Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ιερόθεος, «Περί της οδού»

Δημοσίευση: 5 Αυγούστου 2011, 8:16 πμ

Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου


Συχνά τίθεται τό ερώτημα άν ο Χριστιανισμός είναι θρησκεία ή Εκκλησία. Σέ αυτό τό ερώτημα δόθηκαν διάφορες απαντήσεις, οι περισσότερες τών οποίων κατατείνουν στό ότι ο Χριστιανισμός εκφράζεται περισσότερο ως Εκκλησία παρά ως θρησκεία. Σέ αυτό έχω καταλήξει στό βιβλίο μου «Θρησκεία καί Εκκλησία στήν κοινωνία».



Ο όρος θρησκεία χρησιμοποιείται από τόν Απόστολο Παύλο γιά νά χαρακτηρίση τήν αίρεση τού Ιουδαϊσμού (Πράξ. κστ’, 4-5), καί τήν «θρησκεία τών αγγέλων», πού επαγγελλόταν ο γνωστικισμός (Κολ. β’, 18-19). Κυρίως, όμως, η λέξη θρησκεία χρησιμοποιείται από τόν Αδελφόθεο Ιάκωβο πού κάνει λόγο γιά «θρήσκο», ο οποίος δέν χαλιναγωγεί τήν γλώσσα του, αλλά απατά τήν καρδία του καί γι’ αυτό η θρησκεία του είναι μάταιη. Καί στήν συνέχεια, κάνει λόγο γιά «θρησκεία καθαρά καί αμίαντον» από τόν Θεό καί Πατέρα πού σημαίνει «επισκέπτεσθαι ορφανούς καί χήρας εν τή θλίψει αυτών, άσπιλον εαυτόν τηρείν από τού κόσμου» (Ιακ. α’, 26-27). Ο Απόστολος Παύλος, όπως είναι γνωστόν, επιμένει κυρίως στόν όρο Εκκλησία, πού είναι τό Σώμα τού Χριστού (Κολ. Α’, Τιμ. γ’, 15. Α’ Κορ. ιβ’, 12-30. Εφ. δ’, 11-16 καί ε’, 29-30 καί αλλού).


Σέ σχετικό κείμενό μου ανέλυσα ότι στήν Καινή Διαθήκη χρησιμοποιούνται καί άλλοι όροι γιά νά δηλώσουν τήν νέα ζωή πού έφερε στόν κόσμο ο Χριστός, όπως Ευαγγέλιο, Βασιλεία καί στρατεία. Βέβαια, όλοι αυτοί οι όροι είναι κτιστά ρήματα καί νοήματα πού θέλουν νά εκφράσουν, όσο είναι δυνατόν, τήν άκτιστη πραγματικότητα, τήν εμπειρία τής ακτίστου δόξης τού Θεού. Έτσι, άλλο είναι η θεία αποκάλυψη πού είναι μέθεξη τής ακτίστου πραγματικότητος, πού γίνεται χωρίς κτιστά ρήματα καί νοήματα, καί άλλο είναι η μεταφορά αυτής τής ακτίστου πραγματικότητος μέ κτιστά ρήματα καί νοήματα.


Ειδικότερα σήμερα θά αναφερθώ σέ έναν καινοδιαθηκικό όρο πού χαρακτηρίζει τήν νέα πραγματικότητα στόν κόσμο, πού δημιουργήθηκε μέ τήν ενανθρώπηση τού Χριστού καί τήν Πεντηκοστή. Καί αυτός ο όρος είναι η «οδός».


1. «Τά περί τής οδού»


Στό βιβλίο τών «Πράξεων τών Αποστόλων» ο Χριστιανισμός χαρακτηρίζεται ως οδός καί οι Χριστιανοί ως βαδίζοντες αυτήν τήν οδόν. Γράφοντας γιά τόν Απόστολο Παύλο, πού απεστάλη ως Σαούλ στήν Δαμασκό γιά νά συλλάβη τούς Χριστιανούς, σημειώνει: «Ητήσατο παρ’ αυτού (παρά τού αρχιερέως) επιστολάς εις Δαμασκόν πρός τάς συναγωγάς, όπως εάν τινας εύρη τής οδού όντας, άνδρας τε καί γυναίκας, δεδεμένους αγάγη εις Ιερουσαλήμ» (Πράξ. θ’, 2). Δηλαδή, εδώ μέ τόν όρο «τής οδού όντας» εννοεί τούς Μαθητάς τού Χριστού, τούς Χριστιανούς. Σέ άλλο σημείο λέγεται: «Εγένετο δέ κατά τόν καιρόν εκείνον τάραχος ουκ ολίγος περί τής οδού» (Πράξ. ιθ’, 23), δηλαδή περί τής νέας πίστεως. Στήν Έφεσο ο Απόστολος Παύλος, μετά τήν επιστροφή του στόν Χριστό, παρέμεινε τρείς μήνες καί πήγαινε στήν συναγωγή «διαλεγόμενος καί πείθων τά περί τής βασιλείας τού Θεού», αλλά μερικοί από τους Ιουδαίους «εσκληρύνοντο καί ηπείθουν κακολογούντες τήν οδόν ενώπιον τού πλήθους» (Πράξ. ιθ’, 8-9), δηλαδή κακολογούσαν τήν οδό, τήν νέα πίστη πού έφερε ο Χριστός καί ζούσαν μέ αυτήν οι Μαθητές Του. Στήν απολογία του ο Απόστολος Παύλος πρός τούς Ιουδαίους, ενώπιον τού χιλιάρχου ονομάζει πάλι τόν Χριστιανισμό οδόν, όταν λέγη «ταύτην τήν οδόν εδίωξα μέχρι θανάτου, δεσμεύων καί παραδιδούς εις φυλακάς άνδρας τε καί γυναίκας» (Πράξ. κβ’, 4). Ενώπιον τού Ρωμαίου ηγεμόνος Φήλικος, ο Απόστολος Παύλος απολογήθηκε γιά τήν νέα πίστη, τήν οποία οι Ιουδαίοι αποκαλούσαν αίρεση καί τήν χαρακτηρίζει οδόν. «Ομολογώ δέ τούτό σοι ότι κατά τήν οδόν ήν λέγουσιν αίρεσιν ούτω λατρεύω τώ πατρώω Θεώ» (Πράξ. κδ’, 14). Μετά τήν απολογία του ο ηγεμόνας Φήλιξ ανέβαλε νά εκδώση απόφαση, γιατί γνώριζε καλύτερα τά τής νέας πίστεως-διδασκαλίας, γι’ αυτό γράφουν οι «Πράξεις τών Αποστόλων»: «Ακούσας δέ ταύτα ο Φήλιξ ανεβάλετο αυτούς, ακριβέστερον ειδώς τά περί τής οδού» (Πράξ. κδ’, 22). Η νέα χριστιανική πίστη πολλές φορές ονομάσθηκε «οδός σωτηρίας» (Πράξ. ιστ’, 17), «οδός τού Κυρίου» (Πράξ. ιη’, 25), καί «οδός τού Θεού» (Πράξ. ιη’, 26).


Υπάρχουν τρία χωρία στά οποία γίνεται λόγος γιά Χριστιανούς, (Πράξ. ια’, 26. κστ’, 28. Α’ Πετρ. δ’, 16), αλλά δέν υπάρχει καμμία λέξη πού νά χαρακτηρίζη τήν νέα ζωή πού έφερε στόν κόσμο ο Χριστός ως Χριστιανισμό. Αντίθετα, υπάρχουν άλλοι όροι, μεταξύ τών οποίων η οδός, όπως είδαμε προηγουμένως.


Ο Απόστολος Παύλος, αναφερόμενος στήν εν Χριστώ ζωή του καί σέ όλες τίς αποκαλύψεις πού δέχθηκε καί τήν διδασκαλία του, κάνει λόγο γιά «τάς οδούς μου τάς εν Χριστώ» ( Α’ Κορ. δ’, 17). Στήν πρός Εβραίους επιστολή του, αναφερόμενος στήν «είσοδον τών αγίων εν τώ αίματι τού Ιησού», λέγει: «ήν ενεκαίνισεν ημίν οδόν πρόσφατον καί ζώσαν διά τού καταπετάσματος τουτ’ έστι τής σαρκός αυτού» (Εβρ. ι’, 19-21).


Η νέα ζωή πού έφερε στόν κόσμο ο Χριστός χαρακτηρίσθηκε από τήν αρχή καί οδός, αφού πρόκειται γιά μιά πορεία μέθεξης τών αγαθών τής ενανθρωπήσεως τού Χριστού καί μυήσεως στήν Βασιλεία τού Θεού. Άλλωστε, ο Ίδιος ο Χριστός είπε: «εγώ ειμί η οδός, η αλήθεια καί η ζωή ουδείς έρχεται πρός τόν πατέρα ει μή δι’ εμού» (Ιω. ιδ’, 6). Η κοινωνία μέ τόν Χριστό είναι πορεία στήν νέα οδό πού οδηγεί στόν Πατέρα. Ο ιερός Νικόλαος Καβάσιλας έχοντας υπ’ όψη του αυτόν τόν λόγο γράφει ότι «αυτός (ο Χριστός) μέν εστιν, ώ δυνάμεθα βαδίζειν, αυτός εστιν η οδός, καί πρός γε ότι τό κατάλυμα τής οδού καί τό πέρας».


Φαίνεται ότι στήν αρχαία Εκκλησία έκαναν πολύ λόγο γιά τήν οδό, τήν νέα πορεία πού έφερε ο Χριστός στούς ανθρώπους. Νά υπενθυμίσουμε τήν «Διδαχή τών Δώδεκα Αποστόλων» όπου γίνεται λόγος γιά τίς δύο οδούς. «Οδοί δύο εισί, μία τής ζωής καί μία τού θανάτου, διαφορά δέ μεταξύ τών δύο αυτών». Μέσα σέ αυτήν τήν προοπτική καί ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος χαρακτηρίζει τούς Χριστιανούς «συνόδους», δηλαδή συνοδοιπόρους, πού είναι ναοί τού Αγίου Πνεύματος. «Εστέ ούν καί σύνοδοι πάντες, θεοφόροι καί ναοφόροι, χριστοφόροι, αγιοφόροι». Ακόμη αποκαλεί τούς Χριστιανούς «θεοδρόμους», γιατί η όδός αυτή οδηγεί στόν Ουρανό.


Η οδός τήν οποία ακολουθούν οι Μαθητές τού Χριστού ξεκινά από τόν Προφήτη καί καταλήγει στόν Χριστό, δηλαδή από τήν Παλαιά Διαθήκη προχωρούν στήν Καινή Διαθήκη, από τήν ακρόαση τών Προφητών προχωρούν στήν μέθεξη τού σεσαρκωμένου Λόγου καί δι’ Αυτού ανέρχονται στόν ουρανό. Αυτή είναι η οδός πού οδηγεί στόν Χριστό, αφού από τήν ακρόαση τού Λόγου ή περί τού Λόγου, οδηγούμαστε στήν θεωρία τού Λόγου. Καί βέβαια, αυτό δέν σημαίνει τήν γνώση μόνον τού κατά σάρκα Χριστού, αλλά κυρίως τού κατά πνεύμα Χριστού, τού Χριστού τής αποκαλύψεως, τής φανερώσεως (πρβλ. Β’, Κορ. ε’, 16).


Χαρακτηριστικό παράδειγμα τής νέας οδού είναι η πρώτη κλήση τού Ανδρέου καί Ιωάννου στό αποστολικό αξίωμα, πού ήταν μαθητές τού Ιωάννου τού Προδρόμου καί εκλήθηκαν στό αποστολικό αξίωμα. Βρίσκονταν μαζί μέ τόν Τίμιο Πρόδρομο, όταν τόν άκουσαν νά τούς υποδεικνύη τόν Χριστό: «ίδε ο αμνός τού Θεού», καί αμέσως Τόν ακολούθησαν. Τότε εστράφη ο Χριστός «καί θεασάμενος αυτούς ακολουθούντας λέγει αυτοίς τί ζητείτε;» Καί όταν οι μαθητές ζήτησαν νά μάθουν πού μένει, Εκείνος τούς απάντησε: «έρχεσθε καί ίδετε». Καί ομολογεί ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, πού ήταν ένας από αυτούς: «ήλθον ούν καί είδον πού μένει, καί παρ’ αυτώ έμειναν τήν ημέραν εκείνην» (Ιω. α’, 35-41).


Ερμηνεύοντας κανείς αυτό τό περιστατικό μπορεί νά δώση μιά εξωτερική ιστορική καί κοινωνική ερμηνεία, πού κάνει λόγο γιά μιά περιέργεια γιά τό πού μένει ο Χριστός, γιά τήν πρόσκληση καί τήν αποδοχή της, ως καί τήν διαμονή τους στήν οικία πού έμενε ο Χριστός. Όμως, στήν εκκλησιαστική παράδοση γίνεται λόγος γιά τό ότι πρόκειται γιά μιά οδό, από τήν κοινωνία μέ τόν Ιωάννη τόν Πρόδρομο στήν κοινωνία μέ τόν Χριστό, γιά τήν πορεία από τόν προφητικό λόγο στήν μέθεξη τού ακτίστου Λόγου, από τήν κάθαρση στήν θεωρία.


Ο ιερός Θεοφύλακτος Αρχιεπίσκοπος Βουλγαρίας προσφέρει αυτήν τήν πνευματική ερμηνεία. Σύμφωνα μέ αυτήν ο Ανδρέας καί ο Ιωάννης «τού ατρόφου ήσαν μαθηταί», δηλαδή τού Ιωάννου τού Προδρόμου, καί αφού τόν άκουσαν νά ομιλή περί τού Χριστού, τόν ακολούθησαν καί Εκείνος έδειξε τήν δόξα τού προσώπου Του. «Πρός τούς ακολουθούντας αυτώ στρέφεται ο Ιησούς, καί δεικνύει αυτοίς τό εαυτού πρόσωπον». Πρόκειται γιά αποκάλυψη τού προσώπου τού Χριστού, πού γίνεται από τόν Ίδιον τόν Χριστό σέ αυτούς πού τόν ακολουθούν. Τό νά ακολουθή κανείς τόν Χριστό σημαίνει νά τηρή τόν λόγο Του, διά τής πρακτικής ζωής καί τότε φθάνει στόν φωτισμό τής γνώσεως. «Ει μή γάρ διά τής αγαθής πράξεως ακολουθήσης τώ Ιησού, ουκ άν φθάσης εις θεωρίαν τού προσώπου Κυρίου, ουδέ απελεύση πρός τήν κατανομήν αυτού, τουτέστιν, ου φθάσεις εις τόν τής θείας γνώσεως φωτισμόν». Αυτό είναι σημαντικό γιατί «οικία τού Χριστού τό φώς.»Φώς γάρ, φησίν, οικών απρόσιτον»». Καί συμπεραίνει ο ιερός Θεοφύλακτος: «Ο γάρ τοι μή καθάρας εαυτόν, καί διά τής καθάρσεως ακολουθήσας, πώς εν γνώσει φωτισθήσεται;».


Τό περιστατικό αυτό τής συναντήσεως τών δύο Μαθητών μέ τόν Χριστό δέν κινείται απλώς στήν επιφάνεια, δέν είναι ένα εξωτερικό-ιστορικό γεγονός, αλλά αποκάλυψη τού Ίδιου τού Χριστού στούς δύο Μαθητές. Πρόκειται γιά ένα περιστατικό μεταμορφώσεως τού Χριστού, μιά θαβώρεια εμπειρία.


Αυτή είναι η οδός πρός τήν ζωή. Πρώτα κανείς ακούει γιά τόν Χριστό από τούς Προφήτας, έπειτα ακολουθεί τόν Χριστό, δέχεται τήν φανέρωση τού προσώπου Του, καί οδηγείται στό Φώς, πού είναι η πραγματική οικία Του.


Τήν οδό ως τρόπο βιώσεως τής ζωής τού Χριστού μπορούμε νά τήν ερμηνεύσουμε μέ δύο επί μέρους έννοιες, ήτοι τήν «Βασιλεία τού Θεού» καί τήν «κοινωνία θεώσεως».


2. «Βασιλεία τού Θεού»


Πολλές φορές στήν Καινή Διαθήκη γίνεται λόγος γιά τήν Βασιλεία τού Θεού καί μέ αυτόν τόν όρο χαρακτηρίζεται η μέθεξη τής ζωής τού Θεού. Ο Χριστός, στίς Παραβολές Του, έκανε επανειλημμένως λόγο γιά τήν Βασιλεία τού Θεού, τήν Βασιλεία τών Ουρανών. Μάλιστα καί στήν Κυριακή προσευχή παρακαλούμε τόν Πατέρα λέγοντας: «ελθέτω η Βασιλεία σου» (Ματθ. στ’, 10).


Τά περί τής Βασιλείας τού Θεού καί τά περί τής οδού πρός τήν Βασιλεία τού Θεού ερμηνεύονται από έναν σημαντικό λόγο τού Χριστού πρός τούς Μαθητάς Του. «Αμήν λέγω υμίν ότι εισί τινες τών ώδε εστηκότων, οίτινες ου μή γεύσωνται θανάτου έως άν ίδωσι τήν βασιλείαν τού Θεού εληλυθυίαν εν δυνάμει» (Μάρκ. θ’, 1). Τό ερώτημα πού τίθεται είναι σέ ποιά Βασιλεία αναφέρεται ο Χριστός, ποιά είναι αυτή η Βασιλεία καί πώς έρχεται εν δυνάμει, πρίν τήν γεύση τού θανάτου. Από τά επόμενα, στά οποία γίνεται λόγος γιά τήν Μεταμόρφωσή Του στό όρος Θαβώρ, φαίνεται καθαρά ότι η Βασιλεία τού Θεού αναφέρεται στό γεγονός τής Μεταμορφώσεως τού Χριστού, στό οποίο παρευρέθηκαν τρείς Μαθητές, είναι η φανέρωση τού Χριστού στό Φώς, πού γίνεται μέ τό Άγιον Πνεύμα. Η όραση αυτού τού Φωτός είναι η μέθεξη τής Βασιλείας τού Θεού.


Είναι χαρακτηριστική στό σημείο αυτό η ερμηνεία τού αγίου Γρηγορίου τού Παλαμά. Ερμηνεύοντας τό χωρίο αυτό λέγει ότι «πανταχού εστιν ο τού παντός βασιλεύς καί πανταχού εστιν η βασιλεία αυτού». Οπότε, τό «έρχεσθαι τήν βασιλείαν τού Θεού» δέν σημαίνει ότι έρχεται «άλλοθεν αλλαχόσε», «αλλά τό φανερούσθαι ταύτην τή δυνάμει τού θείου Πνεύματος». Καί αυτή η δύναμη τού Αγίου Πνεύματος δέν έρχεται στούς τυχόντας, αλλά σέ εκείνους πού στέκονται μαζί μέ τόν Κύριο «τουτέστι τοίς εστηριγμένοις εν τή πίστει αυτού καί τοίς κατά Πέτρον καί Ιάκωβον καί Ιωάννην καί τούτους αναφερομένους υπό τού λόγου πρότερον εις όρος υψηλόν, δηλονότι τής φυσικής ημών ταπεινότητος υπεραναβιβαζομένοις». Σέ μιά τέτοια θεοπτία ο Θεός καταβαίνει «τής οικείας περιωπής» καί αυτός ανάγει ημάς «εκ τής κάτωθεν ταπεινώσεως, ίνα χωρισθή μετρίως γούν γεννητή φύσει καί όσον ασφαλές ο αχώρητος».


Είναι φανερό ότι η Βασιλεία τού Θεού δέν είναι μιά κτιστή πραγματικότητα, δέν είναι η σωματική παρουσία τού ανθρώπου σέ κάποιο μέρος, δέν είναι μιά τυπική καί μηχανική παρακολούθηση ενός γεγονότος, ακόμη καί η συμμετοχή μας στήν θεία Ευχαριστία, αλλά είναι η θέα τού ακτίστου Φωτός στήν υπόσταση τού Λόγου πού γίνεται από εκείνους πού βρίσκονται σέ μιά τέτοια πνευματική κατάσταση ώστε νά μεθέξουν τής ακτίστου Χάριτος τού Θεού ως Παραδείσου. Αυτό γίνεται καί στήν θεία Ευχαριστία, αλλά μόνον από εκείνους πού έλαβαν τό Άγιον Πνεύμα καί ανέβηκαν στό όρος τής θεοπτίας, μαζί μέ τούς τρείς Αποστόλους, τόν Πέτρο, τόν Ιάκωβο καί τόν Ιωάννη.


3. «Κοινωνία θεώσεως»


Τόν όρο «κοινωνία θεώσεως» γιά τήν Εκκλησία τού Χριστού τόν συναντούμε στήν διδασκαλία τού αγίου Γρηγορίου τού Παλαμά καί αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί δείχνει πώς εννοείται ότι ένας άνθρωπος είναι μέλος τής Εκκλησίας τού Χριστού.


Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς αναφερόμενος σέ χωρίο τού αγίου Γρηγορίου τού Θεολόγου γιά τούς τρείς σεισμούς, αναλύει τό θέμα αυτό. Λέγει ότι πρώτος σεισμός έγινε όταν θαυματουργούσε ο Θεός διά τού Μωϋσέως καί μέ αυτόν οι Εβραίοι μετατέθηκαν «από τής τών ειδώλων προσκυνήσεως επί τήν αμυδράν μέν, αληθή δέ θεογνωσίαν». Ο δεύτερος σεισμός έγινε «επί τού Υιού καί τού αγίου Πνεύματος», κατά τόν οποίο οι Ιουδαίοι μεταρρυθμίζονταν από τόν νόμο στό Ευαγγέλιο καί κάθε έθνος εκαλείτο «πρός τήν ευαγγελιζομένην κοινωνίαν τής θεώσεως». Καί ο τρίτος σεισμός έγινε όταν ο Χριστός βάδιζε μόνος διά τού σταυρού στήν αληθινή έρημο, δηλαδή τόν θάνατο καί τόν άδην καί φανερωνόταν στό μέσον τού λαού τών Ιουδαίων καί η γή σείσθηκε αισθητώς διά τής θεοσημίας εκ τών ουρανών.


Από τό παράθεμα αυτό τού αγίου Γρηγορίου τού Παλαμά θά ήθελα νά κρατήσω τά τού δευτέρου σεισμού, όταν μέ τήν ενανθρώπηση τού Χριστού κάθε έθνος εκαλείτο «πρός τήν ευαγγελιζομένην κοινωνίαν τής θεώσεως». Αυτή η φράση δείχνει ότι η ζωή μέσα στήν Εκκλησία δέν είναι μιά τυπική καί μηχανική διδασκαλία, αλλά είναι «κοινωνία θεώσεως», πού σημαίνει ότι οι Χριστιανοί, τά μέλη τής Εκκλησίας, βρίσκονται σέ πορεία θεώσεως, είναι θεούμενοι, μετέχουν κατά διαφόρους βαθμούς τής θεοποιού ζωής. Τά μυστήρια τής Εκκλησίας, η μετάνοια τού ανθρώπου, ο αγώνας γιά τήν μεταμόρφωση τού εσωτερικού του κόσμου κλπ γίνονται μέ τήν ενέργεια τού Αγίου Πνεύματος. Στούς αναβαθμούς ψάλλουμε: «Αγίω Πνεύματι προσπηγάζει πάσα σοφία ένθεν χάρις Αποστόλοις καί τοίς άθλοις καταστέφονται Μάρτυρες καί Προφήται ορώσιν».


Κατά τήν διδασκαλία τών Πατέρων τής Εκκλησίας, στόν Τριαδικό Θεό ο ενεργών είναι τό Πρόσωπο-Υπόσταση, τό ενεργητικό είναι η φύση, η ενέργεια είναι η ουσιώδης κίνηση τής φύσεως, πού είναι ενυπόστατη, καί τό ενέργημα είναι τό αποτέλεσμα τής ακτίστου ενεργείας. Έτσι, όταν η ενέργεια δημιουργή τήν κτίση λέγεται ουσιοποιός, όταν τήν ζωοποιή λέγεται ζωοποιός, όταν τήν συντηρή χαρακτηρίζεται προνοητική, όταν δίδη σοφία καί γνώση λέγεται σοφοποιός καί όταν θεώνη τόν άνθρωπο ονομάζεται θεοποιός ενέργεια. Μεταξύ τών ενεργειών τού Θεού είναι η καθαρτική, πού καθαρίζει τόν άνθρωπο από τά πάθη του, η φωτιστική πού φωτίζει τόν νού του καί η θεοποιός πού τόν θεώνει.


Τό ότι η Εκκλησία λέγεται «κοινωνία θεώσεως» δηλώνει ότι τά μέλη της συμμετέχουν, κατά διαφόρους βαθμούς, στήν άκτιστη ενέργεια τού Θεού. Καί μέ αυτό δέν εννοείται η ουσιοποιός, ζωοποιός καί σοφοποιός ενέργεια στήν οποία μετέχει όλη η κτίση, αλλά κυρίως η θεοποιός, πού συντελεί στήν πορεία πρός τήν θέωση καί αυτό σημαίνει ότι προηγείται η καθαρτική καί φωτιστική ενέργεια.


Γίνεται φανερό ότι, όταν κανείς δέχεται τά περί προσώπου – υποστάσεως στόν Θεό, όταν αποδέχεται τήν διδασκαλία τής Εκκλησίας γιά τό μυστήριο τής αδιαιρέτου διαιρέσεως τής ακτίστου ουσίας καί ακτίστου ενεργείας στόν Θεό, καί ότι η ενέργεια τού Θεού είναι μεθεκτή, ενώ η ουσία Του είναι αμέθεκτη, αλλά συγχρόνως δέν αποδέχεται τά περί καθαρτικής, φωτιστικής καί θεοποιού ενεργείας τού Θεού, σημαίνει ότι έχει σοβαρή έλλειψη στήν θεολογία του καί κατ’ επέκταση στήν εκκλησιολογία του, δέν ανήκει στήν «κοινωνία τής θεώσεως».


Θά πρέπει νά αναφερθή ένα καταπληκτικό χωρίο τού Αποστόλου Παύλου, στό οποίο γίνεται λόγος γιά τό πώς οι Χριστιανοί αντιλαμβάνονται ότι έχουν τό Άγιον Πνεύμα καί κατά πόσον ανήκουν στόν Χριστό.


Στήν πρός Ρωμαίους επιστολή του γράφει ο Απόστολος Παύλος: «όσοι γάρ Πνεύματι Θεού άγονται, ούτοι εισίν υιοί Θεού. ου γάρ ελάβετε πνεύμα δουλείας πάλιν εις φόβον, αλλ’ ελάβετε πνεύμα υιοθεσίας» (Ρωμ. η’, 14).


Αυτό σημαίνει ότι υιοί Θεού δέν είναι απλώς οι δημιουργημένοι από τόν Θεό, πού λέγονται κτίσματα, αλλά εκείνοι πού έλαβαν τήν δωρεά τού Αγίου Πνεύματος μέ τό Βάπτισμα καί τήν εν Χάριτι αναγέννησή τους καί όσοι άγονται, δηλαδή καθοδηγούνται από τό Άγιον Πνεύμα. Η μέθεξη τού Αγίου Πνεύματος δέν είναι μία στατική καί τυπική κατάσταση, αλλά μία δυναμική πορεία, μία οδός, πού ταυτίζεται μέ τό χάρισμα τής υιοθεσίας.


Στήν συνέχεια, γράφει ο Απόστολος: «εν ώ κράζομεν αββά ο πατήρ» (Ρωμ. η’, 16). Η εν Πνεύματι υιοθεσία δέν είναι μία ιδεατή καί κληρονομική κατάσταση, αλλά πραγματική, πού αποδεικνύεται από τήν προσευχή στήν καρδιά καί μάλιστα τήν νοερή-καρδιακή προσευχή. Κράζομεν, λέγει ο Απόστολος Παύλος, καί αποκαλούμε τόν Θεό Πατέρα. Η αίσθηση τής πατρότητος αποδεικνύεται εμπειρικά, διά τής προσευχής. Οι αρχαίοι Χριστιανοί ένοιωθαν τόν Θεό ως Πατέρα καί προσεύχονταν σέ Αυτόν.


Αμέσως μετά ο Απόστολος Παύλος αναφέρεται στήν συνέργεια μεταξύ Θεού καί ανθρώπου, στό πώς μεταφράζεται καί βιώνεται αυτή η σχέση τού ανθρώπου μέ τόν Θεό, όταν γράφη: «Αυτό τό Πνεύμα συμμαρτυρεί τώ πνεύματι ημών ότι εσμέν τέκνα Θεού» (Ρωμ. η’, 16). Πρόκειται γιά μιά συμμαρτυρία, αφού η ψυχή μας, τό πνεύμα μας, συμμαρτυρεί μέ τό Άγιον Πνεύμα ότι είμαστε τέκνα Θεού. Αυτή η συμμαρτυρία είναι η νοερά-καρδιακή προσευχή, όπως τήν συναντούμε στά μετέπειτα πατερικά κείμενα πού είναι ένδειξη καί φανέρωση τής θείας υιοθεσίας.


Τό σημαντικό είναι ότι, κατά τήν διδασκαλία τού Αποστόλου Παύλου, όσοι ζούν κατ’ αυτόν τόν πνευματικό τρόπο τήν υιοθεσία, αυτοί είναι πραγματικά μέλη τής Εκκλησίας τού Χριστού, γι’ αυτό γράφει: «υμείς δέ ουκ εστέ εν σαρκί, αλλά εν πνεύματι, είπερ Πνεύμα Θεού οικεί εν υμίν» (Ρωμ. η’, 8). Ο άνθρωπος πού δέν έχει τό Άγιον Πνεύμα μέσα στήν καρδιά του είναι σαρκικός καί γι’ αυτόν τόν λόγο «τό γάρ φρόνημα τής σαρκός θάνατος, τό δέ φρόνημα τού πνεύματος ζωή καί ειρήνη» (Ρωμ. η’, 7). Ο σαρκικός άνθρωπος, πού δέν έχει τό Άγιον Πνεύμα, είναι νεκρός κατά Χάριν. Καί βεβαίως «ει δέ τις Πνεύμα Χριστού ουκ έχει, ούτος ουκ εστιν αυτού» (Ρωμ. η’, 9), δηλαδή δέν ανήκει στόν Χριστό καί δέν είναι πραγματικό μέλος Του καί τής Εκκλησίας Του, πού είναι τό Σώμα Του.


Από αυτήν τήν μικρή ανάλυση εξάγεται τό συμπέρασμα ότι η υιοθεσία τού Χριστιανού από τόν Χριστό φανερώνεται μέ τήν μέθεξη τού Αγίου Πνεύματος καί αυτή επιβεβαιώνεται μέ τήν νοερά-καρδιακή προσευχή. Αυτή η προσευχή είναι οι ύμνοι καί οι ωδές οι πνευματικές πού άδει κανείς στήν καρδιά (Εφ. ε’, 19). Όσοι έχουν αυτήν τήν προσευχή καί τό πνεύμα τους συμμαρτυρεί στό πνεύμα τού Θεού ότι είναι τέκνα Θεού, δέν είναι σαρκικοί, αλλά πνευματικοί, δέν είναι νεκροί πνευματικά, αλλά έχουν ζωή, καί αυτοί ανήκουν στόν Χριστό.


Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, στήν «Μυσταγωγία» του, κάνει λόγο γιά τρείς κινήσεις. Η πρώτη κίνηση είναι η είσοδος στόν Ναό, πού σημαίνει τήν επιστροφή τών απίστων από τήν άγνοια καί τήν πλάνη τους στήν επίγνωση τού Θεού, καθώς επίσης καί τήν μετατόπιση τών πιστών από τήν κακία καί τήν αγνωσία στήν αρετή καί τήν γνώση. Η δεύτερη κίνηση είναι μετά τήν αποχώρηση τών κατηχουμένων, πού γίνεται μετά τήν ανάγνωση τού ιερού Ευαγγελίου, καί επομένως δηλώνει τήν απομάκρυνση τών υλικών καί τήν είσοδο τών αξίων «εις τόν νοητόν κόσμον, ήτοι τόν νυμφώνα τού Χριστού», δηλαδή τήν βίωση τής εσχατολογικής πραγματικότητας ως παρούσας κατάστασης. Καί η τρίτη κίνηση είναι τής ψυχής από τήν περιπλάνησή της στά σχήματα καί τίς μορφές πού προκαλεί η προσενατένιση στά αισθητά, στήν «εν πνεύματι φυσικήν θεωρίαν» καί στήν «επί τήν γνώσιν τής εκφανούς αυτήν άγοντα θεολογίας, μετά τών πάντων διάβασιν καί τήν ίσην τοίς αγγέλοις κατά τό εφικτόν αυτή παρεχόμενον νόησιν».


Είναι φανερό ότι η «Μυσταγωγία», δηλαδή η θεία Ευχαριστία, δέν ερμηνεύεται μόνον ιστορικά, ως μετάβασή μας στόν Ναό, αλλά συγχρόνως καί εσχατολογικά, ως βίωση τών εσχάτων, καί επί πλέον ασκητικά-νηπτικά-ησυχαστικά. Κατά τόν άγιο Μάξιμο τόν Ομολογητή, συνδέονται στενότατα τά μυστήρια μέ τήν βίωση τής πρακτικής φιλοσοφίας, τής φυσικής θεωρίας καί τής μυστικής θεολογίας, όπως φαίνεται σέ όλα τά έργα του. Η οδός τού Θεού είναι η κάθοδος τού νοός στήν καρδιά, διά τής Χάριτος τού Θεού, καί στήν συνέχεια η ανάβασή του στόν Θεό καί η μέθεξη όλων τών αιωνίων αγαθών. Όποιος απορρίπτει τόν ησυχασμό μειώνει τήν εσχατολογική θεώρηση τού μυστηρίου τής θείας Ευχαριστίας, αλλά καί τήν οδό πρός τήν Βασιλεία τού Θεού.


Στίς ημέρες μας γίνεται ευρύτατος λόγος γιά τό άν ο Χριστιανισμός είναι θρησκεία ή Εκκλησία. Βεβαίως, δέν είναι θρησκεία μέ τόν τρόπο πού αποδίδεται σέ άλλες θρησκείες, αφού είναι «θρησκεία καθαρά», αλλά είναι κυρίως καί πρό παντός Εκκλησία. Επειδή όμως είναι ενδεχόμενο καί ο όρος Εκκλησία νά ιδεολογοποιηθή καί νά εκκοσμικευθή, γι’ αυτό καί τήν Εκκλησία πρέπει νά τήν εννοούμε ως Σώμα Χριστού μέ τίς τρείς αυτές φράσεις πού ανέφερα προηγουμένως, ήτοι «οδός» πρός τήν ζωή, «Βασιλεία Θεού» καί «κοινωνία θεώσεως».


Πρόκειται γιά μιά διαρκή πορεία πρός τήν μέθεξη τής ακτίστου θεοποιού Χάριτος τού Θεού, μιά πορεία από τό κατ’ εικόνα στό καθ’ ομοίωση. Κατά τόν άγιο Μάξιμο αυτή η οδός είναι «αεικίνητος στάσις» καί «στάσιμος κίνησις». Δέν είναι μιά στατική κατάσταση καί ενέργεια, αλλά μιά διαρκής πορεία ανακαινίσεως καί αναγεννήσεως τού ανθρώπου. Τό άγιον Βάπτισμα καί τό άγιον Χρίσμα είναι αρχή τής οδού αυτής, η θεία Ευχαριστία είναι ο τόπος καί ο χώρος τής φανερώσεως τής Βασιλείας τού Θεού, αλλά χρειάζεται μιά διαρκής μετάνοια καί ανακαίνιση, πού γίνεται μέ τήν ενέργεια τού Θεού καί τήν δική μας συνέργεια, γιά τήν προσωπική μέθεξη τής Χάριτος τού Θεού, πού υπάρχει στήν Εκκλησία. Μέσα από αυτήν τήν προοπτική βλέπω καί τήν Εκκλησία τού Χριστού, καί τά μέλη της πού είναι μέλη τού Σώματος τού Χριστού. Οι Χριστιανοί είναι οι διαρκώς βαδίζοντες τήν οδό πρός τήν σωτηρία.


Αυτά είναι «τά περί τής οδού». Μακάριοι οι οδοιπόροι πρός τήν ζωή.–


Αναγεννητική πορεία


Ο Απόστολος Παύλος ομιλεί γιά κάλυμμα στό πρόσωπο καί γιά ανακεκαλυμμένο πρόσωπο. Τό κάλυμμα στό πρόσωπο τών συγχρόνων ανθρώπων συνδέεται μέ τό κάλυμμα τής καρδίας, πράγμα πού σημαίνει ότι η άρση τού καλύμματος είναι η κάθαρση καί ο φωτισμός τής καρδίας, καί αυτό είναι η σφραγίδα τού αρραβώνα τού Αγίου Πνεύματος στήν καρδιά. Εδώ δίνεται μιά ερμηνεία τού τί είναι τό προσωπείο=κάλυμμα=μάσκα καί τί είναι τό πρόσωπο κατά τόν Απόστολο Παύλο. Πρόκειται γιά τήν διαφορά μεταξύ πωρώσεως τής καρδίας καί σφραγίδας τού Αγίου Πνεύματος στήν καρδιά. Τό πρόσωπο εδώ δέν ερμηνεύεται μέ φιλοσοφικούς όρους, μέ κοινωνικούς καί φιλοσοφικούς στοχασμούς, αλλά μέ τήν εμπειρία τού Αγίου Πνεύματος στήν καρδιά. Άν δέν υπάρχη τό Άγιον Πνεύμα στήν καρδιά, τότε υπάρχει τό κάλυμμα, τό προσωπείο.


Ο Απόστολος Παύλος μάς δίνει καί μιά άλλη εμπειρία τού ανακεκαλυμμένου προσώπου, αφού τό συνδέει μέ τόν κατοπτρισμό τής δόξης τού Θεού. Ο άνθρωπος είναι δημιουργημένος κατ’ εικόνα Θεού, καί αυτό τό κατ’ εικόνα είναι ο καθρέπτης διά τού οποίου βλέπει τό Φώς τού Θεού. Η όραση τού ακτίστου Φωτός γίνεται έσωθεν διά τής καρδίας. Αυτή η όραση είναι μεταμόρφωση τού ανθρώπου, πού δέν έχει τέλος, γιατί γίνεται «από δόξης εις δόξαν».


Σέ αυτήν τήν πνευματική κατάσταση λάμπει τό Φώς στήν καρδιά, ο άνθρωπος φθάνει στήν θέωση καί αποκτά τήν πραγματική θεολογία πού είναι η γνώση «τής δόξης τού Θεού εν προσώπω Ιησού Χριστού» (Β’ Κορ. δ’, 6). Έτσι ο άνθρωπος είναι πρόσωπο, όχι απλώς επειδή έχει ελευθερία καί λογική καί σκέπτεται ελεύθερα, αλλά γιατί ενεργοποιεί τήν λεγομένη υποστατική αρχή στήν καρδιά του. Τό πρόσωπο συνδέεται στενά μέ τήν χρίση καί σφραγίδα τού αρραβώνος τού Πνεύματος στήν καρδιά, μέ τήν αποβολή τού καλύμματος τών παθών από τήν καρδιά καί τήν διαρκή μεταμόρφωση από δόξης σέ δόξα, συνδέεται μέ τήν όραση τού Φωτός τού Θεού. Οπότε, πρόσωπο είναι η αναγεννητική πορεία από τόν αρραβώνα τού Πνεύματος στήν όραση τής δόξης τού Θεού.


(Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ιεροθέου: Ησυχία καί θεοπτία στίς επιστολές τού Αποστόλου Παύλου) «Εκκλησιαστική Παρέμβαση»Ιούλιος 2011