Το Πατριαρχείο Ρουμανίας αναλύει την Σύνοδο της Κρήτης: Δεν είναι νέο δόγμα ο οικουμενισμός ούτε παναίρεση – Δεν ετοιμάζουμε μια υπερ-Εκκλησία

Δημοσίευση: 23 Νοεμβρίου 2017, 7:05 μμ

Σχίσμα η διακοπή μνημόνευσης του Επισκόπου-Τι λέει για τους Ιεράρχες που δεν υπέγραψαν κείμενα, για τους διαχριστιανικούς διαλόγους, την Ελλαδική Εκκλησία, το Άγιο Όρος και τους αντιδρώντες

Του Μάνου Χατζηγιάννη

Νερό στο μύλο της αντιπαράθεσης που έχει προκύψει μετά την περσινή Σύνοδο της Κρήτης ρίχνει με ανακοίνωσή του το Πατριαρχείο Ρουμανίας.

Με την μορφή ερωταπαντήσεων αναλύει όσα αποφασίστηκαν στο Κολυμπάρι και δίνει την δική του ερμηνεία.

Αρχικά περί της συμμετοχής των Επισκόπων στη Σύνοδο τονίζει ,απαντώντας σε όσους υποστηρίζουν πως θα έπρεπε να βρίσκονται εκεί όλοι οι Επίσκοποι, πως αυτό δεν συνέβαινε ποτέ ουτε σε άλλες Συνόδους κατά το παρελθόν “γιατί κατά τη διάρκεια των Συνόδων, που θα μπορούσε να διαρκέσουν αρκετούς μήνες, δεν θα ήταν δυνατόν να ανασταλεί η εκκλησιαστική ζωή των Μητροπόλεων”

Έφερε δε παράδειγμα επιστολή της Τρίτης Οικουμενικής Συνόδου, της 30ής Νοεμβρίου 430, που έστειλαν οι αυτοκράτορες Θεοδόσιος και Βαλεντινιανός στους μητροπολίτες της αυτοκρατορίας.


Σε γενικές γραμμές το Πατριαρχείο Ρουμανίας στην ανάλυσή του υποβαθμίζει τις απουσίες της Συνόδου της Κρήτης λέγοντας:

“Για διάφορους λόγους, λίγο πριν από την συνάντηση των ορθόδοξων επισκόπων στην Κρήτη, τέσσερις αυτοκέφαλες εκκλησίες (Αντιοχείας, Ρωσίας, Γεωργίας και Βουλγαρίας) ανακοίνωσαν ότι δεν μπορούσαν να συμμετάσχουν στη Σύνοδο, κυρίως λόγω της μη επίλυσης της κανονικής διαμάχης μεταξύ του Πατριαρχείου του Αντίχο και του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων”.

Για τους διαφωνούντες εντός της Συνόδου σχολίασε δε:

“Οι αντίθετες απόψεις που εξέφρασαν ορισμένα μέλη των αντιπροσωπειών σχετικά με τροπολογίες ή έγγραφα δεν αποθαρρύνονται , έστω και αν δεν εκφράζουν πλειοψηφική θέση στις αντιπροσωπείες. Κανένας από τους Ιεράρχες που δεν υπέγραψε τα έγγραφα δεν δήλωσε ότι ο λόγος για μη υπογραφή είναι καποια αίρεση που φέρεται ότι περιέχεται στα κείμενα της Κρήτης. Ως εκ τούτου, αυτοί οι Ιεράρχες συνέχισαν και συνεχίζουν να είναι σε κοινωνία με όλους τους ιεράρχες της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Ωστόσο, αν η αίρεση ήταν ο λόγος για την μη υπογραφή των εγγράφων, αναμφισβήτητα δεν θα είχαν διατηρήσει την κοινωνία τους με τους άλλους Ιεράρχες”.

Επίσης διαψεύδει κατηγορηματικά ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία αναγνωρίζει μέσα από τα έγγραφα της Συνόδου της Κρήτης και άλλα φύλα, εκτός από «αρσενικό» και «θηλυκό», ενώ στηλιτεύει και τον γάμο ατόμων του ιδίου φύλου λέγοντας πως “μόνο αυτοί που αντιτίθενται στην εκκλησία θα μπορούσαν να υποστηρίξουν μια τέτοια ιδέα εξ ολοκλήρου ξένη προς την ορθόδοξη χριστιανική διδασκαλία. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν θα υποστηρίξει ποτέ τέτοιες πρακτικές”

Στο ερώτημα αν η Σύνοδος της Κρήτης μείωσε τις περιόδους νηστείας το Πατριαρχείο Ρουμανίας διευκρίνισε πως κάτι τέτοιο δεν ισχύει καθόλου, ενώ μίλησε για τους μεικτούς γάμους Ορθοδόξων με πιστούς άλλων δογμάτων.

Αναφορικά με το φλέγον ζήτημα της σχέσης της Ορθοδόξου Εκκλησίας με την υπόλοιπη Χριστιανοσύνη σημείωσε:

Η Ορθόδοξη Εκκλησία γνωρίζει βαθιά ότι είναι η Εκκλησία του Χριστού. Γι ‘αυτόν τον λόγο, η ρουμανική Ορθόδοξη Εκκλησία επέμεινε στην έκφραση της πεποίθησης ότι μόνο η βάση της ορθόδοξης πίστης μπορεί να υποδαυλίσει την χριστιανική ενότητα με την επιστροφή των μη ορθόδοξων Χριστιανών στην Ορθόδοξη Εκκλησία”.

Για την περίφημη φράση για “τη χαμένη ενότητα των Χριστιανών” είπε πως

«Χρησιμοποιήθηκε για να δείξει το σκοπό της συμμετοχής της Ορθοδόξου Εκκλησίας σε διμερείς διαλόγους και στο Οικουμενικό Κίνημα. Αυτή η φράση προκάλεσε αντιπαραθέσεις. Θεωρήθηκε ότι, από εκκλησιολογική άποψη, αυτή η φράση θα μπορούσε να ενισχύσει μια ορισμένη απώλεια της ενότητας των Εκκλησιών. Μετά από αυτές τις συζητήσεις σχετικά με το άρθρο 5 , ο Μακαριότατος Πατριάρχης Δανιήλ τόνισε ότι είναι σημαντικό να αναφερθεί στο κείμενο ότι όλοι οι Χριστιανοί των διαφόρων ομολογιών, με τους οποίους οι Ορθόδοξοι είναι σε διάλογο, είναι Χριστιανοί που χωρίστηκαν από την Ορθόδοξη Εκκλησία και μάλιστα η κοινωνία, με αυτούς τους Χριστιανούς μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την αποδοχή της πίστης της Μίας Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, δηλαδή της Ορθόδοξης Εκκλησίας.”

Βάσει αυτού υποστηρίζεται πως η Ορθόδοξη Εκκλησία μπορεί να συμμετέχει στο διαχριστιανικό διάλογο, χωρίς να εγκαταλείπει με τον τρόπο αυτό το Ορθόδοξο δόγμα.

“Οι σύγχρονοι διμερείς θεολογικοί διάλογοι της Ορθοδόξου Εκκλησίας και η συμμετοχή στην Οικουμενική Κίνηση βασίζονται στην ίδια τη συνείδηση της Ορθοδοξίας και του οικουμενικού της πνεύματος, με στόχο την αναζήτηση της ενότητας όλων των χριστιανών με βάση την αλήθεια της πίστης και της παράδοσης της αρχαίας Εκκλησίας των Επτά Οικουμενικών Συνόδων” αναφέρει το Πατριαρχείο Ρουμανίας/.

Για τον διαχριστιανικό διάλογο σημειώνει ακόμη πως “ο διάλογος με διάφορες χριστιανικές ομολογίες διεξάγεται, πρώτον, για να πιστοποιήσουμε την ορθόδοξη πίστη μας και την αποστολική και πατερική κατανόηση της Εκκλησίας, συμβάλλοντας έτσι στην ανάδειξη των αιώνιων αξιών της Ορθοδοξίας αλλά την ίδια στιγμή, όμως, οι σχέσεις μας με άλλους Χριστιανούς είναι αναπόφευκτες. Είναι γνωστό ότι η Ορθόδοξη Διασπορά στη Δύση δεν μπορεί να αποφύγει τις σχέσεις με τους Ρωμαιοκαθολικούς και τους Προτεστάντες, οι οποίοι είναι η μεγαλύτερη ομάδα σε ορισμένες δυτικές χώρες. Αναμφισβήτητα, πρέπει να διακηρύσσουν την αληθινή πίστη και σε αυτές τις περιοχές, αλλά με ταπεινότητα και χριστιανική αγάπη”

Επαναλαμβάνει πάντως και στη συνέχεια πως “η αποκατάσταση της ενότητας όλων των Χριστιανών επιτυγχάνεται με την επιστροφή των μη Ορθοδόξων στην Ορθόδοξη Εκκλησία, χωρίς κανένα θεολογικό συμβιβασμό ή δογματικό μινιμαλισμό εκ μέρους των Ορθοδόξων χριστιανών”

Πολύ ενδιαφέρον έχει η απάντηση του στο ερώτημα αν ο Οικουμενισμός διακηρύχθηκε ως νέο δόγμα της Εκκλησίας;

“Όχι, κατηγορηματικά όχι.” απαντάει και συμπληρώνει:

“Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας δεν διατύπωσε νέα δογματά , αλλά δήλωσε ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η Μια, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία του Χριστού.

Ούτε αυτη η Σύνοδος ούτε οποιαδήποτε άλλη Ορθόδοξη Σύνοδος έχει ποτέ κηρύξει τον οικουμενισμό ως παράνομο δόγμα, όπως και καμία αυτοκέφαλη Ορθοδοξη Εκκλησία δεν έχει ποτέ κηρύξει τον οικουμενισμό ως «παναίρέση»”

Σημειώνει δε πως “Το έγγραφο αναφέρεται στον οικουμενικό διάλογο και απορρίπτει την ιδέα μιας υπερ-Εκκλησίας, καθώς και τη διαπραγμάτευση της αλήθειας της πίστης. Ως εκ τούτου, οι κατηγορίες που έθεσαν ορισμένοι αντιφρονούντες στην Σύνοδο της Κρήτης για αυτό το θέμα είναι άδικες, ανεύθυνες και επιζήμιες για την ενότητα της Εκκλησίας”

Για τον όρο “Εκκλησίες” απαντάει πως πρόκειται για “ιστορικό τίτλο ή όρο «

και με αυτόν δεν «αναγνωρίζεται ο εκκλησιαστικός ορθόδοξος χαρακτήρας των οικείων κοινοτήτων”

“Αυτή η ορολογία χρησιμοποιήθηκε προηγουμένως με την πάροδο του χρόνου. Για παράδειγμα, η Σύνοδος της Κωνσταντινούπολης το 1484, που καταδικάζει τις αναγκαστικές προσπάθειες ενοποίησης των Ορθοδόξων Χριστιανών με την Εκκλησία της Ρώμης κατά τη διάρκεια των Συνόδων Φερράρα-Φλωρεντίας (1438-1439), χρησιμοποιεί τον όρο «Εκκλησία» για τους καθολικούς υποστηρίζοντας ότι οι άνθρωποι που επιστρέφουν από τον Καθολικισμό στην Ορθοδοξία πρέπει να παραιτηθούν από τις αιρετικές δογματικές τους διδασκαλίες «και το υπόλοιπο των εκκλησιαστικών εθίμων τους» (Ι. Καρμίρης, Τα Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία της Ορθοδόξου καθολικήςΕκκλησίας , νοΙ. ΙΙ, Αθήνα, 1953, σ. 988)

Επιπροσθέτως το Πατριαρχείο Ρουμανίας απαντάει πως η Σύνοδος της Κρήτης δεν ενέκρινε

τη Δήλωση του Τορόντο (1950) “Αντίθετα, το έγγραφο αυτό αναφέρθηκε μόνο μία φορά για να εκφραστεί η ορθόδοξη θέση στον οικουμενικό διάλογο” διευκρινίζει.

Σε ερώτημα αν είναι δικαιολογημένη η ύπαρξη ορισμένων σχισματικών τάσεων μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία μετά την Αγία & Μεγάλη Σύνοδο της Κρήτης το Πατριαρχείο Ρουμανίας απαντάει:

“Καθόλου. Μετά τη Σύνοδο εκδηλώθηκαν πολυάριθμες κατηγορίες που είδαν το φως της δημοσιότητας σχετικά με τη συμμετοχή της αντιπροσωπείας της Ρουμανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας και τα έγγραφα που υπογράφηκαν στο Ιερό και το Μεγάλο Συμβούλιο,

υποστηρίζοντας ότι οι Ιεράρχες είχαν υπογράψει «αιρετικά» κείμενα και είχαν προδώσει έτσι την ορθόδοξη πίστη. Από την άλλη πλευρά, ωστόσο, τονίζονταν έντονα ότι τα έγγραφα που εγκρίθηκαν δεν διατυπώνουν νέα δογματα, αλλά αντιπροσωπεύουν την επιβεβαίωση της συνέχειας στην κατοχή της Ορθόδοξης πίστης από την Μία, Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία. Ως εκ τούτου, δεδομένου ότι δεν υπάρχει προδοσία της ορθόδοξης πίστης και δεν υπάρχουν «αιρετικά» έγγραφα, οι σχισματικές νοοτροπίες δεν δικαιολογούνται” αναφέρει.

Πολύ σημαντικά είναι όσα είπε για την διακοπή μνημόνευσης του Επισκόπου, θέμα που απασχολεί έντονα και την ελληνική εκκλησιαστική πραγματικότητα εδώ και μήνες.

“Η παύση της μνημόνευσης δεν είναι τίποτα λιγότερο από σχίσμα. Η παύση της μνημόνευσης του επισκόπου, μητροπολίτη ή πατριάρχη τοποθετεί τον αρμόδιο κληρικό σε κατάσταση σχίσματος” αναφέρει κατηγορηματικά και συνεχίζει: “οι λειτουργίες του δεν είναι πλέον λειτουργίες της Εκκλησίας, αλλά απλές τελετουργικές πράξεις, τις οποίες η Εκκλησία δεν μπορεί να αναγνωρίσει ως κανονικές ή έγκυρες. “ Πορσθέτει δε πως ο αντιδρών κληρικός πρέπει να αντικατασταθεί.

Ιδιαίτερη αναφορά κάνει και στην Ελλαδική Εκκλησία τονίζοντας πως η θέση των Ρουμάνων ήταν πως ορισμένα έγγραφα της Συνόδου χρειάζονται εξηγήσεις και αναλύσεις από μια μελλοντική Σύνοδο της Ορθόδοξης Εκκλησίας “Η ίδια ρεαλιστική στάση επιδείχθηκε και από άλλες τοπικές ορθόδοξες εκκλησίες. Για παράδειγμα, η Εκκλησία της Ελλάδας, στο δικό της Μήνυμα προς το Λαό δείχνει ότι «τα κείμενα υπόκεινται σε περαιτέρω μελέτη και οι πιστοί συμβουλεύονται να μην δίνουν βάρος στα λόγια εκείνων που τους υποκινούν να διαχωρίσουν τη θέση τους από αυτήν για να δημιουργήσουν χωριστές συγκεντρώσεις εκτός του πληρώματος της Εκκλησίας

«(Http://ecclesia.gr/epikairotita/main_epikairotita_next.asp?id=2044)

Τέλος εκτιμά πως το Άγιο Όρος εγκρίνει την Σύνοδο και πως η Ιερά Κοινότητα καταγγέλλει “τις τάσεις ορισμένων Χριστιανών να διαχωρίζονται από τον Ιεράρχη του, το πρόσχημα ότι η Σύνοδος της Κρήτης είχε εγκρίνει αιρετικά έγγραφα”