Ἕλληνα σκέψου ὅσους ἔγιναν ὁλοκαύτωμα στὶς 23 Ἰουλίου

Δημοσίευση: 12 Αυγούστου 2018, 7:08 μμ

Toῦ Βασίλειου Εὐσταθίου
Δρ. Φυσικοῦ, πτ. Θεολογίας (Τμ.Κοιν.Θ.ΕΚΠΑ)


Κανέναν δὲν εἶχα γνωρίσει. Κανένας δὲν ἦταν συγγενὴς ἤ φίλος μου. Κανέναν δὲν ἀναγνώρισα ἀπὸ τὶς φωτογραφίες ποὺ νὰ τὸν εἶχα ξαναδεῖ. Ἔχουν περάσει ἤδη πολλὲς μέρες ἀπὸ ὅτι ἔγινε. Κι ὅμως δὲν πέρασε οὔτε μιὰ μέρα ἀπὸ τότε, ποὺ νὰ μὴν ἔρχονται μπροστὰ μου οἱ εἰκόνες τὶς ὁλικῆς καταστροφῆς, τοῦ ἀβάσταχτου πόνου, τοῦ μαρτυρικοῦ θανάτου. Καταπράσινα δάση, ὁλόκληρες περιουσίες, καὶ τὸ ἀσύγκριτα φοβερότερο, ἄνθρωποι, ποὺ πρὶν λίγο χαίρονταν τὴν θάλασσα καὶ τὸν ἥλιο, νὰ χάνονται μέσα στὸ ἀνήμερο ὠρυόμενο θηρίου τοῦ πυρός ποὺ οἱ γιγαντιαίες τριαντάμετρες φλόγες του καταβρόχθιζαν τὰ πάντα στὸ πέρασμά τους, ἀφήνοντας πίσω τους ἕνα θλιβερὸ, γκρίζο, ἔρημο, νεκρὸ τοπίο. Σύμμαχος του ποὺ τὸ ἐνδυνάμωνε καὶ γινόταν τρομερότερο καὶ ἀνίκητο ἦταν ὁ μανιώδης ἄνεμος ποὺ κάλπαζε ἀσυγκράτητα ὀρμητικός.

Τὴν ἴδια ὥρα τοῦ μαρτυρίου αὐτῶν τῶν συνανθρώπων μας βρισκόμουν πολλὰ χιλιόμετρα μακρυὰ ἀπὸ τὸν μοιραίο τόπο. Ὅμως οἱ καιρικὲς συνθήκες ἦταν ἐπίσης πολὺ ἄσχημες, καὶ πρὶν καταλάβω καλὰ τὴν ἀπότομη ἀλλαγὴ τοῦ καιροῦ, ἀπὸ τὸν κατακλυσμὸ ποὺ ἀκολούθησε, λίγο νερὸ κύλησε μέσα στὸ γραφείο μου μέσα ἀπὸ τὴν μισάνοικτη μπαλκονόπορτα. Ἀνησύχησα τότε πρὸς στιγμὴ, γιατὶ νόμισα ὅτι θὰ ἔπνιγε, ὄχι ἐμένα βέβαια, ἀλλὰ τὰ πράγματά μου. Ἐκείνη ἀκριβῶς τὴν ὥρα λοιπὸν, στὸ τόπο τοῦ μαρτυρίου, κάποιοι πνίγονταν, καὶ οἱ ἴδιοι καὶ οἱ περιουσίες τους, ὄχι ἀπὸ τὸ νερὸ, ἀλλὰ ἀπὸ τὶς ἀδηφάγες λυσσαλέες γλώσσες τοῦ πυρός. Δυστυχῶς δὲν ἔβρεξε καὶ ἐκεῖ, ποὺ τὸ νὰ ἔβρεχε θὰ ἦταν πραγματικὰ σωτήριο γιὰ τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς. Ὡστόσο ὅμως, ἄν καὶ οἱ καιρικὲς συνθήκες συνέβαλλαν στὴν τόσο ταχύτατη ἐξάπλωση τῆς πυρκαγιάς, δὲν σημαίνει αὐτὸ ὅτι αὐτὲς ἦταν καὶ ἡ αἰτία τῆς πυρκαγιάς, ὅταν μάλιστα εἴχε τόσες διαφορετικὲς ἑστίες.

Τὸ βέβαιο πάντως εἶναι ὅτι ἡ φωτιὰ σάρωσε ὅλη τὴν προσβληθείσα περιοχὴ ἀνενόχλητη, ἐνῶ τὰ θύματά της χωρὶς καμιὰ προειδοποίηση ἀπὸ πουθενὰ, ἀνυποψίαστα τὴν περίμεναν. Ὅταν πιὰ τὴν ἀντιλήφθηκαν, τὴν εἶχαν μπροστὰ τους, καὶ δὲν εἶχαν πιὰ κανένα χρόνο γιὰ νὰ ἀντιδράσουν κατάλληλα καὶ νὰ προστατευθοῦν μὲ ἀσφάλεια. Τὰ πάντα στὴν συνέχεια κρίθηκαν ἀπὸ τὸ ποὺ βρισκόταν ὁ καθένας ἀκριβῶς, τὶ δυνατότητες ὀχύρωσης ἤ διαφυγῆς εἶχε, καὶ ἀπὸ τὴν ἰκανότητα καὶ ἑτοιμότητά του νὰ τὶς ἀξιοποιήσει. Καὶ ἐπειδὴ «ἐὰν μὴ Κύριος φυλάξῃ πόλιν, εἰς μάτην ἠγρύπνησεν ὁ φυλάσσων.» (Ψ. 126,1), τὸ πιὸ σημαντικὸ ἦταν καὶ ποιὸ ἤταν κατὰ περίπτωση τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου.

Γιατὶ ὅμως νὰ ἀφεθεῖ τὸ πύρινο θηρίο νὰ προχωρήσει ἀνενόχλητο ἤ γιατὶ ποτὲ δὲν δώθηκε τουλάχιστον ἐντολὴ γιὰ ἐκκένωση, μέχρι ἡ φωτιὰ νὰ φτάσει στὶς κατοικήσιμες περιοχές; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ κατευθύνουν οἱ ἀρμόδιοι τοὺς ἄτυχους ὁδηγοὺς στὸ Μάτι καὶ στὸ Κόκκινο Λιμανάκι, χωρὶς ἡ Πυροσβεστικὴ νὰ εἶναι σὲ θέση νὰ ἐγγυηθεῖ τὸ κόψιμο τῆς πύρινης πορείας στὸ ὅριο τῆς Μαραθῶνος, μὲ ἀποτέλεσμα οἱ περιοχὲς αὐτὲς νὰ μετατραποῦν σὲ ἕνα τεράστιο φούρνο, ἕνα φούρνο γεμάτο θύματα; Ἡ κυβερνητικὴ ἀνικανότητα καὶ ἀνετοιμότητα κατέστησε τὸν τόπο ἐφάμιλλο τῶν ἐφιαλτικότερων στρατόπεδων συγκέντρωσης, μὲ δεκάδες ἀνθρώπους νὰ ἀπανθρακωθοῦν αἰφνιδιαστικά, ἐνῶ ἄλλοι πνίγηκαν μέσα στὸν ἀσφυκτικὸ κλοιὸ τῶν πυκνῶν καπνῶν ἤ προσπαθώντας νὰ διαφύγουν ἀπὸ τὴν θάλασσα, καὶ κάποιοι χάθηκαν σὲ γκρεμό. Τόσο ὀδύνη καὶ θλίψη ἀπὸ ἕνα τέτοιο σκόρπισμα θανάτου μόνο στὶς ἄγριες συνθήκες πολέμου ἥ στὶς βίαιες μεθόδους ἐπιβολῆς ὁλοκληρωτικῶν καθεστώτων μποροῦμε νὰ συναντήσουμε.


Περιμένει κανεῖς μετὰ ἀπὸ τέτοιες τραγωδίες νὰ ἀκούσει ἀπὸ τοὺς ὑπεύθυνους ἕνα συγγνώμη, νὰ δεῖ μιὰ παραίτηση. Ναι, τελικὰ μετά ἀπὸ πολλὲς μέρες ἀποφάσισαν νὰ τὸ κάνουν αὐτοὶ ποὺ κυβερνούν τὸ αὐτονόητο, ἀφοῦ πρώτα κόμπασαν γιὰ τὸν ἑαυτό τους, ὅτι δὲν μποροῦν νὰ δοῦν κανένα λάθος σὲ ὅτι ἔκαναν καὶ ἄν ξανασυνέβαινε μιὰ τέτοια πυρκαγιὰ πάλι τὸ ἴδιο θὰ ἔκαναν (Θεὸς φυλάξει), ἐνῶ ὁ ἀρχηγός τους προσπάθησε νὰ τοὺς καλύψει μὲ κούφιους λόγους περὶ ἀνάληψης πολιτικῆς εὐθύνης. Ἀνάληψης εὐθύνης μὲν, χωρὶς ὅμως τὴν συνεπαγόμενη καὶ ὀφειλόμενη παραίτησή του δε. Παραιτήθηκαν κάποιοι τελικά, ἀλλὰ ὄχι ὁ ἴδιος ὁ ἀρχηγός τους ποὺ μίλησε γιὰ τὴν ἐκ μέρους του ἀνάληψη πολιτικῆς εὐθύνης. Χωρὶς βέβαια ἡ παραίτηση νὰ σημαῖνει ὁπωσδήποτε καθῶς θὰ ὄφειλε ἀναγνώριση λαθῶν καὶ ἔκφραση συγγνώμης, καθῶς αὐτὰ σὲ πολικοὺς ποὺ πιστεύουν μόνο στὴν «τέλεια» ἰδεολογία τοῦ «ἀλάνθαστου» σχηματισμοῦ τους δὲν χωράνε, ἀλλὰ λόγω τῆς ἀνάγκης ποῦ ἐπιβάλλει ἡ τραγικὴ πραγματικότητα ἡ παραίτηση ἐνδείκνυται καὶ ἀπαιτεῖται. Αὐτὰ εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τοῦ νὰ μὴν ἔχει κάποιος φόβο Θεοῦ, ὁ ὁποῖος βοηθάει τὸν ἄνθρωπο νὰ συνειδητοποιήσει τὴν ἀδυναμία του καὶ τὸ πόσα λάθη κάνει, καὶ κατὰ συνέπεια καὶ πόσο ἀνάγκη ἔχει τὸ Θεὸ καὶ τὴν βοήθειά του, καὶ μάλιστα μπροστὰ σὲ τέτοιες μεγάλες καταστροφές καὶ ἀπειλἐς, ὅπως αὐτὴ ἡ πυρκαγιά.

Ἄς σκεφτοῦμε λοιπὸν ὅλα αὐτά. Ἄς σκεφτοῦμε τοὺς ἀνθρώπους ποὺ χάθηκαν. Παιδιὰ καὶ μωρά, ὡς καὶ προχωρημένης ἡλικίας ἄνθρωποι, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, ὑγιεῖς καὶ ἀσθενεῖς, ἄνθρωποι διάσημοι καὶ ἄσημοι, ἄνθρωποι τοῦ σωματικοῦ ἀγωνίσματος (ἀθλητές) καὶ ἄνθρωποι τοῦ πνευματικοῦ ἀγωνίσματος (ἱερωμένοι), ντόπιοι Ἕλληνες καὶ ἀλλοδαποὶ ἐπισκέπτες. Ποιὸ μήνυμα μας δίνει ἡ θυσία ὅλων αὐτῶν τῶν διαφορετικῶν ἀνθρώπων, ἄς ἀναλογιστοῦμε. Ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι θυσιάστηκαν γιὰ ἐμᾶς, πήραν τὴν θέση τοῦ καθένα μας, γιὰ νὰ τοῦ δωθεῖ ἔτσι μιὰ δεύτερη εὐκαιρία. Εὐκαιρία γιατί; Ευκαιρία γιὰ νὰ γίνει καλύτερος. Ὅπως καὶ γιὰ νὰ ἀναδειχθοῦν καὶ ἡγέτες μας καλύτεροι, γιατὶ σύμφωνα μὲ τὸ λαό καὶ οἱ ἡγέτες του. Ἄν δὲν θέλουμε τὸ πραγματικό καλό μας, τότε καὶ οἱ ἡγέτες μας θὰ μας προσφέρουν θυσία, ἀφήνοντάς μας ἀπροστάτευτους σὲ φυσικὲς καταστροφές, ὅπως αὐτὴ ἡ ἀνελέητος πυρκαγιὰ στὴν Ἀττικὴ καὶ ἡ ἀδυσώπητη πλημμύρα στὴν Μάνδρα, ἀλλὰ καὶ ἐγκαταλείποντάς μας ἀνοχύρωτους ἀπέναντι στοὺς ἐξωτερικοὺς ἐθνικοὺς ἐχθρούς, εἴτε λέγονται Τουρκία, εἴτε Ἀλβανία, εἴτε «Βόρεια (Ψευδο-) Μακεδονία», εἴτε ὁτιδήποτε ἄλλο. Καὶ τὸ καλό του δὲν τὸ θέλει ὅποιος σκοτώνει τὸ ἀγέννητο παιδί του, ὅποιος χωρὶς εὔλογη αἰτία διαλύει τὴν οἰκογένειά του, ὅποιος ἀνταλλάσει τὸ κατά φύση ποὺ τοῦ χάρισε ὁ Θεὸς μὲ τὸ παραφύση ποὺ γεννᾶ ἡ φαντασία του καὶ ἡ ἄλογη ἐπιθυμία του, ὅποιος δὲν λογαριάζει καὶ δὲν τιμᾶ τὴν ἱστορία τῶν προγόνων του καὶ οὔτε τὴν ἀληθινὴ πίστη ποὺ τοῦ παρέδωσαν.

Ἄς σκεφτοῦμε λίγο καὶ Ἐκείνον τὸν Θεό ἀπὸ τὸν Ὁποῖο ἔχουμε ἀπομακρυνθεῖ μὲ ὅλα αὐτὰ ποὺ πράττουμε. Ἄς ζητήσουμε ἕνα συγγνώμη, ὅπως δὲν ζήτησαν αὐτοὶ ποὺ μας κυβερνοῦν, ὄχι στὸ Θεὸ τὸν Ὁποῖο δὲν πιστεύουνε, ἀλλὰ στὸ λαὸ τὸν ὁποῖο πληγώσανε βαθιά. Ἅς θυμηθοῦμε ἐδῶ τὸν Δαυίδ ποὺ ὅταν ἁμάρτησε δείχνοντας ὁλιγοπιστία στὸ Θεὸ μὲ τὴν ἀπαρίθμηση ποὺ διέταξε τῶν ἰκανῶν γιὰ πόλεμο ἀνδρῶν στὸ λαό του, ἀμέσως μετάνιωσε βαθιὰ καὶ ζήτησε μὲ ταπείνωση συγχώρεση ἀπὸ τὸ Θεό («καὶ ἐπάταξε καρδία Δαυὶδ αὐτὸν μετὰ τὸ ἀριθμῆσαι τὸν λαόν, καὶ εἶπε Δαυὶδ πρὸς Κύριον· ἥμαρτον σφόδρα, ὃ ἐποίησα νῦν, Κύριε· παραβίβασον δὴ τὴν ἀνομίαν τοῦ δούλου σου, ὅτι ἐμωράνθην σφόδρα.», Β’ Βασ. 24,10). Καὶ ἀφοῦ παρακάλεσε τὸ Θεὸ γιὰ νὰ σώσει τὸ λαὸ ἀπὸ τὴν τιμωρία ἐξαιτίας τῆς ἁμαρτίας τῆς δικιάς του, τὸ νὰ πέσει αὐτὴ πάνω του καὶ στην οἰκογένειά του («ἰδοὺ ἐγώ εἰμι ἠδίκησα καὶ ἐγώ εἰμι ὁ ποιμὴν ἐκακοποίησα, καὶ οὗτοι τὰ πρόβατα τί ἐποίησαν; γενέσθω δὴ ἡ χείρ σου ἐν ἐμοὶ καὶ ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ πατρός μου.», Β’ Βασ. 24,17), τελικὰ, ἄν καὶ ἡ τιμωρία δὲν ἀποτράπηκε, ὅμως, μὲ τὴν θυσία του ποὺ πρόσφερε στὸ Θεὸ τὴν ἴδια ὥρα, κατάφερε νὰ Τὸν ἐξευμενίσει καὶ νὰ παύσει τὴν συνέχεια τοῦ κακοῦ, τοῦ θανατικοῦ ποὺ ἀφάνιζε χιλιάδες ἀνθρώπους ἀπὸ τὸ λαό («καὶ ᾠκοδόμησεν ἐκεῖ Δαυὶδ θυσιαστήριον Κυρίῳ. καὶ ἀνήνεγκεν ὁλοκαυτώσεις καὶ εἰρηνικάς… καὶ ἐπήκουσε Κύριος τῇ γῇ, καὶ συνεσχέθη ἡ θραῦσις ἐπάνωθεν Ἰσραήλ.», Β’ Βασ. 24,25). Ἄν ὅμως, ἀντίθετα ἀπὸ τὸν Δαυίδ, οἱ κυβερνώντες στὴν χώρα μας δὲν ζητάνε καθῶς ὁφείλουν συγγνώμη γιὰ τὴν ὀργὴ τοῦ Θεοῦ ποὺ προκαλοῦν, ἄς τὴν ζητήσουμε ἐμεῖς ἀπὸ τὸ Θεό.

Ἄς σκεφτοῦμε ὅλους αὐτοῦς τοὺς ἀνθρώπους ποὺ θὰ μπορούσαμε νὰ εἴμασταν στὴν θέση τους, καὶ ἄς μὴν ξεχνοῦμε ὅτι καὶ ἐμεῖς δὲν γνωρίζουμε ποιὸ μπορεῖ νὰ εἶναι τὸ αὔριο ποὺ θὰ συναντήσουμε. Καὶ γιὰ ὁτιδήποτε συμβαίνει δὲν φταίει βέβαια ὁ Θεὸς, ἀλλὰ ἡ δικιά μας ἀπομάκρυνση ἀπὸ Ἐκεῖνον, ποὺ μας ἀφήνει ἐκτὸς τῆς θείας Χάρης Του, καὶ ἔτσι μένουμε χωρὶς τὴν θεία σκέπη, ἀπροστάτευτοι. Ὀ Θεὸς δὲν ὀργίζεται, ἀλλὰ ἀγαπάει, ἀφοῦ εἶναι ἀγάπη («Ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστί», Α’ Ἰω. 4,16), ὅμως ἠ ἀπομάκρυνσή μας ἀπὸ Ἐκεῖνον στὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ στοὺς Ἁγίους Πατέρες ὀνομάζεται ὀργὴ Θεοῦ. Τὰ ἀποτελέσματά της ὅμως, στὰ ὁποία ἀναφερόμαστε ὡς τιμωρία Θεοῦ, ἄν δείξουμε καλὴ προαίρεση, μποροῦν νὰ μας ὁδηγήσουν στὸ δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς, ποὺ ἀρχικὰ μπορεῖ νὰ εἶναι ἐπίπονος, ὅμως μᾶς ἐπαναφέρει στὴν Θεία Ἀγκάλη. Ἄς δείξουμε τὴν καλή μας προαίρεση καὶ ἄς ζητήσουμε τὸ θεῖο ἔλεος, μὲ προσευχὴ καὶ μὲ τὴν ἀνάλογη ἀλλαγὴ στὴν ζωή μας ἀνάλογα, γιὰ νὰ μποροῦμε νὰ περιμένουμε κάτι καλύτερο στὸ ἐρχόμενο αὔριο.

Σὲ ἕνα ἄρθρο σχετικὸ μὲ τὴν καταστροφικὴ πυρκαγιὰ, μιὰ ἀρθρογράφος ἔγραψε ὅτι φοβάται μπροστὰ στὸ κάλεσμα τοῦ λαοῦ ἀπὸ τοὺς Ἱερἀρχες γιὰ προσευχή μετὰ τὴν καταστροφὴ ποὺ ἄφησε πίσω της ἡ πυρκαγιά, ἐπειδὴ ἔτσι μπορεῖ νὰ ἀποποιηθοῦμε τὶς εὐθύνες μας καὶ νὰ ἀπουσιάσουμε ἀπὸ τὴν προσφορὰ βοήθειας μὲ ἔργα. Ὡστόσο μὲ τὴν προσευχὴ ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετο συμβαίνει, τουλάχιστον ὅταν αὐτὴ γίνεται σωστά. Ἐκεῖνος ποὺ πιστεύει καὶ προσεύχεται νιώθει ὑπεύθυνος, ἐνῶ ὅσοι δὲν πιστεύουν αὐτοὶ εἶναι ποὺ νιώθουν ἀνεύθυνοι καὶ δυσκολεύονται νὰ ἀναλάβουν εὐθύνες ἔμπρακτα, καὶ ὄχι μόνο στὰ λόγια. Καὶ προσεύχεται σωστὰ κάποιος, ὅταν βάζει τὸν ἑαυτό του στὴ θέση τοῦ πάσχοντος συντρόφου του, νιώθοντας ταυτόχρονα ὅτι μπορεῖ νὰ εὐθύνεται μὲ κάποιο τρόπο, τὸν ὁποιοδήποτε, γιὰ ὅτι ἔπαθε ὁ συνάνθρωπός του. Παράλληλα, ἐκεῖνος ποὺ προσεύχεται σωστά, βοηθάει τὸ κατὰ δύναμην καὶ ὑλικὰ. Αὐτὸ ἔκαναν καὶ οἱ Ποιμενάρχες, προτρέποντας τοὺς πιστοὺς σὲ προσευχή, ὀργανώνοντας καὶ ἄμεσα καὶ δυναμικὰ τὸ φιλανθρωπικό ἔργο.

Σὲ τέτοιες περιπτώσεις μεγάλης δοκιμασίας, ἡ προσευχή εἶναι ὅτι πιὸ πολύτιμο, γιατὶ μπορεῖ νὰ ἀποκαταστήσει τὴν σχέση μας μὲ τὸ Θεὸ, ὅπως ὁ Τελώνης μὲ τὴν προσευχή του δικαιώθηκε ἀπὸ τὸ Θεό («ἀλλ᾿ ἔτυπτεν εἰς τὸ στῆθος αὐτοῦ λέγων· ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ. λέγω ὑμῖν, κατέβη οὗτος δεδικαιωμένος εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ…», Λκ. 18,14), καὶ μπορεῖ νὰ βοηθήσει μαζί μὲ μας καὶ τοὺς γύρω μας. Ὅταν μάλιστα πρόκειται γιὰ ἄνθρωπους ποὺ δὲν ζοῦν πια, εἶναι τὸ μοναδικό πράγμα ποὺ μποροῦμε νὰ κάνουμε γι’ αὐτοὺς, ἡ μοναδικὴ φροντίδα ποὺ μποροῦμε νὰ τοὺς προσφέρουμε, καθῶς οὔτε νὰ τοὺς θεραπεύσουμε τραύματα μποροῦμε, οὔτε νὰ μεριμνήσουμε γιὰ τὸ γεύμα τους καὶ ἄλλες σωματικές ἀνάγκες τους μποροῦμε, οὔτε γενικῶς καμιὰ ἄλλη περιποίηση δὲν μποροῦμε νὰ τοὺς κάνουμε, παρὰ μόνο μποροῦμε νὰ προσευχηθοῦμε γι΄ αὐτοὺς καὶ νὰ τοὺς μνημονεύσουμε. Εἶναι κρίμα νὰ μὴν γνωρίζουμε οὔτε τὰ ἁπλὰ καὶ βασικότερα σὲ ὅτι διδάσκει ἡ Ἐκκλησία μας, καὶ νὰ ἐκφέρουμε ἄποψη γιὰ αὐτὸ ποὺ δὲν γνωρίζουμε, ἀντὶ νὰ ζητοῦμε νὰ μάθουμε αὐτὸ ποὺ χρειαζόμαστε καὶ θὰ μας ὠφελήσει.

Ἄς μιμηθοῦμε τοὺς Νινευίτες, οἱ ὁποῖοι μόλις ὁ Ἰωνὰς τοὺς προανάγγειλε τὴν ἐπικείμενη ὁλοσχερὴ καταστροφὴ τους γιὰ τὶς πολλὲς ἁμαρτίες τους, ἔκαναν στροφὴ 180 μοιρῶν μὲ γεμάτη συντριβὴ προσευχὴ καὶ ἀπόλυτη νηστεία, καὶ ἀπέτρεψαν στὸ τέλος τὸ κακὸ ποὺ πλησίαζε. Στὴν πύρινη καταστροφὴ στὴν Ἀττικὴ, οἱ Ποιμενάρχες μας, ἐνῶ μίλησαν γιὰ προσευχὴ ὑπὲρ τῶν πυρόπληκτων ἀνθρώπων, μόνο ἐλάχιστοι ἀπὸ αὐτοὺς ἀναφέρθηκαν ὅπως ὁ Ἰωνὰς στὴν μετάνοια, στὴν ὁποία βρίσκεται καὶ ἡ οὐσία καὶ τὸ νόημα τοῦ τραγικοῦ συμβάντος. Ἄς θυμόμαστε ὄχι μόνο τὴν τραγωδία αὐτῆς τῆς πυρκαγιάς, ἀλλὰ καὶ τὴν πλημμύρα τὸν περασμένο χειμώνα, καὶ ὅλα τὰ τελευταία δεινά μας, καὶ νὰ μένουμε ὁ καθένας μας κοντὰ στὸ Θεὸ ἀγωνιζόμενοι καὶ προσευχόμενοι ἐν μετανοία, ποὺ εἶναι ὁ μόνος τρόπος νὰ ἀποφύγουμε τὰ χειρότερα. Ὁ Θεός, ἱλάσθητι ὑμῖν τοῖς ἁμαρτωλοῖς.