Ένας αιώνας Μακεδονικών αγώνων! Ο Τίτο, το ΚΚΕ και τα λάθη της δεκαετίας του 1990

Δημοσίευση: 23 Ιανουαρίου 2019, 12:05 πμ

Όλη η ιστορία και οι υποχωρήσεις της Ελλάδας


Η ιστορική διαδρομή του Σκοπιανού, ποίοι το εφηύραν, ποιο ελληνικό κόμμα το είχε αποδεχθεί, γιατί ο Τίτο βάφτισε το νότιο κομμάτι της Γιουγκοσλαβίας «Μακεδονία» και τι έκανε τότε η Ελλάδα.

«Αν ζούσε ο Γκέμπελς θα αισθανόταν περήφανος καθώς η ρήση του «λέγε-λέγε κάτι θα μείνει», είχε την απόλυτη εφαρμογή , αφού αυτή ήταν η βάση για να δημιουργηθεί ένα κράτος και μια «εθνική συνείδηση».  Πράγματι η δημιουργία του  επονομαζόμενου κράτους  «Δημοκρατία της  Μακεδονίας -Republic of Macedonia» είναι η απόλυτη εφαρμογή της ρήσης του Γκέμπελς.

Του Παντελή Ζήλου

Μπορεί σήμερα κάποιοι νέοι να ακούνε για πρώτη φορά το πρόβλημα αυτό που άπτεται των Εθνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων μας, προσβάλλοντας  παράλληλα την ιστορική μας μνήμη αλλά και την αλήθεια, ωστόσο η απαρχή του ξεκινάει περίπου πριν από 100 χρόνια.


Πως ξεκίνησε το πρόβλημα
Η Μακεδονία ως γεωπολιτικός χώρος ήταν πολύφερνη νύφη από τα τέλη του 19ου αιώνα, για όλες τις Εθνότητες που ζούσαν εκεί, στην περιοχή που ήταν υπό την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Πριν καν μάλιστα διαλυθεί η Οθωμανική Αυτοκρατορία, υπήρξαν οι γνωστοί Μακεδονικοί αγώνες με τον Παύλο Μελά, που προσπαθούσε να διασώσει τον Ελληνικό πληθυσμό από τις σφαγές των Βούλγαρων Κομιτατζήδων. Όπως είναι γνωστό στη συνέχεια ακολούθησαν Βαλκανικοί πόλεμοι, όπου η τότε Ελλάς απελευθέρωσε και ενώθηκε  με το σκλαβωμένο κομμάτι του Ελληνισμού, την Μακεδονία. Επακολούθησε ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, όπου με νέες μάχες και αίμα, οριστικοποιήθηκαν τα σύνορα ημών και των Βορείων γειτόνων μας. Έτσι  όμως ένα τμήμα της Γεωγραφικής περιοχής της Μακεδονίας, απετέλεσε τμήμα της Βουλγαρίας και ένα άλλο της Σερβίας, που στη συνέχεια μετονομάστηκε σε   Γιουγκοσλαβία, δηλαδή, Ένωση των Σλάβων.  Στο τμήμα της  Μακεδονίας υπό την Σερβική κυριαρχία, οι κάτοικοι μιλούσαν και αισθάνονταν περισσότερο Βούλγαροι. Έτσι η Γιουγκοσλαβία είχε πάντοτε το άγχος να προσδώσει στους  κατοίκους της περιοχής μια συνείδηση και ταυτότητα που θα τους διαχώριζε από την Βουλγαρία. Από την άλλη πλευρά η Βουλγαρία συνειδητοποιώντας πως δεν μπορεί πλέον με τα όπλα να κατακτήσει αυτή τη γεωγραφική περιοχή , αλλά και να έχει πρόσβαση στο Αιγαίο και  την Μεσόγειο, δηλαδή το σύνολο της γης της Μακεδονίας και τμήμα της Ελληνικής Επικράτειας, εξύφανε ένα σχέδιο άκρως διεστραμμένο και ιμπεριαλιστικό. Όχημα βρήκε στη θεωρία της Ανεξάρτητης Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Μακεδονίας και άρχισε  να προπαγανδίζει  να ενωθούν η Μακεδονία του Αιγαίου δηλαδή η Ελληνική , η Μακεδονία του Πιρίν δηλαδή το Βουλγαρικό τμήμα και η Μακεδονία του Βαρδάρη «Vardaska»  δηλαδή το γεωγραφικό τμήμα που ανήκε στη Γιουγκοσλαβία. Την θεωρεία αυτή του διαίρει και βασίλευε ενστερνίστηκε το Κομμουνιστικό Κόμμα της Βουλγαρίας  το οποίο κατάφερε, με την βοήθεια του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης  να το επιβάλει και στα Κομμουνιστικά Κόμματα της Σερβίας και της Ελλάδας.

Συγκεκριμένα όπως αναφέρει ο αείμνηστος Νικόλαος Μάρτης (βουλευτής και υπουργός μέχρι το 1981) στο βιβλίο του  ντοκουμέντο   «Η πλαστογράφηση της  ιστορίας της Μακεδονίας»,  «στην  Τρίτη διάσκεψη της  Βαλκανικής Κομμουνιστικής Ομοσπονδίας ΒΚΟ στη   Μόσχα, 19 έως 21 Ιουλίου 1921, ο Βούλγαρος Κομμουνιστής ηγέτης  Κολάρωφ, έθεσε θέμα αυτονομίας της Μακεδονίας . Στην  απόφαση αυτή  αντιτάχθηκε αρχικά ο γενικός γραμματέας του ΚΚΕ Ελλάδος Γεωργιάδης , ωστόσο η απόφαση πάρθηκε και ο Γεωργιάδης  διαγράφηκε.
Η απόφαση αυτή επιβεβαιώθηκε στην 6η ΒΚΟ το 1924, όπου κατηγορηματικά  τάχθηκαν υπέρ μιας ενιαίας αυτόνομης  Μακεδονίας ( με τα τρία γεωγραφικά τμήματα, Αιγαίου, Πιρίν και Βαρντάσκα) και υπέρ μιας  Κομμουνιστικής Ομοσπονδίας στα Βαλκάνια. Την απόφαση αυτής  επικύρωσε και το 5ο συνέδριο της Κομιντέρν  το 1924 και την κατέστησε υποχρεωτική για όλα τα Κομμουνιστικά κόμματα. Οι αποφάσεις αυτές επικυρώθηκαν και από το 3ο συνέδριο του ΚΚΕ τον  Σεπτέμβριο του 1924 . Οι διαφωνούντες ανάμεσα στους οποίους ήταν και ο ιστορικός  Κορδάτος καθαιρέθηκαν και παραιτήθηκαν. Η πολιτική αυτή παρέμεινε μέχρι το 1935, όταν η Κομιντέρν αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την αρχή της ανεξάρτητης Μακεδονίας και να υιοθετήσει το σύστημα , « ισοτιμία ων μειονοτήτων» στην προσπάθειά της να προωθήσει την  πολιτική των λαϊκών μετώπων. Τον Απρίλιο του 1936 το ΚΚΕ  ανακάλεσε την απόφαση του 1924 και ευθυγραμμίστηκε  με την νέα γραμμή της Κομιντέρν. Ο 2ος  Παγκόσμιος Πόλεμος όμως έδωσε την ευκαιρία στο Βουλγαρικό καθεστώς , να πραγματοποιήσει μερικώς τις επιδιώξεις του, καθώς λόγω της συμμαχίας του με τον άξονα, πήρε από τους Γερμανούς ως ανταμοιβή, το  μεγαλύτερο μέρος της Γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας , αλλά και την Ελληνική Ανατολική Μακεδονία.

Το παιχνίδι του Τίτο

 Στη συνέχεια όμως η σκυτάλη περιήλθε στους Γιουγκοσλάβους Παρτιζάνους, που ενίσχυσαν τελικά την ιδέα της ίδρυσης  της Δημοκρατίας της Μακεδονίας στην Γιουγκοσλαβία.
Στις 11-11-1943 συγκροτήθηκε η 1η  Ταξιαρχία Παρτιζάνων Κοσσυφοπεδίου, ενώ στις 20-12-1943 το 5ο  συνέδριο  των Παρτιζάνων στο Γιάιτσε, ενέκρινε ψήφισμα σχετικά με την ίδρυση  Μακεδονικού Ομόσπονδου Κράτους, στα πλαίσια της Γιουγκοσλαβικής Ομοσπονδίας.
Στις  2 Αυγούστου 1944 στη μονή PROHOR PSINJSCI  ανακηρύχτηκε η  σύσταση της Λαϊκής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας , Ομόσπονδου τμήματος της Νέας Ομοσπονδιακής  Γιουγκοσλαβίας. Τον Απρίλιο του 1945,  ο Τίτο  επιβάλει το ομοσπονδιακό σύστημα και εγκαθίστανται κυβερνήσεις ομόσπονδων κρατών , της Σερβίας, Κροατίας, Βοσνίας, Σλοβενίας, Μαυροβουνίου και τέλος της Μακεδονίας. Ενώ στις άλλες πέντε δημοκρατίες της Γιουγκοσλαβίας  υπήρχαν πραγματικά φυλετικά κριτήρια, η «Δημοκρατία της Μακεδονίας»  δημιουργήθηκε μόνο από πολιτικά κριτήρια , αφού ο πληθυσμός της δεν είχε καμία σχέση με τους Μακεδόνες. Ο Τίτο όμως,  με αυτόν τον τρόπο ήθελε να περιχαρακώσει  τότε αλλά και στο μέλλον, την περιοχή από τις επεκτατικές βλέψεις της  Βουλγαρίας  που είχε εφεύρει την ανεξάρτητη Μακεδονία, αλλά και από τις πιθανές βλέψεις των Ελλήνων , που ως σύμμαχοι των δυνάμεων που νίκησαν στον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, θα μπορούσαν να διεκδικήσουν  τμήμα της Νότιας Γιουγκοσλαβίας, καθώς στην περιοχή ζούσαν αρκετές χιλιάδες Ελλήνων. Από το 1944 μάλιστα έως το 1947 υπήρξαν αρκετές διαβουλεύσεις μεταξύ Γιουγκοσλάβων και Βούλγαρων , για ένωση της Μακεδονίας του Πιρίν με την Δημοκρατία των Σκοπίων. Οι διαβουλεύσεις αυτές είχαν ως επιστέγασμα το 1947 τη συμφωνία του Μπλέντ. Για την εκτέλεση της συμφωνίας αυτής, οι Βούλγαροι δέχτηκαν  την είσοδο στο Πιρίν, Γιουγκοσλάβων, δήθεν Μακεδόνων  καθοδηγητών, ενώ υπήρχε και μυστικό πρωτόκολλο  για την μελλοντική ενσωμάτωση της Μακεδονίας του Αιγαίου ( Ελληνική) στην ενιαία Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας. Ωστόσο οι Βούλγαροι του Πιρίν  ξεσηκώθηκαν και διαμαρτύρονταν, λέγοντας ότι είναι Βούλγαροι και όχι Μακεδόνες, τον Ιούνιο του 1948 με την αποκήρυξη του Τίτο από την Κομινφόρμ , η συμφωνία του Μπλέντ  έπεσε στο κενό και αμέσως  η Βουλγαρία εκδίωξε όλους τους Γιουγκοσλάβους καθοδηγητές . Στη συνέχεια  με επίσημη δήλωσή  της  η Βουλγαρία αναγνωρίζει ότι δεν υπάρχει Μακεδονικό  Έθνος, ότι στο Πιρίν κατοικεί  αμιγής Βουλγαρικός πληθυσμός  και ότι στην  Ελλάδα δεν υπάρχει Σλαβική ή Βουλγαρική Εθνότητα.
Η ρήξη αυτή δημιούργησε προβλήματα και στο Ελληνικό ΚΚΕ. Στις 31-01-1949 η 5η ολομέλεια του ΚΚΕ, ασπάστηκε τη γραμμή της Κομινφόρμ στο Μακεδονικό και διακήρυξε  ότι  «ο Μακεδονικός λαός  θα βρει την πλήρη Εθνική αποκατάστασή του»  και τάχτηκε υπέρ μιας ενιαίας και ανεξάρτητης Μακεδονίας , στα πλαίσια όχι της Γιουγκοσλαβικής Ομοσπονδίας, αλλά  της υπό Σοβιετικό έλεγχο  Βαλκανικής Κομουνιστικής Ομοσπονδίας. Αργότερα το 1956 το ΚΚΕ χαρακτήρισε την  απόφαση αυτή  της 5ης ολομέλειας ως λάθος.

Οι ιστορικές αυτές πληροφορίες δεν αναφέρονται  υπό το πρίσμα αντικομουνιστικού πνεύματος , αλλά όπως λέει και ο Νίκος Μάρτης  «στόχος δεν είναι η κριτική των κομμουνιστικών κομμάτων, στόχος είναι να σηκωθεί ο πέπλος της πλάνης, που τόσο έντεχνα αθόρυβα και επίμονα επί δεκαετίες ολόκληρες , κάλυψε την αλήθεια, στην ιστορία της Μακεδονίας , που είναι απλή και ξεκάθαρη».  Εξάλλου διαπρεπείς αριστεροί κατ επανάληψη  είχαν κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου και καλούσαν τις Ελληνικές κυβερνήσεις να πράξουν τα δέοντα. 

Η επιστολή Ηλία Ηλιού

Χαρακτηριστική είναι η επιστολή σε εφημερίδα  του Ηλία Ηλιού προέδρου της ΕΔΑ τον Φεβρουάριο του 1981 με τίτλο  «προσοχή  στην Μακεδονία». Τότε ο πρόεδρος της ΕΔΑ αναγκάστηκε να δημοσιοποιήσει τις απόψεις του, αφού είχε πρώτα απευθύνει ερώτηση  στον υπουργό εξωτερικών, αλλά δεν είχε πάρει απάντηση. Αφορμή για την ερώτηση  του Ηλία Ηλιού, ήταν ένα δέμα που του είχε έρθει από την Γερμανία ( όπως και σε πολλούς άλλους Έλληνες ), που περιείχε  ένα ημερολόγιο του 1981, με εξώφυλλο που έγραφε στα Σλαβικά, Μακεδονίγια  και απεικόνιζε έναν πολεμιστή, σαν τους παλιούς Κομιτατζήδες , μαζί με το άγαλμα της Ελευθερίας τοποθετημένο σε χάρτη της Βαλκανικής, ενώ από κάτω έγραφε «ανεξάρτητη και  ελεύθερη Μακεδονία».
Ανέφερε λοιπόν ο Ηλίας Ηλιού στην ερώτηση και επιστολή του προς τον τύπο  «θα  ήταν μεγάλη αφέλεια να υποτιμηθεί από την Ελληνική πλευρά το μεθόδευμα αυτό. Σίγουρα δεν γίνεται  παιδιάς ένεκεν, αλλά εκφράζει μια οργανωμένη εκστρατεία  σε βάρος της Εθνικής μας ακεραιότητας, αποβλέπει στον ακρωτηριασμό της Βόρειας Ελλάδας, από όποια πλευρά και αν προέρχεται, υπονομεύει την πολιτική ειρήνη στα Βαλκάνια, την οποία  έχει υιοθετήσει όλο το φάσμα των πολιτικών κομμάτων της χώρας μας» και συνεχίζει στην επιστολή του ο Ηλίας Ηλιού  «θεωρώ χρέος μου να καταγγείλω και στιγματίσω  την ενέργεια αυτή οποιαδήποτε και αν είναι η προέλευσή της δια του τύπου.  Θεωρώ βέβαια πως είναι λιγότερο υπόθεση της αντιπολίτευσης και  πιο πολύ της κυβέρνησης, η οποία χρέος έχει, με τα μέσα που έχει στη διάθεσή της, να διερευνήσει  και εξακριβώσει , την προέλευση της δόλιας και  Ανθελληνικής αυτής  εκστρατείας  και παραπέρα με προσφυγή  στις διεθνείς διαδικασίες, αφού προδήλως πρόκειται για απειλή κατά της ειρήνης, να προστατέψει και τα συμφέροντα  και την ακεραιότητα της χώρας  μας, αλλά και την ειρήνη στην περιοχή, που δεν είναι δύσκολο να εξελιχθεί σε   ευρύτερη διεθνή ανάφλεξη».
Φυσικά το περιστατικό που περιγράφει ο Ηλίας Ηλιού δεν ήταν το μόνο, καθώς ο Τίτο επί δεκαετίες   προσπαθούσε  να προσδώσει μια πλαστή ταυτότητα  στους κατοίκους της περιοχής  των Σκοπίων, για τους δικούς του λόγους. Πολυάριθμα έντυπα, επισκέψεις σε ξένες χώρες, εμφάνιση πολιτιστικών συγκροτημάτων  σε όλο τον κόσμο, επί μια τεσσαρακονταετία, ήταν φυσικό να δημιουργήσουν στους ξένους που είναι απληροφόρητοι, την εντύπωση που επεδίωξαν οι Σκοπιανοί.
Την απελευθέρωση της Μακεδονίας κατά την διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων οι Σκοπιανοί την περιγράφουν με τα μελανότερα χρώματα και την εμφανίζουν σαν υποδούλωση του Μακεδονικού λαού στην αστική μεγαλο-ιδεατική  τάξη της Βουλγαρίας, της Σερβίας και της Ελλάδας.
Η συστηματική επανάληψη ιστορικών ανακριβειών είχε ως αποτέλεσμα, όχι μόνο γενιές Σκοπιανών να πιστέψουν ότι είναι Μακεδόνες, αλλά ακόμα και ορισμένοι ξένοι να ακούνε τη λέξη Μακεδονία και να έχουν στην σκέψη τους τα Σκόπια.
Στην Μακεδονία των Σκοπίων και της υπόλοιπης Γιουγκοσλαβίας, όλοι οι μαθητές των σχολίων διδασκόντουσαν ότι τα Σκόπια  είναι η πρωτεύουσα της Μακεδονίας, ότι υπάρχει Μακεδονικό έθνος και ότι η Μακεδονική γλώσσα  είναι μια από τις επίσημες γλώσσες της Γιουγκοσλαβίας. Κυκλοφορούσαν μάλιστα και χάρτες  της Μακεδονίας με  πρωτεύουσα τα Σκόπια, η δε Καβάλα , Θεσσαλονίκη και άλλες περιοχές Ελληνικές, σαν τμήματα της ενιαίας Μακεδονίας.

 

Το εμπιστευτικό έγγραφο του ΥΠΕΞ για τα σχολικά εγχειρίδια της ΠΓΔΜ

 

Μάλιστα, σύμφωνα με ανάλυση πηγών του Υπουργείου Εξωτερικών και της ΕΥΠ από την δεκαετία του 1990 η προπαγάνδα που υπήρχε στα σχολικά βιβλία είναι εμφανής, η οποία εξάλλου μεγεθύνθηκε επι των ημερών Γκρουέφσκι.

Συγκεκριμένα, σε εμπιστευτικό έγγραφο του ΥΠΕΞ αναφέρονται για τα σχολικά  εγχειρίδια ιστορίας και γεωγραφίας της ΠΓΔΜ τα εξής:

«Μετά από μελέτη 12 εγχειριδίων βγαίνει το συμπέρασμα ότι το νέο καθεστώς των Σκοπίων διαιωνίζει στην εκπαίδευση ορισμένα αρνητικά χαρακτηριστικά του προηγούμενου κομμουνιστικού καθεστώτος.  

Αν και η παραδοσιακή μαρξιστική ερμηνεία της ιστορίας των προηγούμενων βιβλίων έχει σημαντικά περιορισθεί, οι εθνικιστές τάσεις τους έχουν υιοθετηθεί και τώρα επεκτείνονται.

Πιο συγκεκριμένα:

Οι μαθητές στην ΠΓΔΜ δεν διδάσκονται την ιστορία της χώρας τους, δηλαδή της περιοχής της ΠΓΔΜ, αλλά της ευρύτερης γεωγραφικής περιοχής της Μακεδονίας. Αυτή η περιοχή που εκτείνεται στο Νότο μέχρι το Αιγαίο πέλαγος, τη Θεσσαλονίκη και τις κορυφές του Ολύμπου, θεωρείται ότι εντάσσεται στα εθνικά σύνορα του «Μακεδονικού» έθνους. Αυτή την εικόνα δίνουν όχι μόνο τα κείμενα αλλά και οι χάρτες. Δεν υπάρχει σχολικό εγχειρίδιο στο οποίο να μην καταχωρείται ο χάρτης της «ενωμένης Μακεδονίας» στα «εθνικά» της σύνορα (πολλές φορές ο ίδιος χάρτης επαναλαμβάνεται δύο και τρεις φορές στο ίδιο βιβλίο).

Η χρήση αυτού του χάρτη δεν περιορίζεται στην παρουσίαση της αρχαίας και μεσαιωνικής ιστορίας της Μακεδονίας, αλλά εκτείνεται σε σύγχρονες περιόδους που καλύπτουν την περίοδο μετά την απελευθέρωση της Μακεδονίας από τον οθωμανικό ζυγό το 1912-13. Αυτό σημαίνει ότι οι συγγραφείς των βιβλίων είχαν εντολή να θεωρούν το έδαφος της Ελληνικής Μακεδονίας και του βουλγαρικού διαμερίσματος του Pirin ως συστατικά στοιχεία μιας ενιαίας εθνικο-γεωγραφικής οντότητας, μαζί με την ΠΓΔΜ.

Περαιτέρω, η μέθοδος με την οποία παρουσιάζονται τα ιστορικά γεγονότα δημιουργεί στις σκέψεις των μικρών παιδιών την εντύπωση ότι οι Μακεδονικές περιοχές στην Ελλαδα, τη Βουλγαρία και ακόμη την Αλβανία ανήκουν στη δική τους πατρογονική κληρονομιά, αλλά από μια ατυχία της ιστορίας έχουν πέσει θύματα «κλοπής» από γειτόνους.

Με τον τρόπο αυτό, μεγαλώνει στην ΠΓΔΜ μια νέα γενιά που πιστεύει ότι εδάφη γειτονικών χωρών αποτελούν μέρος της πατρίδας τους, αν και έχουν αποσπασθεί από αυτή. Συνεπώς, δεν είναι δύσκολο να υποθέσουμε ότι η νέα γενιά  – και οι μέλλουσες γενιές- θα τρέφουν αισθήματα επιθετικότητας, εκδικητικότητας και ρεβανισμού προς τους «σφετεριστές» γείτονες.

Αξίζει ν’ αναφερθεί και ένα δεύτερο συμπέρασμα που προκύπτει από τη μελέτη των σχολικών εγχειριδίων, οι συγγραφείς των βιβλίων αυτών δεν διεκδικούν μόνο τη γη των γειτονικών λαών, αλλά υφαρπάζουν την ιστορία και τον πολιτισμό τους, ιδιαιτέρως των Ελλήνων. Ολόκληρες ιστορικές περίοδοι αποσπώνται από την ιστορική κληρονομιά των Ελλήνων  – όπως η ιστορία της αρχαίας Μακεδονίας, ο Μ. Αλέξανδρος κλπ – και ενσωματώνονται έμμεσα η άμεσα στην ιστορική εξέλιξη του λεγόμενου «μακεδονικού» έθνους.

Αυτός ο σφετερισμός της ιστορίας, του πολιτισμού, των προσωπικοτήτων ακόμη και των συμβόλων επεκτείνεται σε όλες τις εποχές. Είναι προφανές ότι βρισκόμαστε μπροστά σε ένα καλά επεξεργασμένο σχέδιο πολιτικής γενοκτονίας. Στο όνομα της Μακεδονίας και με την κακή χρήση του μακεδονικού ονόματος, οι εκπαιδευτικοί των Σκοπίων προετοιμάζουν τη γενιά του 2000 η οποία θα θεωρεί κάθε τι που προέρχεται από Μακεδονία ως δικαιωματική κληρονομιά.

Αυτά τα σύντομα σχόλια για τα νέα σχολικά εγχειρίδια των Σκοπίων δίνουν μια χρήσιμη εικόνα για τους πραγματικούς στόχους της σημερινής πολιτικής ηγεσίας της ΠΓΔΜ. Πέρα από δημόσιες διαβεβαιώσεις περί των καλών διαθέσεων προς γείτονες που επαναλαμβάνονται τόσο συχνά από τον Πρόεδρο Γκληγκόρωφ και τους Υπουργούς του, διαφαίνονται σαφώς οι μακροπρόθεσμοι στόχοι της νέας Δημοκρατίας. Τα νέα εγχειρίδια – ίσως άθελα τους – αποκαλύπτουν στους τρίτους – αν επιθυμούν να το δουν-  τους πραγματικούς τους σκοπούς. Οι σκοποί αυτοί μπορούν να συνοψισθούν σε δύο φράσεις: Το παρελθόν της Μακεδονίας στο σύνολο του πρέπει να καταστεί αναπαλοτροίωτο συστατικό του «μακεδονικού» έθνους. Όλη η γεωγραφική περιοχή της Μακεδονίας ανήκει στο «μακεδονικό» έθνος και κάποτε θα αποτελέσει την ενωμένη πατρίδα των «Μακεδόνων».

Μια τέτοια νοοτροπία, όμως, με τέτοιους εθνικούς στόχους και τέτοιες μεθόδους δύσκολα μπορούν να υπηρετήσουν  την ειρήνη, την κατανόηση και τη συνεργασία στην περιοχή στα χρόνια που έρχονται. Αυτό εξηγεί γιατί η Ελλάδα είναι τόσο αποφασισμένη να απομακρύνει όλα αυτά τα αρνητικά στοιχεία πριν είναι πολύ αργά. Γι’ αυτό είναι τόσο σημαντικό η διεθνής κοινότητα να ασκήσει την επιρροή της στους πολιτικούς ιθύνοντες των Σκοπίων ώστε να εξασφαλισθούν οι ειρηνικές εκείνες και καλές σχέσεις που θα αποτρέψουν μια γενική αποσταθεροποίηση στην περιοχή αυτή των Βαλκανίων.

                                                                                                               

                                                                                                                Αθήνα, 8 Απριλίου 1994»

Έτσι δεν είναι καθόλου περίεργο, ότι σε οποιοδήποτε ρεπορτάζ  στους δρόμους των Σκοπίων, οι κάτοικοι τους φαίνονται πεπεισμένοι πως είναι οι μόνοι αυθεντικοί «Μακεδόνες» στον κόσμο και δεν δέχονται οποιαδήποτε αλλαγή στην ονομασία και στην ταυτότητα τους. 

Η διαχρονική στάση της Ελλάδας

Από την άλλη πλευρά, όπως σημειώνει στο βιβλίο του ο Νίκος Μάρτης, η Ελλάδα που έβαζε πάνω από όλα τη διατήρηση  καλών, στενών και εγκάρδιων σχέσεων με τη Γιουγκοσλαβία, απέφυγε να αντιδικήσει δημόσια με την Γιουγκοσλαβία του Τίτο, για τις ενέργειες των Σκοπίων που στόχευαν στην πλαστογράφηση του ιστορικού και πολιτιστικού παρελθόντος της Μακεδονίας. Όπως μάλιστα αποκαλύπτει  ο καθηγητής Κωνσταντίνος  Σβολόπουλος στο βιβλίο του << η Ελληνική πολιτική στα Βαλκάνια  1974- 1981>>, παρ ότι διαπιστώνει την τεχνητή εκκόλαψη της Μακεδονικής Εθνότητας , που έχει αποδοχή στο εσωτερικό  της Γιουγκοσλαβίας , ωστόσο αναφέρει ότι δεν κατόρθωσε να προσεγγίσει τους εξωτερικούς στόχους του, χωρίς τούτο να σημαίνει ότι δεν συντελεί   στην αναζωπύρωση παρωχημένων αντιθέσεων και στην υποκίνηση αντιδράσεων με απρόβλεπτες συνέπειες για την ειρήνη και την σταθερότητα. Έτσι σύμφωνα  με τον Κ. Σβολόπουλο, η Ελληνική διπλωματία πιστά προσηλωμένη στο καθεστώς  των συνθηκών είχε από το τέλος του 1ου  παγκοσμίου πολέμου παραιτηθεί από κάθε διεκδίκηση εδαφών, που είχαν προσκυρωθεί στους Σλάβους γείτονές της, έστω και αν στα τελευταία αυτά επιβίωνε παρά τις αντιξοότητες, σημαντικός αριθμός Ελλήνων. Το Μακεδονικό είχε παύσει να αποτελεί  για την Ελλάδα ανοιχτό θέμα. Σύμφωνα με τον Κ. Σβολόπουλο   << η Ελληνική κυβέρνηση στη φροντίδα της , αφ ενός να αποφύγει τη δημιουργία κλίματος  έντασης  και αφ ετέρου να περιφρουρήσει τα ζωτικά Εθνικά συμφέροντα, αντιμετώπισε τις προκλήσεις των Σκοπίων με έκδηλη αυτοσυγκράτηση, αλλά και με ιδιαίτερη προσοχή. Η βασική τοποθέτησή της ήταν συνυφασμένη με την άρνηση της αποδοχής του  Μακεδονικού ονόματος  ως δηλωτικού μιας νέας Σλαβικής  Εθνικής οντότητας. Κατά  μείζονα λόγο δεν αναγνωρίζει και δεν συζητεί θέμα ύπαρξης Μακεδονικής  μειονότητας  στην Ελληνική Εθνική επικράτεια. Η Μακεδονία μολονότι συνέδεσε  το όνομά της με ορισμένες από τις πιο λαμπερές σελίδες τις  αρχαίας Ελληνικής ιστορίας, στα  νεώτερα χρόνια προσέλαβε γεωγραφικό αποκλειστικά περιεχόμενο. Προκειμένου μάλιστα να αποφευχθεί κάθε αθέλητη και σκόπιμη παρανόηση, θα ήταν δυνατόν να χρησιμοποιούνται για τους κατοίκους του ευρύτερου Μακεδονικού χώρου, οι όροι αντίστοιχα του Γιουγκοσλάβου ή Σλάβου Μακεδόνα, Έλληνα Μακεδόνα ή Βούλγαρου Μακεδόνα>>. Όπως επισημαίνει ο Κ. Σβολόπουλος η Ελληνική θέση συνέπιπτε με την Βουλγαρική, ενώ η Αθήνα είχε αποφύγει κάθε ανάμειξη στην Βουλγαρο-Γιουγκοσλαβική  διένεξη. << Η Ελληνική θέση ήταν σταθερά προσανατολισμένη κάτω από την καθοδήγηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή, στην επιδίωξη της  ύφεσης και της ειρήνης , κατέτεινε στην αποφυγή δημιουργίας προβλημάτων. Αν όμως η Ελληνική τοποθέτηση δεν άφησε ποτέ περιθώρια παρερμηνείας, οι Γιουγκοσλαβικές  βλέψεις  και οι αποσταθεροποιητικοί παράγοντες που τις υποθάλπουν, δεν έπαψαν  να αποτελούν  το αντικείμενο  ανεπιβεβαίωτων υποθέσεων και αναπάντητων ερωτηματικών>>. 
Το βιβλίο του Κ. Σβολόπουλου που εκδόθηκε στην δεκαετία  του 1980, ασφαλώς δεν μπορούσε  να προβλέψει την διάλυση της Γιουγκοσλαβίας  και την δημιουργία του ψευδεπίγραφου  κράτους των Σκοπίων με τον όρο Μακεδονία. Έτσι όμως η Ελλάδα άφησε στα πλευρά της να υπάρχει ένα αγκάθι που το 1991 με τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και την ανεξαρτητοποίηση των ομόσπονδων κρατών της , μετατράπηκε σε ακόντιο που κοντεύει πλέον να την διαπεράσει.

Το τηλεγράφημα του Στέιτ Ντιπάρτμαν

Έτσι, ενώ η ελληνική πλευρά για πολλούς λόγους εσωτερικούς και εξωτερικούς άφησε να «σέρνεται» το θέμα και να εμπεδώνεται στους σκοπιανούς ότι αποτελούν ιστορική συνέχεια των Μακεδόνων και της Μακεδονίας, από το 1944 όταν ο Τίτο για πρώτη φορά έκανε λόγο για «Μακεδονικό έθνος» για να το ανακαλύψει 47 χρόνια μετά –το 1991 – μαζί με τις αλυτρωτικές διαθέσεις των γειτόνων μας, κάποιοι άλλοι είχαν από τότε επισημάνει το πρόβλημα και είχαν αντιδράσει. Το Δεκέμβριο του 1944, ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών, Στετίνιους, σε τηλεγράφημα του Στέιτ Ντιπάρτμαν, προς όλες τις αμερικανικές αρχές, σημείωνε μεταξύ άλλων « Η αμερικανική κυβέρνηση, θεωρεί ότι οι αναφορές του Τύπου, Μακεδονικό έθνος, Μακεδονική μητέρα πατρίδα ή Μακεδονική εθνική συνείδηση αποτελούν αδικαιολόγητη δημαγωγία που δεν αντικατοπτρίζει καμία πολιτική πραγματικότητα και βλέπει σε αυτές  την αναγέννηση ενός πιθανού μανδύα που θα υποκρύπτει επιθετικές βλέψεις εναντίων της Ελλάδος».

Δυστυχώς, έπρεπε να φτάσουμε στο 1991 όταν διαλύθηκε η Γιουγκοσλαβία και ανεξαρτητοποιήθηκαν τα Σκόπια για να αντιληφθούμε την διπλωματική μας αβελτηρία ωστε να υπάρξει η πρώτη ελληνική αντίδραση για το όνομα του κράτους των Σκοπίων που υπεξαιρούσε  τον όρο Μακεδονία, χωρίς να κρύβει  το στόχο του καθώς στο σύνταγμα του περνούσε ιμπεριαλιστικές και επεκτατικές βλέψεις κατά της Ελλάδος καθώς έκανε λόγο για αλυτρωτικές τάσεις στο γεωγραφικό κομμάτι της Μακεδονίας που ανήκει στη χώρα μας.

Βέβαια, ορισμένοι μόνο ιστορικοί δέχονται ότι η αρχαία Μακεδονία επεκτεινόταν στο γεωγραφικό χώρο που σήμερα αποτελεί το κράτος της ΠΓΔΜ. Οι περισσότεροι ιστορικοί θεωρούν ότι η περιοχή αυτή αποτελούσε την Παιωνία που φυσικά την είχε καταλάβει ο Φίλιππος και ο Αλέξανδρος όπως βέβαια είχε κατακτήσει και την σημερινή Τουρκία, το Ιράν ενώ οι επίγονοι του είχαν φτάσει στην Αίγυπτο όπου προς τιμή του έδωσαν το όνομα Αλεξάνδρεια σε πόλη, ενώ και ο Βασιλικός Οίκος των Αιγυπτίων στην συνέχεια περιείχε Μακεδονικά ονόματα όπως η Κλεοπάτρα.

Παίωνες και Σλάβοι

Ασχέτως όμως, της όποιας επιρροής είχε το γεωγραφικό αυτό τμήμα από τους Έλληνες, από τον 6ο αιώνα μ.Χ. και μετά, είχε έντονη σλαβική επιρροή και αποτελούσε τμήμα της Σερβίας και όπου σωστά ονομαζόταν Νότια Σερβία ή Σλαβία ή για κάποιους Βαρντάσκα από τον ποταμό Αξιό που στα Σλάβικα λέγεται Βαρδάρης.

Ασκός του Αιόλου το όνομα 

 

Με την πτώση όμως του τοίχους του Βερολίνου και την κατάρρευση της Σοβιετική Ένωσης άρχισε η αντίστροφη μέτρηση και για την Γιουγκοσλαβία (που σημαίνει ένωση Σλάβων) υπό την επήρεια βέβαια των μακροπρόθεσμων σχεδίων Αμερικής και Γερμανίας καθώς και οι δύο θέλουν να εξουσιάζουν ή να ελέγχουν όσο μπορούν τις εξελίξεις στην Ευρώπη.

Έτσι, ανοίγει ένα νέο μέτωπο διπλωματικό και όχι μόνο, για την Ελλάδα στα Βόρεια σύνορα της. Στις 24 Ιανουαρίου του 1991 η Βουλή της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας στα Σκόπια ψηφίζει την ανεξαρτησία της από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας και έξι μήνες μετά με συνταγματική τροποποίηση απαλείφει το σοσιαλιστική από την ονομασία του γειτονικού κράτους  και βαπτίζεται ως «Δημοκρατία της Μακεδονίας».

Από τότε υπάρχει μια συνεχής διένεξη με τη χώρα μας η οποία δεν μπορεί να δεχθεί τον όρο αυτό και υπό την πίεση της Ελλάδος σε όλους τους διεθνής οργανισμούς η προσωνυμία των Σκοπίων είναι Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας (ΠΓΔΜ – FYROM).

Κατά τη διάρκεια των 27 χρόνων που έχουν περάσει από το 1991 πολλοί μεσολαβητές «προσπάθησαν» να προτείνουν διάφορα ονόματα που κατά την άποψη τους θα συμβίβαζαν τα δύο μέρη.  Ωστόσο ποτέ δεν κατορθώθηκε να βρεθεί λύση καθώς τα Σκόπια επιμένουν στη χρήση έστω και συνθετική του όρου Μακεδονία.

Μια από τις πρώτες προτάσεις ήταν του πρώην Πορτογάλου πρωθυπουργού Πινέιρο για το όνομα «Νova Makedonija”. Περιέργως πως είναι το ίδιο που προτείνει και σήμερα ο κ. Νίμιτς, και κάποιοι πολιτικοί κύκλοι εμμέσως πλην σαφώς αποδέχονται καθώς λένε ότι από τη στιγμή που θα είναι στα Σλαβικά δεν μας επηρεάζει και τόσο. Ποια όμως είναι η διαφορά μεταξύ μεταξύ του Makedonija και του Μακεδονία; Όταν και οι δυο λέξεις η μια στα Σλαβικά και η άλλη στα Ελληνικά έχουν την ίδια σημασία;

Κάποιοι του Ελληνικού πολιτικού συστήματος ισχυρίζονται και θέλουν να επιβάλλουν την άποψη τους στο σύνολο της Ελληνικής κοινής γνώμης  ότι το όνομα δεν είναι και τόσο σημαντικό εάν μάλιστα υπάρχει γεωγραφικός προσδιορισμός, ειδικά σε μια σύνθετη ονομασία.

Όποιος όμως και αν είναι ο γεωγραφικός προσδιορισμός που θα εμπεριέχει όμως τον όρο Μακεδονία δηλαδή Άνω Μακεδονία, Βόρεια Μακεδονία, Νέα Μακεδονία, ακόμα και Σλαβομακεδονία (τον οποίο δεν δέχονται τα Σκόπια λόγω και του Αλβανικού πληθυσμού) ουσιαστικά οι πολίτες των Σκοπίων θα ονομάζονται Μακεδόνες και αυτή θα είναι η διεθνής τους εθνικότητα.

Καμία σύνθετη ονομασία

Εξάλλου όπως εξηγεί ο ελληνιστής, ιταλός συγγραφέας Κρεσέντσιο Σαντζίλιο ονομασίες όπως Βόρεια, Ανω Μακεδονία ή Μακεδονία του Βαρδάρη παραπέμπουν στο ψευδές αφήγημα των Σκοπιανών, της Ενιαίας Μακεδονίας, την οποία υποτίθεται ότι διαμέλισαν και μοίρασαν οι νικητές των Βαλκανικών Πολέμων, Ελλάδα, Βουλγαρία, Σερβία. Αν λοιπόν η Ελλάδα προς υπογράψει ένα τέτοιο όνομα διαιωνίζει την προπαγάνδα για την ενοποίηση των τμημάτων αυτών στον μέλλον εάν και όταν το επιτρέψουν οι συνθήκες. Έτσι όχι μόνο δεν εμπεδώνεται η σταθερότητα και  η Ειρήνη στην περιοχή αλλά αντίθετα τορπιλίζεται. Ούτε όμως και η ονομασία Νέα Μακεδονία εξυπηρετεί τα συμφέροντα της χώρας μας. Ο προσδιορισμός «Νέα» δηλώνει εξέλιξη ή αναγέννηση και σύνδεση με την παλιά ιστορική Μακεδονία. Έτσι η ονομασία αυτή όχι μόνο θα είναι σύμφυτη με το εθνικό αφήγημα των Σκοπιανών αλλά και θα αποτελεί υποθήκη στην συνέχεια της παραχάραξης και διεκδίκησης της ιστορίας μας καθώς σύμφωνα με την δική τους ψευδοϊστορική αφήγηση το νέο Μακεδονικό έθνος προέκυψε από τους αρχαίους Μακεδόνες – που κατ’ αυτούς δεν ήταν Έλληνες – με την ανάμιξη των επήλυδων Σλάβων τον 7ο αιώνα. Με λίγα λόγια η οποιαδήποτε σύνθετη ονομασία με τον όρο Μακεδονία στη γειτονική χώρα είναι αντίθετη με τα Ελληνικά εθνικά συμφέροντα και εγκυμονεί μεγάλους κινδύνους καθώς γκριζάρει και την περιοχή της Μακεδονίας, μετά την επιχείρηση γκριζαρίσματος του Αιγαίου και της Θράκης που επιδιώκει σταθερά τα τελευταία χρόνια η Τουρκία. Δεν είναι μάλιστα καθόλου τυχαίο ότι η Τουρκία και ο Ερντογάν αποτελούν ένθερμο υποστηρικτή του Μακεδονισμού των Σκοπίων ενώ πρόσφατα ο Τούρκος πρόεδρος ευθέως τους ονόμασε αδέλφια του και δήλωσε την αμέριστη υποστήριξη του.

 

Ασχέτως λοιπόν των όποιων αλυτρωτικών στοιχείων εμπεριέχει το Σύνταγμα τους, ο φόβος διπλωματικών και πολιτικών αναλυτών είναι ότι η κρατική υπόσταση που θα ονομάζεται Μακεδονία σύντομα, αν όχι άμεσα, θα ζητήσει από την γειτονική της χώρα, δηλαδή την Ελλάδα, που έχει το όνομα Μακεδονία, σε μια επαρχεία της, να μην το χρησιμοποιεί πλέον.

Να σημειωθεί, προς επίρρωση των ανωτέρω, ότι τα Σκόπια και στο παρελθόν αλλά και τώρα ο Ζάεφ, έχουν απορρίψει την ονομασία «Makedonija –Skopije»  διότι αυτή η ονομασία περιορίζει γεωγραφικά τις εδαφικές επιδιώξεις των Σκοπιανών ενώ φυσικά όπως και στο παρελθόν και παρά την δέσμευση της ενδιάμεσης συμφωνίας μεταξύ των δύο χωρών, ο σημερινός πρωθυπουργός των Σκοπίων που θεωρείται και πιο νουνεχής δεν δέχεται το θέμα της αλλαγής του Συντάγματος.

Με λίγα λόγια εάν η γειτονική χώρα των Σκοπίων ακόμα και αν αλλάξει το Σύνταγμα της και αφαιρέσει τα όποια αλυτρωτικά στοιχεία εμπεριέχει, ακόμα και αν γκρεμίσει τα κιτς αγάλματα του Αλέξανδρου και του Φίλιππου, εάν στην ονομασία της περιλαμβάνεται ο όρος Μακεδονία  θα μονοπωλεί διεθνώς ως κρατική υπόσταση το όνομα Μακεδονία και θα ενυπάρχει ο αλυτρωτισμός και η διεκδίκηση τμήματος της Ελλάδος. Αυτοί θα είναι οι Μακεδόνες, στη συνείδηση της διεθνούς κοινότητας. 

Έτσι υπάρχει ο κίνδυνος μετά από κάποια χρόνια να απαιτήσουν από την Ελλάδα, την οποία σήμερα κατηγορούν, όπως και τη  Βουλγαρία ότι έχει κατακτήσει με πόλεμο τμήμα της Μακεδονικής γης να επιστρέψει σε αυτούς όσα αρχαία Μακεδονικά υπάρχουν σε Βεργίνα και Πέλλα κατηγορώντας την ότι τα έκλεψε και ανήκουν σε αυτούς που είναι οι αληθινοί Μακεδόνες και όχι στους γιαλαντζί της Ελληνικής Μακεδονίας, όπως γράφει χαρακτηριστικά ο Ιταλός συγγραφέας Κρεσέντζιο Σαντζίλιο». 

crashonline.gr