ΠΑΤΕΡΙΚΑΙ ΔΙΔΑΧΑΙ: Ἡ δόξα τῶν ἀνθρώπων

Δημοσίευση: 9 Αυγούστου 2015, 4:28 μμ

«Ὅστις οὖν ταπεινώσει ἑαυτὸν ὡς τὸ παιδίον τοῦτο, οὗτός ἐστιν ὁ μείζων ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. ιη´ 4). Δηλαδή ὅποιος λοιπόν ταπεινώσει τόν ἑαυτόν του σάν τό παιδάκι αὐτό (λέγουν ὅτι ἦταν ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος (20/12)), αὐτός εἶναι ὁ μεγαλύτε- ρος στήν βασιλεία τῶν Οὐρανῶν.
Πόση μεγάλη εἶναι ἡ ἀρετή τῆς ταπεινώσεως! Οἱ ἀρχαῖοι πρόγονοί μας ἔλεγαν: «τόν πλοῦτον πολλοί ἐμίσησαν τήν δόξαν ὅμως οὐδείς». Διότι οἱ ἄνθρωποι ζοῦσαν στήν εἰδωλολατρία καί ἦσαν κυριευμένοι ἀπό τά πάθη.
Ὁ Ὅσιος Σίμων εἶχε πεῖ τό ἑξῆς: «Ἀλλοίμονο στόν ἄνθρωπο ἐκεῖνο, ὅπου τό ὄνομά του εἶναι μεγαλύτερο ἀπό τό ἔργο του». Ἐμεῖς ἁπλοί καί ἀδύναμοι, τί ἔργο νά παρουσιάσουμε; «Χωρίς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν» (Ἰωάν. ιε´ 5).
Πάντοτε οἱ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας ἀπέφευγαν τήν δόξα τοῦ κόσμου, διότι γνώριζαν ὅτι ὅποιος δοξάζεται στόν κόσμο δέν δοξάζεται ἀπό τόν Κύριο.
Ἔλεγε ὁ Ὅσιος ῎Ωρ (7/8): «Ὅποιος τιμᾶται καί ἐπαινεῖται πάνω ἀπό ὅτι ἀξίζει, πολύ ζημιώνεται. Ὅποιος ὅμως καθόλου δέν τιμᾶται ἀπό τούς ἀνθρώπους, ἄνωθεν θά δοξασθῆ».
* * *
Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ὁ Κολοβός ἀναφέρει γιά κάποιον Ἅγιο Γέροντα, ὁ ὁποῖος ἦταν ἔγκλειστος καί εἶχε πολλή ἐκτίμηση ἀπό τούς κατοίκους τῆς περιοχῆς.
Τόν εἰδοποίησαν λοιπόν καί τοῦ εἶπαν ὅτι κάποιος Ἀββᾶς βρίσκε- ται πρός τό τέλος τῆς ζωῆς του καί ἔπρεπε νά πάη νά πάρη τήν εὐχή του, προτοῦ κοιμηθῆ.
Τότε ὁ Ἅγιος Γέροντας σάν ταπεινός, πού ἦταν, σκέφθηκε τό ἑξῆς: «Ἄν βγῶ τήν ἡμέρα, θά τρέξουν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι γύρω μου καί θά μοῦ ἀποδώσουν μεγάλη δόξη καί θά χάσω καί τήν εἰρήνη μου. Θά ξεκινήσω λοιπόν τό βράδυ, μέ τό σκοτάδι, ἀποφεύγοντας ὅλους».
Ὅταν λοιπόν νύκτωσε, βγῆκε ἀπό τό κελλί του καί σιγά-σιγά προ- χωροῦσε ἔτσι, γιά νά μή τό πάρει κανείς εἴδηση.
Τί συνέβη ὅμως; Δύο ἄγγελοι σταλμένοι ἀπό τόν Θεό ἔρχονται μέ φανάρια καί τοῦ φωτίζουν τόν δρόμο. Ἔτσι ὅλη ἡ πόλη ἔτρεξε καί εἶδε τήν δόξα του. Καί ὅσο ἀπέφευγε τήν δόξα, τόσο πιό πολύ δοξά- σθηκε.
Σέ αὐτό λοιπόν τό γεγονός ἐκπληρώθηκε τό γραμμένο: «Πᾶς ὁ ταπεινῶν ἑαυτόν ὑψωθήσεται» (Λουκ. ιδ´ 11).
Στό Γεροντικό διαβάζουμε σχετικά:
«Πῆγε ὁ Ἀββᾶς Ἀδέλφιος, ἐπίσκοπος Νειλουπόλεως, στὸν Ἀββᾶ Σισώη, στὸ ὄρος τοῦ Ἀββᾶ Ἀντωνίου. Καὶ ὅταν ἐπρόκειτο νὰ φύγουν, πρὶν ξεκινήσουν, τοὺς ἔβαλε νὰ φᾶνε ἄν καὶ ἦταν πρωΐ. Ἦταν δὲ νηστεία. Καὶ μόλις ἔστρωσαν τραπέζι, νά, κάποιοι ἀδελφοὶ χτυποῦν τὴν πόρτα.
Εἶπε τότε στὸν μαθητή του:
«Δός τους λίγη κουρκούτη, γιατί ἀπὸ κόπο εἶναι».
Τοῦ λέγει ὁ Ἀββᾶς Ἀδέλφιος: «Ἄφησε καλύτερα, γιὰ νὰ μὴ ποῦν ὅτι ὁ Ἀββᾶς Σισώης τρώγει ἀπὸ τὸ πρωΐ ».
Καὶ τὸν κοίταξε ὁ γέρων καὶ λέγει στὸν ἀδελφό:
» Πήγαινε, δός τους».
Μόλις λοιπὸν εἶδαν τὴν κουρκούτη, εἶπαν : «Μὴ ἔχετε ξένους; Μὴ τάχα καὶ ὁ γέρων σας τρώγει;».
Καὶ τοὺς εἶπε ὁ ἀδελφός:
«Ναί». Ἄρχισαν λοιπὸν νὰ στενοχωροῦνται καὶ νὰ λέγουν: «Ἂς σᾶς συγχώρηση ὁ Θεὸς ὅπου ἀφήσατε τὸν γέροντα νὰ φάη τώρα. Ἢ δὲν ξέρετε ὅτι γιὰ πολλὲς μέρες ἔχει νὰ κοπιάση;».
Καὶ τοὺς ἄκουσε ὁ ἐπίσκοπος. Καὶ ἔβαλε μετάνοια στὸν γέροντα, λέγοντας:
«Συγχώρησέ με, Ἀββᾶ, ὁπού ἔκαμα ἀνθρώπινο λογισμό. Ἐνῷ σὺ ἔκαμες ὅ,τι ἤθελε ὁ Θεός».
Καὶ τοῦ λέγει ὁ Ἀββᾶς Σισώης:
“ Ἂν ὁ Θεὸς δὲν δοξάση ἄνθρωπο, ἡ δόξα τῶν ἀνθρώπων τίποτε δὲν εἶναι”».
Ορθόδοξος Τύπος, 7 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2015