Ο τορπιλισμός της Έλλης: Πώς αντιμετωπίστηκε το γεγονός από την Κύπρο

Δημοσίευση: 13 Αυγούστου 2017, 1:22 μμ | Ανανέωση: Αύγουστος 13, 2017 στις 7:35 μμ

Ο τορπιλισμός της Έλλης, ήταν ένα τραγικό γεγονός, του οποίου ο αντίκτυπος ήταν ισχυρός και στην Κύπρο και αντίστοιχα δυναμικές ήταν και οι αντιδράσεις.

Γράφει ο κ. Πέτρος Παπαπολυβίου, σύμφωνα με το armynow.net

Αν και στην Ελλάδα το καθεστώς Μεταξά αντιμετώπισε με ψυχραιμία το γεγονός αποφεύγοντας να φανατίσει την κοινή γνώμη, στην Κύπρο το κλίμα ήταν εντελώς διαφορετικό.


Το νησί, βρετανική αποικία από το 1925, ως μέλος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας είχε εισέλθει στον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο από τον Σεπτέμβριο του 1939. Η Ιταλία ήταν επομένως, από την είσοδό της στον πόλεμο, ως σύμμαχος της χιτλερικής Γερμανίας, τον Ιούνιο 1940 εν δυνάμει εχθρός των Κυπρίων. Αυτό επιβεβαιώθηκε, εξάλλου, σαράντα περίπου μέρες μετά τον τορπιλισμό της «Έλλης», το μεσημέρι της Κυριακής 22ας Σεπτεμβρίου 1940, από τον πρώτο βομβαρδισμό της Κύπρου από ιταλικά αεροπλάνα.

Κωδικοποιώντας τις κυπριακές αντιδράσεις για τη βύθιση της «Έλλης» στεκόμαστε στις εξής δύο:

Οι ελληνικές εφημερίδες της Κύπρου λίγα εικοσιτετράωρα μετά τις 15 Αυγούστου 1940 ονομάζουν την Ιταλία του Μουσολίνι ως τον αυτουργό της δολοφονικής επίθεσης εναντίον του ελληνικού ευδρόμου και των προσκυνητών στην Τήνο.
Ευθύς αμέσως ξεκίνησε μια παγκύπρια ερανική εκστρατεία υπέρ ενίσχυσης του ελληνικού πολεμικού ναυτικού, με σύνθημα

Ήταν, για την περίοδο της σκληρής δικτατορίας που προηγήθηκε στην Κύπρο, της γνωστής με το όνομα «Παλμεροκρατία» (1931-1940) αδιανόητη τόσο για την εκδήλωσή της, όσο και για την έκτασή της. Ο κυβερνήτης Πάλμερ όμως ήταν ήδη στην Αγγλία, οριστικά μακριά από την Κύπρο, ενώ η Βρετανία αναζητούσε συμμάχους εναντίον του Χίτλερ.

Για μια ακόμη φορά οι Έλληνες της Κύπρου αυθόρμητα, χωρίς πολιτική οργάνωση και καθοδήγηση, αυτή τη φορά και χωρίς εκκλησιαστική ηγεσία, αφού ο (μοναδικός) μητροπολίτης Λεόντιος βρισκόταν περιορισμένος στην Πάφο, προσέφεραν χιλιάδες λίρες μέσα σε λίγες ημέρες υπέρ της Ελλάδας αποδεικνύοντας τη μαζικότητα και την καθολικότητα του ενωτικού κινήματος, που παρέμεινε ζωντανό εννιά χρόνια ύστερα από την επιβολή της αποικιακής αντεπανάστασης που ακολούθησε την οκτωβριανή εξέγερση του 1931.
Ο τορπιλισμός της Έλλης και τα πρωτοσέλιδα

Τα παραπάνω απεικονίζονται εύγλωττα στο πρωτοσέλιδο της καθημερινής εφημερίδας της Λευκωσίας, «Νέος Κυπριακός Φύλαξ», που παραθέτουμε και πιο κάτω.

Ο πρωτοσέλιδος τίτλος του φύλλου της 16ηςΑυγούστου 1940 ήταν:

«Άνανδρος τορπιλλισμός του ελληνικού ευδρόμου “Έλλη” υπό “αγνώστου” υποβρυχίου παρά την νήσον Τήνον. Ο ελληνικός τύπος απαντά με αξιοπρέπειαν και θάρρος εις τας συνεχιζομένας ιταλ. προκλήσεις κατά της Ελλάδος. Σύσκεψις του πρωθυπουργού Μεταξά μετά του Βασιλέως.»

Στο ίδιο πρωτοσέλιδο, μια άλλη εσωτερική είδηση έχει τίτλο: «Το σωματείον “Τραστ” εισέφερε τριάκοντα λίρας υπέρ του ελλην. στόλου.» Ήταν η πρώτη αντίδραση, σχεδόν ακαριαία, του σωματείου της Λευκωσίας, την ίδια μέρα με τον τορπιλισμό της «Έλλης».

Στην ίδια είδηση η εφημερίδα συμπληρώνει: «Ο “Νέος Κυπριακός Φύλαξ” θα διαβιβάζη ευχαρίστως προς το Βασιλικόν Προξενείον της Ελλάδος πάσαν τυχόν εισφοράν γινομένην μέσω του Ελλην. Πολεμικού Ναυτικού.»

Την επομένη, 17 Αυγούστου, στην ίδια εφημερίδα ο Βίας Ι. Μαρκίδης έγραφε στο κύριο άρθρο με τίτλο “Ο τορπιλισμός της Έλλης”:

«Την στιγμήν καθ’ ην δεκάδες χιλιάδων πιστών εξέπεμπον δεήσεις προς την Μεγαλόχαρην και η «Έλλη» με πλήρη εορτάσιμον σημαιοστολισμόν προσέδιδε εθνικόν χαρακτήρα εις την μεγάλην θρησκευτικήν εορτήν, το «άγνωστον», αλλά πάντως μισαρόν υποβρύχιον προεκάλει την τραγωδίαν επιτιθέμενον κατά ηγκυροβολημένου ουδετέρου σκάφους και κατά γυναικοπαίδων επί της προκυμαίας της Νήσου!»

(…) Δεν πρόκειται ενταύθα να ριψοκινδυνεύσωμεν συμπεράσματα, κατά πόσον δηλ. ευρισκόμεθα ενώπιον πολεμικής ενεργείας ή όχι. Τούτο θα αποκαλυφθή εντός των ολίγων προσεχών ημερών, όπως επίσης θα καταστή φανερόν πού οδηγεί η απροκάλυπτος πολεμική του ιταλικού τύπου και των ιταλικών ραδιοφώνων κατά της Ελλάδος σχετικώς με το ανύπαρκτον ζήτημα της Τσαμουργιάς, και «τα δεινά των Αλβανών, των ζώντων υπό τον ελληνικόν ζυγόν». Εν τούτοις δεν διστάζομεν να εκφράσωμεν την ικανοποίησίν μας διά τον συγκρατημένον τρόπον, με τον οποίον εχειρίσθη το όλον ζήτημα η κυβέρνησις Μεταξά και να εκφράσωμεν με υπερηφάνειαν την πεποίθησίν μας, ότι, εάν η Ελλάς υποστή επίθεσιν, δεν θα υποκύψη τόσον ευκόλως, όσον ίσως πιστεύουν οι ολίγοι εχθροί της. Οι Έλληνες, εις οιονδήποτε σημείον του κόσμου και εάν ευρίσκωνται, θα το θεωρήσουν υψίστην τιμήν των, εάν δυνηθώσι να προσφέρωσι το αίμα των. Το έπραξαν πάντοτε εις παρελθόν και δεν θα διστάσουν να το πράξουν και τώρα, εάν απειληθή έστω και μία σπιθαμή ελληνικού εδάφους.»
Ο συγκινητικός έρανος των Ελληνοκυπρίων για τη νέα “Έλλη”

Οι έρανοι για «τη νέα Έλλη» συνεχίστηκαν στην Κύπρο για αρκετές βδομάδες, και όπως συνέβη πολλές φορές στην ιστορία του κυπριακού ενωτικού κινήματος περιλάμβαναν και τον οβολό της χήρας αλλά και το τάλαντον των πλουσίων.

Μέχρι τα μέσα Σεπτεμβρίου 1940 είχε παραδοθεί στο Ελληνικό Προξενείο Λευκωσίας το ποσό των 1300 λιρών, ενώ την ίδια περίοδο οι έρανοι υπολογίζονταν ότι έφτασαν τις 5.000 λίρες.

Ήταν ουσιαστικά, το προανάκρουσμα για τον παγκύπριο ερανικό συναγερμό υπέρ της Ελλάδας που ακολούθησε την 28η Οκτωβρίου 1940, αλλά και η επιβεβαίωση της πανηγυρικής συστράτευσης των Ελλήνων της Κύπρου στον αγώνα εναντίον του φασισμού. Με την ελπίδα της δικής τους εθνικής αποκατάστασης, της ένωσης με την Ελλάδα.

Το πρωτοσέλιδο του «Νέου Κυπριακού Φύλακος» της 16ης Αυγούστου 1940 :

Το παρόν άρθρο δημοσιεύτηκε από τον καθηγητή κ. Πέτρο Παπαπολυβίου, την 15 Αυγ 2015, στην προσωπική του ιστοσελίδα papapolyviou.com με τίτλο : «Ο τορπιλισμός της «Έλλης» και η Κύπρος»
Σύντομο βιογραφικό του καθηγητή κ. Πέτρου Παπαπολυβίου :

Ο Πέτρος Παπαπολυβίου γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1960 και μέχρι την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, το 1974, κατοικούσε στη Λάπηθο της επαρχίας Κερύνειας.

Είναι πτυχιούχος της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και διδάκτωρ φιλοσοφίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας της ίδιας σχολής. Διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Κύπρου από το 2002, όπου σήμερα είναι αναπληρωτής καθηγητής σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.

Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα και το συγγραφικό του έργο επικεντρώνονται κυρίως στη σύγχρονη ελληνική ιστορία και στην πολιτική ιστορία της Κύπρου 1878-1960.