Τρύφωνας Τσομπάνης για της σχέσεις Εκκλησίας-κράτους: «Πού πας με ψεύτικα όνειρα;»

Δημοσίευση: 16 Νοεμβρίου 2018, 4:50 μμ | Ανανέωση: Νοέμβριος 16, 2018 στις 4:51 μμ

« Σου είπαν ψέματα πολλά, ψέματα σήμερα σου λένε πολλά, κι αύριο ψέματα ξανά θα σου πουν, ψέματα σου λένε οι εχθροί σου, μα κι οι φίλοι σου με ψεύτικες αλήθειες σε κοιμίζουν! Πού πας με ψεύτικα όνειρα;;;» ( Μ.Θεοδωράκης)


Αναρωτιέμαι μερικές φορές και υποκλίνομαι μπροστά στον «προφητικό» λόγο των ποιητών και στη διαχρονικότητα του λόγου τους. Θα έχουν περάσει 50 τουλάχιστον χρόνια που ο μεγάλος Έλληνας συνθέτης έγραψε και τραγούδησε αυτούς τους στίχους, περιγράφοντας μια θλιβερή για την πατρίδα μας ιστορική πραγματικότητα.

Αυθόρμητα σχεδόν μου ήρθαν στη σκέψη οι στίχοι αυτοί με το άκουσμα μιας νέας «ελπιδοφόρας συμφωνίας» μεταξύ κυβέρνησης και εκκλησίας. Δυστυχώς βέβαια στην χώρα μας αρχίσαμε πλέον να τρομάζουμε όταν ακούμε για «συμφωνίες» (μερικές παραλίμνιες μάλιστα) για «συμβόλαια με το λαό» ,για «δεσμεύσεις», για «εγγύηση του δημοσίου», για «νομοθετικές ρυθμίσεις με ένα νόμο κι ένα άρθρο» , για «δημοψηφίσματα για ένα ναι ή ένα όχι», για «επιδοτήσεις των φτωχότερων στρωμάτων»…. Όμως, «όποιος καεί στο γάλα φυσάει και το γιαούρτι» λέει ο σοφός λαός, που έμαθε να φυλάγεται πλέον από τα μεγάλα λόγια, «τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα, που μας τα΄παν με το πρώτο μας το γάλα». Αναρωτιέμαι τόσα χρόνια, (ελευκάνθημεν ήδη), πότε το κράτος υπολόγισε την εκκλησία και πότε κράτησε τον λόγο του απέναντι σε συμφωνίες και δεσμεύσεις; Πόσες φορές δεν υπογράφηκαν κείμενα για την εκχώρηση εκκλησιαστικής περιουσίας και αυτά παρέμειναν γράμμα νεκρό με ευθύνη της πολιτείας; Πόσες απαλλοτριώσεις γαιών και κτημάτων έγιναν για «το καλό του λαού»(97%) και βρέθηκαν σε χέρια άνομα και παράνομα; Με πόσα χιλιάδες στρέμματα αντάλλαξε η εκκλησία το σημερινό «δημοσιοϋπαλληλίκη της» που σήμερα δεν μας αρέσει κι όλας; Ποιος ευθύνεται άραγε για το ότι η απίστευτη κάποτε εκκλησιαστική περιουσία έκανε φτερά που σκόρπισαν στον άνεμο της πολιτικής βουλιμίας ή της μη προνοητικότητας των εκκλησιαστικών στελεχών να ορίσουν τα του οίκου τους και να αξιοποιήσουν ό,τι η αγάπη του λαού τους θησαύρισε ανά τους αιώνες;

Ίσως δεν είναι της ώρας η αναζήτηση ευθυνών, αλλά ας σκεφτούμε γιατί πάντα το κράτος έβγαινε κερδισμένο από «τις συμφωνίες» με την εκκλησία; Γιατί πάντα νόμιζε η εκκλησία ότι όταν αυτό το «τέρας» που δημιουργήθηκε με ευθύνη όλων μας και των κομματικών μισιοναρίων, που λέγεται «ελληνικό κράτος», βούλιαζε από τις αμαρτίες του,και έπρεπε χάριν του «λαού» να αγοράζει ομόλογα με την «εγγύηση του ελληνικού δημοσίου» που αποδεικνύονταν φούσκες; Τόσες απάτες, τόσες απογοητεύσεις, τόσα ψέματα, τόση κοροϊδία, τόση ανεντιμότητα στις συμφωνίες, δεν μας έκαναν ακόμα σοφότερους;

Ερχόμαστε λοιπόν σήμερα, να «συσκεφτούμε» από κοινού και να «συναποφασίσουμε» με ένα κράτος, που επιζητεί την ουδετοροθρησκευτικότητά του και θέλει να απεμπλακεί από τον δήθεν εναγκαλισμό με την εκκλησία, γιατί απλά έχει αλλεργία σε αγιασμούς και ορκωμοσίες, και να δρομολογήσουμε το πώς θα πορευτούμε ως εκκλησιαστικό σώμα που ζει και κινείται μόνο με την εγγύηση της αναστάσεως και την αγάπη του λαού, και να συναποφασίσουμε λέει ακόμα και για το πώς θα αξιοποιήσουμε το εναπομείναν μέρος «της ουσίας» που κατέφαγε ο ένας εκ των συμβαλλομένων!!! Ο Μακαριότατος σε ένα πόνημά του για την εκκλησιαστική περιουσία ήταν γλαφυρότατος γι αυτή την «ιστορική» σχέση εκκλησίας και ελληνικού κράτους, (με την όποια κομματική εκπροσώπηση), και έδωσε το στίγμα των σχέσεων διαχρονικά. Ήλπιζα πως γίναμε σοφότεροι.


Η εκκλησία, όντως είχε την δυνατότητα από μόνη της να ορίσει τα του οίκου της και να είναι παντελώς ελεύθερη κινήσεων και δεσμών, ακόμα και των υποκριτικών πολιτικών εναγκαλισμών, αλλά δυστυχώς δεν το έκανε με ευθύνη των διοικήσεών της, οι οποίες ονειρεύονταν την κρατική προστασία ως ομπρέλα ασφαλείας ενός θεσμού που όμως «ουκ έχει ώδε μένουσαν πόλιν αλλά την μέλλουσαν επιζητεί». Της άρεσε να την τιμούν προεκλογικά όλοι οι υποψήφιοι να παίρνουν ευχή από μια εκκλησία που την θυμόταν κάθε μεγάλη Παρασκευή και σε κάθε πανηγύρι του χωριού! Ακόμα και οι «ουδετερόθρησκοι πολιτευτές» θυμούνται την εκκλησία στις περιφορές επιταφίων! Δεν είναι κακό! Αυτές οι σχέσεις όμως δεν λέγονται σχέσεις εκκλησιαστικής λογικής και δεοντολογίας που προεξοφλούν και μια πορεία στο μέλλον για το κοινό καλό του λαού μας. Άκουσα από ένα απλό άνθρωπο του λαού μια αλήθεια: «δηλαδή, μου είπε, αν εγώ δωρίσω το βιός μου στην εκκλησία, αυτή θα καλέσει το κράτος για συνεκμετάλλευσή του; Σ΄αυτό το κράτος δηλαδή που εκχωρήσαμε ό,τι διέθετε η εκκλησία ως περιουσιακό στοιχείο και μας πέταξε ένα κόκκαλο που λέγεται μισθός του παπά, θα το βάλλουμε κεχαγιά στο μαντρί μας;». Το «μη πεποίθατε επ’ άρχοντας επί υιούς ανθρώπων» τριγυρνά συνεχώς στο μυαλό μας. Πού είναι η ανεξαρτησία της εκκλησίας να αξιοποιήσει μόνη της την περιουσία της! Έχει σχεδόν μια εξαετία που έγινε και πάλι «συμφωνία» συνεκμετάλλευσης της εκκλησιαστικής περιουσίας, είδατε κάτι να κινείται; Γιατί θα γίνει τώρα; Ποιος εγγυάται εκ μέρους του κράτους το μέλλον αυτής της συμφωνίας, όταν το κράτος δεν μπορεί να εγγυηθεί το μέλλον των πολιτών του και των εισοδημάτων τους, ούτε ακόμα την ασφάλειά μας;

Κι όμως κάποιοι νομίζουν και πάλι ότι τώρα είναι η ώρα να κλείσει αυτό το κεφάλαιο των σχέσεων εκκλησίας-πολιτείας, και πως διαγράφοντας τα δικαιώματα που θεμελίωσαν χιλιάδες κληρικοί-δημόσιοι λειτουργοί , (όχι δημόσιοι υπάλληλοι), με ασφαλιστικές εισφορές και φορολογία θα οριοθετήσουμε τις σχέσεις μας, που ποτέ δεν ήταν καλές άλλωστε, αφού από μερίδα πολιτικών ακούγονται απίστευτα πράγματα και αφελότητες γι αυτό που θεωρούν οι ίδιοι ως «όπιο του λαού». Δηλαδή αν «ιδιωτικοποιήσουμε» εργασιακά τους κληρικούς θα ανασάνει το κράτος από τα δεσμά του ή η εκκλησία θα βρει τον δρόμο της; Ποιο θα είναι άραγε το επόμενο βήμα στην ιδιόμορφη αυτή σχέση;

Λογικά δύο είναι τα θέματα που μας απασχολούν αυτή την ώρα, αλλά και διαχρονικά. Η περιουσία και η μισθοδοσία. Την περιουσία την έδωσε η εκκλησία πλειστάκις και οι όποιες συμφωνίες έγιναν μέχρι πρόσφατα κατέληξαν υπέρ του κράτους. Ό,τι απόμεινε (το 3%) είναι δεσμευμένο από το κράτος. Τώρα θα δώσουμε και την μισθοδοσία των κληρικών και αυτό λέγεται «ρύθμιση σχέσεων»; Γιατί πιστεύουμε ότι η μισθοδοσία δίδεται χάριν της προσφοράς της περιουσίας κατά το παρελθόν, και ότι δεν είναι προϊόν της φορολογίας των εκκλησιαστικών ιδρυμάτων και ναών, ή ακόμα και των κληρικών που ως πολίτες με τις οικογένειές τους συμβάλλουν στην ενίσχυση του κρατικού κορβανά με τους φόρους τους;

Με ένα κράτος που ενοχλείται από το προϊμιο του Συντάγματος και την επίκληση της αγίας Τριάδος, που παραμένει ωστόσο όχι για λόγους ουσίας αλλά για λόγους ιστορικούς λέει, (αυτό κι αν είναι παραλογισμός!!!) , πώς μπορείς να κοιτάξεις το μέλλον όχι μόνο της εκκλησίας, αλλά και των άλλων πολιτών; Αυτό το στένεμα της ελληνικής καρδιάς, του μυαλού, των οριζόντων ,πόσο ευοίωνα μπορεί να είναι για την εκκλησία; Και αυτή η διχαστική λογική ότι η επίλυση των σχέσεων με την εκκλησία βοηθά και το κράτος και την εκκλησία, δηλαδή τον ίδιο το λαό που στη πλειοψηφία θρησκεύει «ορθοδόξως και ανατολικώς», ποιόν αλήθεια πείθει ή εξυπηρετεί;;;Πώς ένα ζήτημα που έχει διχάσει ιεραρχία, πολιτικό κόσμο και λαό, μπορεί να καταλήξει σε κάτι σοβαρό και επωφελές;

Επιτέλους, ας αφήσουν την εκκλησία ήσυχη στη διακονία του λαού της, εν αγάπη και ελευθερία να μπορεί και να πλουτίζει και να πτωχαίνει, αν χρειάζεται , αλλά να μη χάνει το δρόμο της προς τα έσχατα. Το δε κράτος ας ασχοληθεί με την δική του αποστολή, να φτιάξει ένα κόσμο που να ζει εν δικαιοσύνη και ισοτιμία, απολαμβάνοντας τον σεβασμό των πολιτών του, που δυστυχώς ως τώρα δεν τα κατάφερε!!! Και ας μη βάζει νέους πειρασμούς σε μια κακή σχέση, που σίγουρα δεν έφταιξε σ΄αυτό η εκκλησία. Η εκκλησία αιώνες τώρα προσεύχεται υπέρ του λαού και των αρχόντων του, αρκεί άρχοντες και αρχόμενοι να θέλουν αυτή η προσευχή να καρπίσει για το κοινό καλό και να σεβαστούν την πίστη και την ιδιαιτερότητα του απλού παπά και του πιστού ανθρώπου, όπως σέβονται κάθε άλλη μειοψηφική, μάλιστα, ιδιαιτερότητα.

Στα 50 τελευταία χρόνια μιλάμε γι αυτή την άχαρη σχέση και δεν ξέρουμε τι θέλουμε; Διαζύγιο ή συμπόρευση; Αν θέλαμε να λύσουμε τώρα το θέμα θα έπρεπε τώρα να είχαμε κατασταλαγμένες απόψεις και θέσεις για ό,τι μας προβληματίζει και μας στενοχωρεί. Όμως φαίνεται πως δεν έχουμε και αν πάμε σε μια βιαστική λύση, για τους γνωστούς πολιτικούς λόγους, και πάλι σε λίγα χρόνια θα μιλάμε για τα ίδια ζητήματα που θα ταλανίζουν την εκκλησία μας. Πάντως τα τελευταία χρόνια όποιες συμφωνίες έγιναν σε επίπεδο κορυφής, κατέληξαν εις βάρος του λαού και βέβαια εις βάρος της Εκκλησίας, και φοβούμαι πως αυτός δεν θα είναι ο τελευταίος πειρασμός για την Ελλαδική Εκκλησία.

Τρύφων Τσομπάνης
Επικ. Καθηγητής Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ