανώμενη Γαλλίδα ηθοποιός και το μόνο μέλος της οικογένειας με καλλιτεχνικό υπόβαθρο. Ο Στανισλάφσκι είχε οχτώ αδέρφια, που συμμετείχαν μαζί του στη δημιουργία παραστάσεων σε γενέθλια και διακοπές. Στα οχτώ του, ο Στανισλάφσκι άρχισε να ενδιαφέρεται για το τσίρκο και συχνά διηύθυνε και πρωταγωνιστούσε σε δικές του παραστάσεις τσίρκου. Ένα άλλο πάθος του νεαρού Στανισλάφσκι ήταν το κουκλοθέατρο, όπου ανέβασε σκηνές από τον «Κουρσάρο» και τον «Πέτρινο επισκέπτη». Με το κουκλοθέατρο, έμαθε να ακονίζει την αγάπη του για τη λεπτομέρεια, μια ιδιότητα που ο Στανισλάφσκι θα ενσωμάτωνε στη σκηνοθεσία του αργότερα στο Θέατρο Τέχνης της Μόσχας.

Στα 14, ο Στανισλάφκσι ξεκίνησε τα πολυάριθμα τετράδιά του γεμάτα παρατηρήσεις, αφορισμούς και προβλήματα. Σαν εκκολαπτόμενος ηθοποιός, ο Στανισλάφσκι θα ντυνόταν σαν αλήτης και θα πήγαινε στις αποβάθρες του τρένου, ή θα μεταμφιεζόταν τσιγγάνος. Η απόφασή του να σπουδάσει θέατρο παρέμεινε ακλόνητη, παρά την αντίθεση του πατέρα του.


Το 1881, ο Στανισλάφσκι φοίτησε σε μια σχολή στη Μόσχα, όπου διδάχθηκε την υποκριτική μέσω μίμησης. Μερικές εβδομάδες αργότερα και ανικανοποίητος, ο Στανισλάφσκι πήγε να σπουδάσει στο Θέατρο Μάλι, (Малый театр) όπου έμαθε να κάνει καλές πρόβες, να εμφανίζεται φρέσκος στις παραστάσεις και να παίρνει περισσότερη ενέργεια από τους άλλους ηθοποιούς παρά από το κοινό. Όμως ο διαφωτισμός του Στανισλάφσκι προήλθε περισσότερο όταν είδε την υποκριτική του Ιταλού ηθοποιού Τομάζο Σαλβίνι στον Οθέλλο. Ο Στανισλάφσκι θεωρούσε τον Σαλβίνι ένα «τίγρη του πάθους» γεμάτο αλήθεια, δύναμη, καλλιτεχνικό αισθητήριο, αέρινη κίνηση και τελειότητα. Ξύρισε το μούσι και το μουστάκι του όπως του Σαλβίνι και στα είκοσι πέντε πήρε το όνομα Στανισλάφκι, αναμενόμενα όμοιο σε εκείνο του Σαλβίνι. Η έμπνευση του Στανισλάφσκι θα προερχόταν περισσότερο από την επιθυμία του να ευχαριστήσει το κοινό, μια ιδιότητα που θα τον έφτανε σε μεγάλη απόγνωση όταν αυτή η ανάγκη δεν υπήρχε.

Ο Στανισλάφσκι, όπως αναφέρει η wikipedia.org., έπαιξε το ρομαντικό καλοπερασάκια σε γαλλικές φαρσοκωμωδίες και τελικά ίδρυσε την Εταιρεία Τέχνης και Λογοτεχνίας το 1888, όπου απέκτησε θεατρική και αισθητική πείρα. Εκεί, ο Στανισλάσφκι προσέλαβε τον σκηνοθέτη Αλεξάντερ Φεντότοφ για να διδάξει σε αυτόν και το θέατρό του. Ο τελευταίος δίδαξε στο Στανισλάφσκι πολλά πράγματα, όπως το να βγάζει μοντέλα χαρακτήρων από πραγματικούς ανθρώπους και όχι από τις ερμηνείες των ηθοποιών, να χρησιμοποιεί αντιτιθέμενα χαρακτηριστικά του ρόλου (για παράδειγμα, ένας καλός άνθρωπος που ανακαλύπτει τα κακά χαρακτηριστικά του) και πολλές τεχνικές χαλάρωσης. Ο Στανισλάφσκι αντιμετώπισε αρκετά προβλήματα αυτά τα χρόνια: έπεσε σε θεατρικά κλισέ, είχε προβλήματα έμπνευσης και κατακλυζόταν μερικές φορές από πολλές θεωρίες, που τον έκαναν να αποκτήσει αυτογνωσία. Ήταν τότε που παντρεύτηκε την αγαπητή του, τη Μάσα Περεβοστσίκοβα, που το θεώρησε μεγάλο πλεονέκτημα για την υποκριτική του.

Όταν μια γερμανική θεατρική ομάδα επισκέφθηκε τη Ρωσία, δε θαύμασε την υποκριτική ή το περιεχόμενο των έργων, λάτρεψε όμως το ρεαλισμό των κουστουμιών και την πειθαρχία στις πρόβες, το οποίο είναι ένα άλλο παράδειγμα του τρόπου του να παίρνει αυτό που θέλει από συγκεκριμένες θεωρίες και πρακτικές, απορρίπτοντας τα υπόλοιπα. Ο Στανισλάφσκι άρχισε να αποκτά φήμη στη Μόσχα σαν μοντέρνος και καινοτόμος σκηνοθέτης με παραγωγές όπως «Uriel Acosta», «Οθέλλος» και «The bells». To 1897, η εταιρεία είχε μια πληθώρα αποτυχημένων παραγωγών και ηθοποιών στερούμενων κινήτρων. Ήταν τότε που ο κριτικός, δάσκαλος και δραματουργός Βλαντιμίρ Νεμίροβιτς-Νταντσένκο συζήτησε με το Στανισλάφσκι σχετικά με τα προβλήματα του μοντέρνου θεάτρου και την επιθυμία τους να δημιουργήσουν ό,τι θα γινόταν γνωστό ως το «Θέατρο Τέχνης της Μόσχας».