Συγκλονίζει το μήνυμα της Νανάς Καραγιάννη που είπε σε φίλη της: «Όταν πεθάνω να πεις σε όλους ότι ήθελα να ζήσω»

Δημοσίευση: 28 Ιουνίου 2017, 2:03 μμ

Συγκλονίζει η δημοσιογράφος και κολλητή φίλη της Νανάς Καραγιάννη, Αφροδίτη Υψηλάντη, με τα μηνύματα που ανήρτησε στα social media. Η κ. Υψηλάντη, που στάθηκε δίπλα στη Νανά στη μεγάλη της περιπέτεια, προκαλεί ρίγη συγκίνησης στους διαδικτυακούς της φίλους, με τα λόγια της για τον θάνατο της αγαπημένης της φίλης.


Η Νανά Καραγιάννη πάλεψε γενναία για δέκα χρόνια με τη νευρική ανορεξία, αλλά έχασε τη μάχη. Ήταν μόλις 38 ετών. Η Αφροδίτη Υψηλάντη, στο μήνυμά της τόνισε ότι θα της λείψει η φίλη της και τα «ψέματα» που της έλεγε: παρά τις διαβεβαιώσεις της Νανάς Καραγιάννη ότι έτρωγε και έπαιρνε τη φαρμακευτική της αγωγή, η Αφροδίτη Υψηλάντη δεν την πίστευε. Όσο για τη φράση της Νανάς που χαράχτηκε στη μνήμη της ήταν: «Όταν πεθάνω-που δεν θα πεθάνω- να πεις σε όλους ότι ήθελα να ζήσω».

Διαβάστε τα μηνύματα της Αφροδίτης Υψηλάντη:
«Νανού…. Νανού…Νανού… Με κορόιδεψες πάλι… Δεν το πιστεύω ότι δεν θα σε ξαναδώ…. Γιατί μπουμπούκα μου? Ποιος θα μου λέει τα ψεματάκια σου «Ναι έφαγα βρε…Μην ανησυχείς…. Ναι πήρα τα χάπια μου…Μην ανησυχείς… » Ολο «ναι» μου έλεγες και νόμιζες πως σε πίστευα… Αυτό σε ευχαριστούσε… Και τώρα? Ποιος θα με κοροιδεύει?

Ποιος θα μου φέρνει το φρέσκο τσουρεκάκι απ΄το φούρνο, γιατί όπως έλεγες «εγώ με άδεια χέρια δεν έρχομαι σπίτι σου»? Γιατί Νανού μου?

Μάλλον πλάκα μου κάνεις… Ετσι δεν είναι?
Θα σε βρω και θα τα «πούμε» από κοντά…. Ησουν μοναδική ψυχή… Ησουν η φίλη που όλες ήθελαν να είχαν δίπλα τους…
Και κει που πας να προσέχεις ή μάλλον,να τους προσέχεις!
Ματάρες μου, καλό δρόμο !»


«Αναπαύσου εν ειρήνη Νανού μου. Χωρίς το οξυγόνο, χωρίς τους ορούς, χωρίς πόνους στα κόκαλα, χωρίς να μ΄εκλιπαρείς για μια ένεση. Εκείνο, όμως, που θα κρατήσω από σένα, είναι μία φράση που με συγκλόνισε: » Οταν πεθάνω-που δεν θα πεθάνω- να πεις σε όλους ότι ήθελα να ζήσω».

Το μελαγχολικό ταξίδι μιας κοπέλας που δεν μπόρεσε να ζήσει
Η Νανά είχε κουραστεί να παλεύει, η Νανά είχε εξουθενωθεί, η Νανά είχε εξαντληθεί παλεύοντας με την νευρική ανορεξία, είχε ξεχάσει πώς είναι να ζει χωρίς να είναι πραγματικά η σκιά του εαυτού της.

Δεν μπορούσε πια να θυμηθεί πώς ήταν η ζωή της πριν βυθιστεί σε αυτή την κατάσταση από την οποία δεν μπόρεσε τελικά να ξεφύγει ποτέ και δεν μπορούσε να ανακαλέσει στη μνήμη της την αρχή που την οδήγησε σταδιακά στο τέλος.

Θυμόταν τη μαμά της να τη μαλώνει όταν έπαιρνε σαν κοριτσάκι κάποια κιλά, σε ένα σπίτι όπου η κατάσταση δεν ήταν αυτό που θα μπορούσε να περιγραφεί ως μια ευτυχισμένη οικογένεια.

Μεγαλώνοντας μπορεί να είχε πάρει την απόφαση να είναι πάντα στιλάτη, χωρίς περιττά κιλά, γι’ αυτό και άρχισε να αποβάλλει ότι κανονικά έπρεπε να μένει ως τροφή στο καλλίγραμμο σώμα της.

Τότε ήταν μια νεαρή έφηβη, που δεν είχε κανένα λόγο να το κάνει, ακόμη και αν τα όνειρά της για σπουδές στη Νοσηλευτική, μπήκαν στη άκρη όταν σε ηλικία δεκαπέντε ετών, αποφάσισε να δοκιμάσει -ίσως και για πλάκα- την εμπειρία του μόντελινγκ.

Με συμμάχους της ένα αδιαμφισβήτητα όμορφο πρόσωπο, ένα πολύ προσεγμένο σώμα και ένα ψέμα για την ηλικία της-ήταν δεκαπέντε και είπε ότι ήταν δέκα οχτώ-η Νανά ξεκινάει να κάνει κάστινγκ για διάφορες δουλειές.

Σε ένα από αυτά θα γνωρίσει τον Δημήτρη Παπανώτα, τότε δυνατό όνομα στο ξεχασμένο σήμερα ακόμη και από τη μηντιακή λήθη New Channel, ο οποίος τη βγάζει στο γυαλί.
Θα μείνει μαζί του στην εκπομπή «Μύθοι και αλήθειες» για πέντε χρόνια, ενώ η γνωριμία της με τον τότε πανίσχυρο Νίκο Μαστοράκη του Ant1 θα της χαρίσει κάποιους ρόλους σε σίριαλ του καναλιού.

Στα είκοσι χρόνια της είναι μια αναγνωρίσιμη κοπέλα, η οποία ερωτεύεται τον Γιώργο, έναν νεαρό τον οποίο θα παντρευτεί με κουμπάρο τον Παπανώτα, ο οποίος την αγαπάει πολύ.
Το τέρας της νευρικής ανορεξίας δεν λείπει ποτέ από τη ζωή της, απλά η εικόνα της εκείνη την περίοδο δεν παρέπεμπε οπτικά σε μια άρρωστη κατάσταση.

Λένε ότι οι άνθρωποι που αγαπάμε πολύ, μας πληγώνουν κάποιες φορές, όχι επειδή θέλουν το κακό μας, αλλά επειδή νοιάζονται για μας και δεν θέλουν να μας χαϊδεύουν τα αυτιά.
Ήθελε να πιστέψουν όλοι ότι έτρωγε
Μια μέρα που πιθανότατα δεν ξέχασε κανείς από τους δυο τους η Καραγιάννη με τον Παπανώτα, συναντιούνται για να τα πουν σε μια καφετέρια στα Μελίσσια.

Ο δημοσιογράφος διαπιστώνει ότι η Νανά έχει αδυνατίσει πολύ, και της το λέει, τονίζοντάς της ότι πρέπει οπωσδήποτε να βάλει κάποια κιλά, όμως η φίλη του αρνείται ότι έχει κάτι.
Είναι η εποχή που δουλεύει στο STAR μαζί με την Χριστίνα Λαμπίρη, έχει αφήσει ήδη πίσω της το διαζύγιο με τον Γιώργο και είναι πάλι ερωτευμένη, με ένα απλό παιδί.

Η κουβέντα θα ανάψει όταν Δημήτρης επιμένει ότι η εικόνα της είναι αυτή μιας γυναίκας άρρωστης, που πρέπει να απευθυνθεί σε ειδικούς για το πρόβλημά της.

Το ραντεβού για καφέ τελειώνει άμεσα όπως και η σχέση τους, αφού από εκείνη την ημέρα η Νανά δεν θα ξαναμιλήσει ποτέ με τον κουμπάρο της.

Λίγους μήνες μετά παντρεύεται στο Δημαρχείο του Αμαρουσίου, τον Γιάννη Κωτσόπουλο, ένα νεαρό παιδί που εργαζόταν ως delivery boy σε πιτσαρία.

Η Χριστίνα Λαμπίρη και ο Θοδωρής Ρακιντζής είναι μάρτυρες στο ευτυχές γεγονός και ο φωτογραφικός φακός αποτυπώνει το χαμόγελο της Νανάς όταν υπογράφει, φορώντας ένα λευκό φόρεμα, πιο αδύνατη από ποτέ.

Σταδιακά αδυνατίζει όλο και πιο πολύ και τα τεράστια μπλε μάτια της χάνουν θαρρείς την λάμψη τους, πάνω στο αποστεωμένο πλέον πρόσωπό της.

Η εικόνα της θυμίζει πλέον ένα υποσιτισμένο κορίτσι, με τα χέρια της να κρέμονται, τα κόκαλα τους να είναι σχεδόν διακριτά όμως η ίδια λέει ότι τρώει.

Είναι ενεργή στα social media, όπου ειδικά τα τελευταία χρόνια, ανέβαζε συνεχώς εικόνες με την ίδια σε ταβέρνες, μεζεδοπωλεία ή ρεστοράν, έχοντας μπροστά της πάρα πολλά πιάτα με διάφορα φαγητά.

Ήθελε να κάνει τους πάντες να πιστέψουν ότι έτρωγε και όπως λένε αυτοί που τη γνώρισαν πολύ καλά, έτρωγε αλλά δεν κράταγε την τροφή μέσα της.

Το ευτυχισμένο της χαμόγελο, έκρυβε πίσω του μια εφιαλτική προσωπική περιπέτεια, που δυστυχώς για τη Νανά έμελλε να την ταλαιπωρήσει μέχρι την τελευταία μέρα της ζωής της.
Πολλοί φίλοι της επώνυμοι και ανώνυμοι προσπάθησαν να τη βοηθήσουν, να την πείσουν ότι πρέπει να γίνει καλά, ότι πρέπει να νοσηλευθεί.

Στην προσωπική της ζωή η ευτυχία ρίχνει πάνω της μόνο κάποιες μικρές σταγόνες, ο δεύτερος γάμος της τελειώνει κι’ αυτός άδοξα, ενώ ούτε ο τρίτος δεν θα στεριώσει.

Η μάχη της με την νευρική ανορεξία λένε κάποιοι, ουσιαστικά δεν δόθηκε ποτέ, παρά μόνο επιφανειακά από τη Νανά, ίσως επειδή δεν μπορούσε, ίσως επειδή η ίδια πίστευε ότι αυτό που έβλεπε στον καθρέφτη δεν ήταν αυτό που έβλεπαν οι άλλοι.

Το πρώτο νοσοκομείο, οι ειδικοί, η θεραπεία και η εσπευσμένη είσοδος στην εντατική πέρυσι ήταν επεισόδια μιας μελαγχολικής ζωής, όπου τα χαμόγελα της Νανάς περίσσευαν.

Απλά, δεν ήταν αρκετά για να την κρατήσουν ανάμεσά μας…