Η ύψιστη τιμή για τους νέους της Αρχαίας Ελλάδας η υπηρέτηση της στρατιωτικής τους θητείας

Δημοσίευση: 18 Μαρτίου 2017, 11:54 μμ

Οι οπλίτες στην αρχαία Ελλάδα που θεωρούσαν τιμή τους τη στρατιωτική θητεία. Προέρχονταν από την τάξη των ελεύθερων πολιτών και ο εξοπλισμός τους ζύγιζε 27 κιλά…

Ο οπλίτης στην αρχαία Ελλάδα, ήταν  στρατιώτης πεζικού με βαρύ οπλισμό που πολεμούσε σε σχηματισμό φάλαγγας.  Ο πειθαρχημένος οπλίτης της πόλης-κράτους, εμφανίστηκε τον 7° αιώνα, με ιερή αποστολή να υπερασπίζεται την ελευθερία και την ανεξαρτησία της πατρίδας του.

Ο πρώτος που χρησιμοποίησε τη λέξη «φάλαγγα» ήταν ο Όμηρος που απέδωσε την έννοια της οργανωμένης γραμμής μάχης. Η τακτική ήταν απλή. Διαδοχικές σειρές από βαριά οπλισμένους οπλίτες, σε πολύ κοντινή απόσταση μεταξύ τους, έρχονταν σε μετωπική σύγκρουση με την αντίπαλη ομάδα οπλιτών. Η πρώτη σειρά μόνο πολεμούσε, ενώ οι πίσω σειρές έσπρωχναν, με σκοπό τη δημιουργία ρήγματος στην πλευρά του αντιπάλου.


Κάθε οπλίτης κάλυπτε με την ασπίδα του, την αριστερή μόνο πλευρά του, που ήταν και η δεξιά του διπλανού του . Ο Θουκυδίδης, ήταν ο πρώτος που επισήμανε την τάση των οπλιτών, να στρίβουν ασυναίσθητα δεξιά στην μάχη για να καλύψουν εκείνη την πλευρά τους. Σκοπός κάποιου πολέμου κατά την εποχή των πόλεων-κρατών, δεν ήταν η απόλυτη καταστροφή της αντίπαλης πόλης, αλλά η υποταγή της, ώστε να πληρώνει φόρο υποτέλειας.

Η καταγωγή των οπλιτών

Οι οπλίτες κατάγονταν από τις μεσαίες τάξεις των ελεύθερων πολιτών, που ήταν η πιο σημαντική και ανερχόμενη πολιτική δύναμη των πόλεων-κρατών. Οι οπλίτες με εξαίρεση τους Σπαρτιάτες, δεν ήταν επαγγελματίες στρατιώτες. Ήταν πολίτες που έκαναν το χρέος τους προς την πατρίδα σε περίοδο πολέμου. Ο βασικός κανόνας στους πολέμους που διεξήγαγαν οι Έλληνες στην αρχαιότητα, ήταν η αποφυγή της αιματοχυσίας. Δεν επεδίωκαν πολύνεκρες μάχες, οι οποίες θα αποστερούσαν το πιο ζωτικό, οικονομικά και πολιτικά, κομμάτι της. Την κυρίαρχη τάξη των ελεύθερων πολιτών. Ο πόλεμος υπηρετούσε τα δημοκρατικά συμφέροντα της Αθήνας ακόμη και αν έβλαπτε των αντιπάλων. Ο Αισχύλος θεωρούσε την περίοδο που υπηρέτησε ως οπλίτης, την σπουδαιότερη της ζωής του.

Ο οπλισμός

Ο οπλισμός, διακρινόταν σε επιθετικό και αμυντικό, δίνοντας μεγαλύτερη βαρύτητα στην αμυντική θωράκιση του πολεμιστή. Η λέξη οπλίτης προέρχεται από το «όπλον», που σήμαινε αρχικά την ασπίδα. Επομένως οπλίτης, ήταν εκείνος που έφερε την ασπίδα….

Άλλα μέρη του οπλισμού ήταν: οι επωμίδες, οι κνημίδες, ο θώρακας και το ξίφος. Οι οπλίτες συνήθως φόραγαν την πανοπλία τους, λίγο πριν τη μάχη, καθώς ο εξοπλισμός ήταν ιδιαίτερα βαρύς – έφτανε ακόμα και τα 27 κιλά. Έπρεπε ο ίδιος να φροντίζει την προμήθεια και την συντήρηση του ατομικού του οπλισμού. Πολλές φορές οι πατεράδες μεταβίβαζαν τα όπλα τους στους γιους τους, καθώς εκτός από τη βαριά κληρονομιά που τους έδιναν τους γλύτωναν και από μια μεγάλη δαπάνη. Αυτή η συνήθεια πολλές φορές δημιουργούσε σύγχυση την ώρα της μάχης, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται συμπλοκές μεταξύ φίλιων οπλιτών.

Οι Σπαρτιάτες είχαν επάνω στην ασπίδα τους χαραγμένο το γράμμα «Λ» . Η εκπαίδευση ήταν καθημερινή από τη νεανική ηλικία στις παλαίστρες και στα διάφορα αθλήματα και σταδιακά γινόταν οργανωμένα αναλόγως την πόλη και φυσικά τη χρονική περίοδο που εξετάζουμε. Πληροφορίες αντλήθηκαν από την επίσημη σελίδα του Γενικού Επιτελείου Στρατού…

ΠΗΓΗ: theancientwebgreece.wordpress.com

  • Δωριεύς

    Παιᾶν Σπαρτιατῶν

    » Ἄγετ᾿, ὢ Σπάρτας εὐάνδρω κῶροι πατέρων πολιατᾶν λαιᾷ μὲν ἴτυν προβάλεσθε, δόρυ δ᾿ εὐτόλμως ἄνχεσθε, μὴ φειδόμενοι τὰς ζωάς· οὐ γὰρ πάτριον τᾷ Σπάρτᾳ! «.

    Ὅρκος Ἀθηναίων ἐφήβων

    » Οὐ καταισχυνῶ τὰ ὅπλα τὰ ἱερὰ, οὐδ’ ἐγκαταλείψω τὸν παραστάτην ὅτῳ ἂν στοιχήσω, ἀμυνῶ δὲ καὶ ὑπὲρ ἱερῶν καὶ ὁσίων καὶ μόνος καὶ μετὰ πολλῶν, καὶ τὴν πατρίδα οὐκ ἐλάσσω παραδώσω, πλείω δὲ καὶ ἀρείω ὅσης ἂν παραδέξωμαι, καὶ εὐηκοήσω τῶν ἀεὶ κραινόντων ἐμφρόνως καὶ τοῖς θεσμοῖς τοῖς ἰδρυμένοις πείσομαι καὶ οὕστινας ἂν ἄλλους τὸ πλῆθος ἰδρύσηται ὁμοφρόνως καὶ ἂν τις ἀναιρῇ τοὺς θεσμοὺς ἢ μὴ πείθηται, οὐκ ἐπιτρέψω, ἀμυνῶ δὲ καὶ μόνος καὶ μετὰ πολλῶν καὶ ἱερὰ τὰ πάτρια τιμήσω. ἵστορες τούτων Ἄγλαυρος, Ἐνυάλιος, Ἄρης, Ζεύς, Θαλλώ, Αὐξώ, Ἡγεμόνη.»