Τό Σάββατο πρίν ἀπό τήν Κυριακήτῆς Ἀπόκρεω ἀποκαλεῖται «Σάββατοτῶν Ψυχῶν» ἤ Ψυχοσάββατο

Δημοσίευση: 9 Φεβρουαρίου 2018, 9:28 μμ

Ὁ καί Νεκρῶν καὶ ζώντων ὡς Θεός, ὁνεκρώσας τὸν θάνατον, καὶ ζωὴν τῇἘγέρσει σου πᾶσι παρασχών, Χριστὲἀνάπαυσον, καὶ τοὺς δούλους σου, οὓς μετέστησας.


Τό Σάββατο πρίν ἀπό τήν Κυριακήτῆς Ἀπόκρεω ἀποκαλεῖται «Σάββατοτῶν Ψυχῶν» ἤ Ψυχοσάββατο. Εἶναι τό πρῶτο ἀπό τά δυό Ψυχοσάββατα τοῦἔτους (τό δεύτερο εἶναι τό Σάββατο πρίν ἀπό τήν Κυριακή της Πεντηκοστῆς).

Ὁ λόγος πού ἡ Ἐκκλησία μαςκαθιέρωσε τά Ψυχοσάββατα, παρ’ ὅτικάθε Σάββατο εἶναι ἀφιερωμένο στούςκεκοιμημένους, εἶναι ὁ ἑξῆς: Ἐπειδήπολλοί κατά καιρούς ἀπέθανανἄγνωστοι, σέ ἀκαθόριστο χρόνο, σέτόπους ἄγνωστους, στή θάλασσα ἤ στάὄρη καί τούς κρημνούς, ἤ ὅπου ἀλλοῦ,καί μερικοί, λόγω πτώχειας ἤ διαφόρωνἄλλων λόγων, δέν ἀξιώθηκαν τῶνδιατεταγμένων Μνημοσύνων, «οἱ θεῖοιΠατέρες, φιλανθρώπως κινούμενοι,ἐθέσπισαν τό Μνημόσυνο αὐτό ὑπέρπάντων τῶν ἀπ’ αἰῶνος εὐσεβῶςτελευτησάντων Χριστιανῶν».Ἰδιαιτέρως δέ, ἐπειδή ἡ Κυριακή τῆς Ἀπόκρεω εἶναι ἀφιερωμένη στήν ἀνάμνηση τῆς Δευτέρας Παρουσίας τοῦΧριστοῦ καί οἱ κεκοιμημένοι μας ἀκόμη δέν ἐκρίθηκαν, τούς μνημονεύουμε σήμερα καί, ἐπικαλούμενοι τό ἄπειρο ἔλεος τοῦ Θεοῦ, Τόν παρακαλοῦμε διά τοῦ Μνημοσύνου, τό ὁποῖο τελοῦμε, νά τούς χαρίζει τήν αἰώνιο ζωή. Συγχρόνως δέ ἐνθυμούμεθα κι ἐμεῖς τό βέβαιον τοῦθανάτου καί «διεγειρόμεθα πρός μετάνοιαν».

Ἡ Ἐκκλησία μας διδάσκει ὅτι ὁθάνατος εἶναι ἕνα καθολικό γεγονός καί ἵσταται μέ δέος στό ἄκουσμα αὐτοῦ. Στεκόμαστε πάντες μέ συγκίνηση ἐμπρός στούς τάφους τῶν νεκρῶν μας, τῶν νεκρῶν, πού εἶναι θαμμένοι στά Κοιμητήρια τῶν χωριῶν καί τῶν πόλεών μας. Ξέρουμε καλά ὅτι ἡ Ἐκκλησία μας ἀποτελεῖται ἀπό δυό μέρη, πού συνιστοῦν ἕνα σῶμα, τήν Στρατευομένη καί τήν Θριαμβεύουσα.

Στρατευομένη Ἐκκλησία εἴμαστε ὅλοι ἐμεῖς οἱ ζῶντες καί Θριαμβεύουσα ὅλοι οἱ κεκοιμημένοι ἀδελφοί μας, ἀπό τοῦ Ἀδάμ μέχρι καί τῆς σήμερον.


Αὐτούς, λοιπόν, τούςκεκοιμημένους, οἱ ὁποῖοι μέ διαφόρουςτρόπους ἀπῆλθαν ἀπό τόν κόσμο τοῦτο,μνημονεύει σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας,τήν ἡμέρα τοῦ Ψυχοσαββάτου, καί γι’αὐτούς ἐμεῖς προσευχόμεθα ἀναξίωςαὐτήν τήν ἡμέρα. Τόν κάθε ἄνθρωπο ὁΘεός τόν κάλεσε κοντά Τοῦ μέ ξεχωριστό τρόπο, καί μόνον Αὐτός γνωρίζει τούς βαθύτερους λόγους πρός σωτηρία ἑκάστου, νέο ἤ γέροντα, ἄντρα ἤ γυναῖκα, ἀσθενῆ ἤ ὑγιῆ, ἀπρόοπτα καί ἀναπάντεχα ἤ μέ φυσιολογικό θάνατο. Ὅλα αὐτά μᾶς κάνουν νά αἰσθανόμαστε τήν ἀνάγκη γιά προσευχή ὑπέρ τῶν κεκοιμημένων καί ἰδίως γιά ἐκείνους τούς ὁποίους ἐλησμόνησαν ἀκόμη καί οἱἴδιοι οἱ συγγενεῖς τους καί δέν τελοῦν γι’ αὐτούς Μνημόσυνα.

Ὅμως κι ἐμεῖς οἱ ζῶντες, μέ τήν προσευχή γιά τούς κεκοιμημένους, προετοιμαζόμαστε γιά τήν ἡμέρα ἐκείνη τήν φοβερά, τήν ἡμέρα τοῦ θανάτου μας. Αὐτή ἡ ἡμέρα εἶναι μοναδική εὐκαιρία νά κατανοήσουμε τό σύντομο τῆς ἐπίγειας παρουσίας μας, δηλαδή ὅτι ὅσοι γεννήθηκαν πέθαναν, ὅσοι ζοῦν θά πεθάνουν καί ὅσοι θά γεννηθοῦν καί αὐτοί θά πεθάνουν. Τή μνήμη, λοιπόν, τοῦ θανάτου ὑπενθυμίζει σήμερα ἡἘκκλησία μας σ’ ἐκείνους πού παρευρίσκονται στήν Ἀκολουθία τοῦΨυχοσαββάτου.

Ὑποχρέωση κάθε Χριστιανοῦ εἶναι ἡ ἑτοιμασία γιά τό ἐπερχόμενο ταξίδι στήν αἰωνιότητα, ἡ συγχώρεση, ἡἐξομολόγηση καί ἡ μετοχή τοῦἈχράντου Σώματος καί τοῦ Τιμίου Αἵματος τοῦ Χριστοῦ, ὥστε, σύμφωνα μέ τήν εὐχή τῆς Ἐκκλησίας μας, τά τέλη τῆς ζωῆς μας νά εἶναι «χριστιανά, ἀνώδυνα, ἀνεπαίσχυντα, εἰρηνικά» καί νά ἔχουμε «καλήν ἀπολογίαν τήν ἐπί τοῦ φοβεροῦ βήματος τοῦ Χριστοῦ». Ἀμήν.

+ π.Ι.Σ.