Το εκκλησιολογικό και κανονικό ολίσθημα της Συνόδου του Κολυμπαρίου

Δημοσίευση: 15 Οκτωβρίου 2016, 6:17 μμ

Αρχιμ. Κυρίλλου Κωστοπούλου
Ιεροκήρυκος Ι. Μ. Πατρών
Δρος Θεολογίας


Μετά την ανακοίνωση των αποφάσεων της συγκληθείσης συνόδου τον Ιούνιο του 2016 στο Κολυμπάρι της Κρήτης θα ήθελα να τοποθετηθώ ως Κανονολόγος στα της παραγράφου (που είναι και η σημαντικώτερη), της αναφερομένης στις σχέσεις της ΜΙΑΣ, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας με τις υπόλοιπες αιρετικές ομάδες, τις αυτοαποκαλούμενες «εκκλησίες».
Δυστυχώς, ο Οικουμενικός Πατριάρχης και η πλειονότης των Επισκόπων των απαρτισάντων την σύνοδο αυτή ομολογούν ότι υπάρχουν και άλλες «εκκλησίες», ετερόδοξες μεν, αλλά πάντως «χριστιανικές εκκλησίες».

Είναι δυνατόν να αποδεχώμεθα τις αιρετικές ομάδες, των Παπικών και Προτεσταντών, ως «εκκλησίες»; Είναι δυνατόν να πρεσβεύουν «ετέρα δόξα» (δόξα=γνώμη, πίστη, Liddell-Scott, Μ. Λεξικόν, 1, 643), άλλη δηλαδή πίστη από εκείνην, την οποία διακηρύσσει η Αγία Γραφή και η Αγιοπατερική μας Παράδοση και να γίνωνται δεκτές ως «εκκλησίες»; Αυτό είναι καθαρός συγκρητισμός και επάρατος οικουμενισμός.

Η Εκκλησία του Θεανθρώπου Κυρίου είναι ΜΙΑ. Και τούτο για τον λόγο ότι το Σώμα του Χριστού είναι ΕΝΑ. Ο Απόστολος των Εθνών Παύλος το τονίζει: «Έν σώμα εσμέν εν Χριστώ» (Ρωμ. 12, 5) και «Μεμέρισται ο Χριστός;» (Α´ Κορ. 1, 13). Κομματιάζεται ο Χριστός; Ο Ίδιος ο Θεάνθρωπος δεν είπε στον μαθητήν Του Απόστολο Πέτρο «οικοδομήσω μου την εκκλησία…» (Ματθ. 16, 18); Την Εκκλησία, είπε, όχι τις Εκκλησίες!

Ο Μ. Βασίλειος στον 1ο κανόνα του ομιλεί σαφώς για τους «καταλιπόντες την καθολικήν εκκλησίαν» (Ράλλη-Ποτλή, Σύνταγμα τ. 3, 89) και τους διαχωρίζει σε αιρετικούς, σχισματικούς και αποσυναγώγους ανάλογα με το βάθος της πλάνης, στην οποία έχουν υποπέσει. Δεν αποκαλεί «εκκλησίες» τις νεοπαγείσες συνάξεις, τις ψευδεπιγράφως και παραπλανητικώς ονομαζόμενες «χριστιανικές», αλλά τις αντιδιαστέλλει απολύτως από την ΜΙΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ, την αποκλειστικώς κατέχουσα το πλήρωμα της αληθείας. Ομολογεί δε ότι τους αιρετικούς ετεροδόξους «ως ασεβείς αποφεύγομεν και αναθεματίζομεν» (επ. 226, PG 32, 849).


Oι δε κανόνες των Οικουμενικών Συνόδων 8ος της Α´, 7ος της Β´ και 95ος της ΣΤ´ ρυθμίζουν τον τρόπο υποδοχής και αποδοχής στο Σώμα της Μίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας των «προστιθεμένων τη ορθοδοξία, και τη μερίδι των σωζομένων από αιρετικών». Και τούτο γιατί ποτέ η Εκκλησία δεν αποδέχθηκε τους αποκοπέντες ως νέες φυτείες ή κλάδους του ενός δένδρου. Πάντοτε διεκήρυττε ότι όποιος εξέρχεται εκ του ΕΝΟΣ ΣΩΜΑΤΟΣ της ΜΙΑΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ εξέρχεται της «των σωζομένων μερίδος» και ποτέ δεν ανεγνώρισε τα δήθεν μυστήριά τους ως έγκυρα, ούτε και αυτό το βάπτισμά τους (βλ. 46ο κανόνα των Αγίων Αποστόλων).

Ο καθηγητής και επίσκοπος Νικόδημος Μίλας γράφει σχετικά με τα ανωτέρω: «Επειδή μία κεφαλή της Εκκλησίας υπάρχει, δηλονότι ο Ιησούς Χριστός, δέον η Εκκλησία, η το Σώμα Αυτού αποτελούσα, να ή ενιαία, μία» (Εκκλησ. Δίκ. [1906] 294).Ο δε Μ. Βασίλειος έγραφε στους Ιταλούς και τους Γάλλους Επισκόπους: «Τους την αποστολικήν ομολογούντας πίστιν, άπερ επενόησαν σχίσματα διαλύσαντας, υποταγήναι του λοιπού τη αυθεντία της Εκκλησίας» (επ. 92, PG 32, 481). Εκείνοι, οι οποίοι ομολογούν την αποστολική πίστη να διαλύσουν τα σχίσματα που επενόησαν και εις το εξής να υποταχθούν εις την αυθεντία της Εκκλησίας. Διότι, λέγει ο Ιερός Χρυσόστομος, «οίκος εστιν η Εκκλησία πατρικός· έν σώμα και έν πνεύμα» (PG 62, 87). Όλα τα άλλα μορφώματα, τα οποία αποκαλούνται Εκκλησίες (Παπισμός, Προτεσταντισμός, Ουνία κ.τ.λ.) είναι ομάδες αποκεκομμένες από το ένα Σώμα της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας. Εκείνος ο οποίος θα ονομάση «εκκλησία» κάθε ένα από αυτά τα αιρετικά μορφώματα, τοποθετείται αυτομάτως στον χώρο της αιρέσεως.

Ο Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς ομιλεί καθαρά περί τούτου: «Η Εκκλησία είναι μία και μοναδική, διότι είναι το Σώμα του Ενός και μοναδικού Χριστού […] ποτέ δεν υπήρχε διαίρεσις της Εκκλησίας, αλλά μόνον χωρισμός από την Εκκλησίαν […] Εκ της μίας, αδιαιρέτου Εκκλησίας του Χριστού εις διαφόρους καιρούς απεσχίσθησαν και απεκόπησαν οι αιρετικοί και σχισματικοί, οι οποίοι κατά συνέπειαν έπαυσαν να είναι μέλη της Εκκλησίας και σύσσωμοι του Θεανθρωπίνου Σώματός της. Τοιούτοι ήσαν πρώτον οι Γνωστικοί, κατόπιν οι Αρειανοί και Πνευματομάχοι, έπειτα οι Μονοφυσίται και Εικονομάχοι και τέλος οι Ρωμαιοκαθολικοί καὶ οι Προτεστάνται και Ουνίται και όλη η άλλη αιρετική λεγεών» (Ορθόδοξος Εκκλησία και Οικουμενισμός [1974] 82).

Είναι δυνατόν να μην γνωρίζουν την αλήθεια περί της ΜΙΑΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ο Οικουμενικός Πατριάρχης και οι Ορθόδοξοι Επίσκοποι και να αγκαλιάζουν τους αιρετικούς, διχάζοντες το Ορθόδοξο ποίμνιο;

Στην Κρήτη, όχι μόνον δεν κατεδίκασαν τις πολλές αιρέσεις του Παπισμού και του Προτεσταντισμού, αλλά εστράφησαν και εναντίον της δογματικής διδασκαλίας της Β´Οικουμενικής Συνόδου περί της Μίας Εκκλησίας. Η Σύνοδος αυτή καθαρά ομολόγησε την μοναδικότητα της Εκκλησίας: «Εις μίαν, αγίαν, καθολικήν και αποστολικήν εκκλησίαν».

Δεν είναι πνευματική παραφροσύνη να στρέφεσαι εναντίον της αποφάσεως και διακηρύξεως της Β´ Οικουμενικής Συνόδου για το θέμα της μοναδικότητος της Εκκλησίας; Και μόνον εξ αυτού του δογματικού ολισθήματος η εν λόγω σύνοδος καθίσταται ληστρική, εφ᾽ όσον δεν πληροί το «επόμενοι τοις αγίοις Πατράσι».

Απεκάλεσαν τις αιρετικές ομάδες «ετερόδοξες εκκλησίες».

Η ίδια ἡ φράση αποτελεί σχήμα οξύμωρο. Από την Αρχαιότητα ακόμη οι όροι «ετεροδοξέω», «ετεροδοξία», «ετερόδοξος» δηλώνουν το ψεύδος, την πλάνη, τον πλανεμένο (Πρβλ. Πλάτωνος, Θεαίτητος, 190e, 193d κ.αλ.). Στην δε Πατερική Γραμματεία ο όρος ετερόδοξος ταυτίζεται απόλυτα με την έννοια του πλανεμένου, του αποκεκομμένου από το Σώμα της Μίας Εκκλησίας. Εκείνου, ο οποίος αποδέχεται ετέρα δόξα, ετέρα γνώμη, δηλαδή, ψευδή και αλλοιωμένη δογματική και κανονική διδασκαλία από εκείνη της Ορθοδόξου Εκκλησίας (Βλ. και Liddell-Scott,vol. ii, 344). Αυτός δεν είναι αιρετικός; Αυτός δεν απεκόπη από την Μία Εκκλησία; Τότε πώς είναι δυνατόν να τοποθετήται μετά της Μίας Εκκλησίας και να εκλαμβάνεται ως «Εκκλησία»; Ο Μ. Βασίλειος επιβεβαιοί: «Τέτμηται η αίρεσις προς την Ορθοδοξίαν» (επ. 258, PG 32, 952).

Αλλά ας δούμε επί τροχάδην κάποιες από τις άπειρες θέσεις των Αγίων Πατέρων περί των ετεροδόξων. Ο Μ. Αθανάσιος τονίζει ότι ο Θεός θα απωλέση τους ετεροδόξους: «Τους αποπεσόντας της αληθείας ετεροδόξους λαλούντας ψεύδος… απολεί ο Θεός» (PG 27, 73), ενώ ο Μ. Βασίλειος προτρέπει να μην δεχώμαστε τις διδαχές των ετεροδόξων, διότι είναι καθαρή τρέλλα να ακολουθούμε τους παράφρονες: «Μη άγεσθαι υπό της πιθανότητος των ετεροδόξων· μανία γαρ σαφής, εξεστηκόσιν ακολουθείν» (PG 30, 649). Αλλά και ο Ιερός Χρυσόστομος διακηρύσσει ότι οι ετερόδοξοι, με το να διαστρεβλώνουν τα νοήματα της Αγίας Γραφής και να φανερώνουν την πλάνη τους με σκοπό να παγιδεύσουν τους Ορθοδόξους, θα επισύρουν επί τας κεφαλάς των την τιμωρία του Θεού: «Οι ορύσσοντες τας Γραφάς ετερόδοξοι ουκ επί τω μαργαρίτας ευρείν, αλλά παραφθείραι και παγίδα στήσαι, θησαυρίζουσι πυρ, την εγκρύφιον κακίαν εις φανερόν άγοντες» (PG 64,709). Σημαντική είναι και η αναφορά του Αγίου Γρηγορίου του Θαυματουργού, ο οποίος καταδικάζει τους ετεροδόξους, όχι μόνον ως μη πειθομένους στην Αγία Γραφή, αλλά και προσπαθούντας να παρασύρουν και άλλους στην πλάνη τους, χρησιμοποιώντας αθέμιτα μέσα: «Οί (εν. οι ετερόδοξοι) πείθεσθαι ταις Γραφαίς ουκ ανέχονται· δεινότητι δέ τινι περιτρέπειν τους αήθεις των τοιούτων λόγων πειρώνται» (PG 10, 1137).Επίσης και ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης στεντορεία τη φωνή προειδοποιεί ότι οι Ορθόδοξοι, ως μέλη της Μίας Εκκλησίας, δεν πρέπει να έχουν καμμία κοινωνία με τους ετεροδόξους, δηλαδή τους αιρετικούς, αν θέλουν να παραμείνουν φίλοι του Θεού: «Ει φίλοι κατά θεόν, πώς τη κοινωνία των ετεροδόξων κοινωνούντες;» (επ. 48, PG 99, 1081).

Πώς, λοιπόν, θα αγνοήσουμε όλη την Πατερική μας Παράδοση και θα αποκαλέσουμε «εκκλησίες» τους αιρετικούς, τους «εν πανουργία πικροτάτους ετεροδόξους»; (Πρβλ. Ολυμπιοδώρου, PG 93, 761) Ο Άγιος Ιωάννης ὁ Δαμασκηνός βροντοφωνάζει: «Έστιν ουν η αγία του Θεού καθολική Εκκλησία, το σύστημα των απ᾽ αιώνος αγίων Πατέρων, πατριαρχών, προφητών, αποστόλων, ευαγγελιστών, μαρτύρων, οίς προσετέθη πιστεύσαντα ομοθυμαδόν πάντα τα έθνη» (PG 96, 1357).

Γιατί να ψευδώμεθα, Παναγιώτατε, έναντι του εαυτού μας και των ετεροδόξων, των πλανεμένων αδελφών μας; Είναι δυνατόν από την μία να τους κατονομάζουμε ετεροδόξους, δηλαδή αιρετικούς και από την άλλη να τους δεχώμεθα ως «εκκλησίες»;

Η Ορθόδοξος Εκκλησία είναι η ΜΙΑ και ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ. Και τούτο διότι οΊδιος ο Θεάνθρωπος Κύριος μετεβίβασε την εκκλησιαστική εξουσία στους Αποστόλους και η Αποστολική αυτή εξουσία περιήλθε στους Επισκόπους και διαδόχους αυτών.

Γιατί να μην ομολογούμε την αλήθεια προς όλους τους αιρετικούς, ώστε να τους βοηθήσουμε να ενταχθούν και αυτοί κάποτε στην ΜΙΑ Εκκλησία; Άλλωστε, οι ανά τους αιώνες Άγιοι Πατέρες μας αυτό επεδίωκαν να κατανοήσουν οι παντός είδους αιρετικοί: ότι η Εκκλησία των Αγίων Αποστόλων και των Πατέρων είναι Μία και μοναδική, διότι ἡ κεφαλή της είναι ο Θεάνθρωπος Κύριος, ο οποίος είναι Ένας και Μοναδικός.«Ως γαρ είς Κύριος, μία πίστις, είς Θεός, ούτω δήλον ότι και μία εκκλησία» (Θεοδώρου Στουδίτου, επ. 273, G. Fatouros, vol. 2, 404).

Πρέπει να γίνη κατανοητό από όλους, Oικουμενικό Πατριάρχη, λοιπούς Πατριάρχες και Επισκόπους, κληρικούς και λαϊκούς, ότι ηεν Κολυμπαρίω σύναξη δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένα «θέατρο του παραλόγου». Εκείνο που επιχειρήθηκε ανεπιτυχώς ήταν η παραπλάνηση του Ορθοδόξου λαού, ενώ το μόνο που επετεύχθη ήταν ο παροργισμός του Τριαδικού Θεού.

Ας ακούσουμε την φωνή του Ουρανοφάντορος Βασιλείου, ο οποίος προειδοποιεί για την έγκαιρη λήψη μέτρων πριν το μικρόβιο της αιρέσεως επεκταθή και μολύνη όλο το Σώμα της Εκκλησίας: «Επινέμεται το κακόν της αιρέσεως, και δέος εστί μη τας ημετέρας Εκκλησίας καταφαγούσα, έρψη λοιπόν και επί το υγιαίνον μέρος» (επ. 243, PG 32, 908).