ΓΣΕΒΕΕ: Ανάγκη επαναπροσανατολισμού της οικονομικής πολιτικής

Δημοσίευση: 18 Νοεμβρίου 2016, 10:39 πμ

Την ανάγκη επαναπροσανατολισμού της οικονομικής πολιτικής προς μια κατεύθυνση φιλικότερη για την εργασία, ιδιαίτερα στην Ελλάδα, επεσήμανε ο πρόεδρος της ΓΣΕΒΕΕ κ. Γιώργος Καββαθάς στο πλαίσιο της συμμετοχής του στο συνέδριο «Το μέλλον της Εργασίας που θέλουμε» που πραγματοποιήθηκε στις Βρυξέλλες.

Όπως τόνισε ο κ. Καββαθάς, η πορεία των οικονομικών και κοινωνικών μεγεθών δείχνει ότι είναι επιτακτικός ο αναπροσανατολισμός της οικονομικής πολιτικής προς μια κατεύθυνση φιλικότερη για τις δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις, την έρευνα, την καινοτομία, την παραγωγική και ειδικευμένη εργασία και την αξιοποίηση και ενσωμάτωση της τεχνολογικής αλλαγής προς όφελος της κοινωνικής ευημερίας και των τοπικών οικονομιών.

«Υπό το πρίσμα της επικείμενης διαπραγμάτευσης για την ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης, η ΓΣΕΒΕΕ θεωρεί ότι τα συμπεράσματα των εργασιών του συνεδρίου θα πρέπει να αποτιμηθούν και να αξιοποιηθούν από τους διεθνείς θεσμούς και την ελληνική κυβέρνηση, δήλωσε ο πρόεδρος της ΓΣΕΒΕΕ.

Η ΓΣΕΒΕΕ διαπιστώνει ότι οι ευρωπαϊκοί θεσμοί και οι κοινωνικοί εταίροι έχουν αναγνωρίσει τις σύγχρονες προκλήσεις και έχουν αντιληφθεί τα σοβαρά προβλήματα που προέκυψαν μέσα από ένα μίγμα αποδιάρθρωσης της αγοράς εργασίας, υποβάθμισης του στόχου της πλήρους απασχόλησης και του κοινωνικού κράτους (εκφρασμένα με μειώσεις δαπανών κοινωνικής προστασίας και χαμηλότερο επίπεδο κοινωνικής ασφάλισης).

Ο διάλογος στις ευρωπαϊκές δομές εκτυλίσσεται πάνω σε μια σαφή προοδευτική βάση, με παραγωγικό προσανατολισμό, που δίνει την πρώτη ύλη προβληματισμού και τα πραγματικά δεδομένα στα όργανα λήψης αποφάσεων ώστε να προβούν στις απαραίτητες παρεμβάσεις. Ωστόσο, η απόσταση μεταξύ των εύλογων αιτημάτων της ακαδημαϊκής κοινότητας, των κοινωνικών φορέων και των διεθνών παρατηρητών και των κέντρων λήψης αποφάσεων παραμένει μεγάλη.


Στην περίπτωση της εφαρμοζόμενης οικονομικής πολιτικής στην Ελλάδα, παραμένει εξαιρετικά αβέβαιο κατά πόσο οι συγκεκριμένες ώριμες θεωρήσεις και προτάσεις πολιτικής μπορούν να αντικαταστήσουν αυτό που συντελείται,  ένα «επιθετικό μίγμα πλήρους απορρύθμισης της αγοράς εργασίας, που ξεκινά από το ουσιαστικό πάγωμα των συλλογικών διαπραγματεύσεων, την απελευθέρωση απολύσεων και εκτείνεται ως την προτεινόμενη θεσμοθέτηση ενός υπο-κατώτατου μισθού και ακόμη πιο μειωμένου αφορολόγητου.

Και όλα αυτά συμβαίνουν τη στιγμή που στην Ελλάδα, σύμφωνα με τις πρόσφατες επίσημες στατιστικές, που επιβεβαιώνουν τα πορίσματα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, διευρύνεται ο αριθμός των εργαζόμενων που απασχολούνται με ευέλικτες μορφές εργασίας (πάνω από το 60% των νέων θέσεων εργασίας είναι μερικής/ εκ περιτροπής), ενώ το κατώφλι της σχετικής φτώχειας και το δίχτυ κοινωνικής προστασίας μειώνεται έτι περαιτέρω (το κατώφλι φτώχειας από τις 7178€ το 2010, κατέρρευσε στις 4512€ το 2015, καταδεικνύοντας τη δραματική πτώση των εισοδημάτων.)

Η πορεία των οικονομικών και κοινωνικών μεγεθών δείχνει ότι είναι επιτακτικός ο αναπροσανατολισμός της οικονομικής πολιτικής προς μια κατεύθυνση φιλικότερη για τις δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις, την έρευνα, την καινοτομία, την παραγωγική και ειδικευμένη εργασία και την αξιοποίηση και ενσωμάτωση της τεχνολογικής αλλαγής προς όφελος της κοινωνικής ευημερίας και των τοπικών οικονομιών.

Σε αυτό συμφωνεί σχεδόν το σύνολο των ευρωπαϊκών θεσμών και οργανώσεων, και προκαλεί απορία ο τρόπος με τον οποίο διαμορφώνονται στο εσωτερικό της χώρας για  άλλη μια φορά οι απαιτήσεις των θεσμών καθώς και η συνολική ατζέντα οικονομικής πολιτικής. Στην επικείμενη διαπραγμάτευση για τη δεύτερη αξιολόγηση, η κυβέρνηση έχει καθήκον να λάβει υπόψη αυτά τα δίκαια και καθολικά πλέον αιτήματα της καλύτερης και αποτελεσματικότερης οργάνωσης της αγοράς εργασίας, της ενδυνάμωσης των θεσμών και των εργαλείων διαπραγμάτευσης και της απόκρισης έναντι νέων κινδύνων και προκλήσεων, που δημιουργούν αβεβαιότητες και υποβαθμίζουν τις προοπτικές βιώσιμης ανάκαμψης».